Αρχική EVENTSΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2021Νύχτες Πρεμιέρας 2021 - Ημέρα Δεύτερη 23/9

Νύχτες Πρεμιέρας 2021 - Ημέρα Δεύτερη 23/9

Στην πρώτη ημέρα του κανονικού προγράμματος του Φεστιβάλ ήξερα αμέσως ποια ταινία θα έβλεπα. Το ασύγκριτο αριστούργημα του Andrej Zulawski, Possession προς τιμήν του ασύγκριτου και αδικοχαμένου δημοσιογράφου Τάσσου (ΤΑΖ) Θεωδορόπουλου. Απολύτως ταιριαστά τον πρόλογο θα έκανε ο καλύτερος φίλος του και αγαπημένος μας, Ακης Καπράνος. Ήταν και μια άριστη ευκαιρία να παρουσιάσω αυτή την ακραία μοναδική ταινία στην καλύτερη μου φίλη Χριστίνα, η οποία φοβάται κάπως τις ταινίες τρόμου (είμαι κακούλης, το ξέρω).

Κάπως έτσι φτάσαμε λίγο πριν τις 22:00 στην είσοδο της αρχοντικής Αίγλης του Ζαππείου. Βρήκαμε τον Ακη μας μπροστά από την είσοδο, ιδιαίτερα ευδιάθετο και με τη χαρακτηριστική ζωηράδα του. Στην αναμονή για να μπούμε μας έλεγε για την προηγούμενη προβολή στην οποία παραβρέθηκε και πως η οπτικοακουστική δύναμη τον έκανε να αντέξει το κρύο του Σεπτεμβρίου. Συνεχίζουμε με πειράγματα, αστειάκια και μια ελαφρώς φιλοσοφική κουβέντα πάνω στη γλώσσα και το πώς άραγε θα ρίξουμε το σύστημα αν τρωγόμαστε μεταξύ μας στο βωμό μιας κάποιας πολιτικής ορθότητας. Όχι κι άσχημο μικρό reunion της οικογένειας του Midnight Express καθώς η Χριστίνα έχει πάνω από ένα χρόνο να έρθει σε μεταμεσονύχτια προβολή.

Καθισμένοι πλέον όλοι, βλέπουμε τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ Λουκά Κατσίκα να παίρνει το μικρόφωνο (το οποίο στη συνέχεια θα έχει αρκετά τεχνικά προβλήματα) και να μας μιλάει για την περίσταση, πόσο περίεργο είναι να μιλάς για έναν αγαπημένο που δεν είναι πια εδώ και συνοπτικά να μας συστήνει τον Ακη. Μετά από μια μάχη μισού λεπτού με το ασύρματο μικρόφωνο που δεν ακούγεται και τον Ακη να έρχεται στον μέσον της αίθουσας ώστε να λειτουργήσει, οι πρώτες λέξεις του είναι πως το Possession θα ήταν το Scenes From A Marriage του Bergman αν το γύριζε ο Cronenberg με acid. Μια ταινία που σε πιάνει αμέσως απ’ το λαιμό και δεν σ’ αφήνει μέχρι το πέρας της διάρκειας.

Συνεχίζει λέγοντας πως ο Zulawski ήταν ένας σκηνοθέτης που αγαπούσε πολύ τους ηθοποιούς κι αυτό φαίνεται από την πρωταγωνιστική ερμηνεία της Isabelle Adjani, η οποία κέρδισε το βραβείο Cesar στη Γαλλία. Υπογραμμίζει όμως πως η ίδια είχε δηλώσει ότι κανείς δεν θα έπρεπε να υποφέρει όσο αυτή για τον ρόλο. Ο Ακης διευκρινίζει πως δεν την βασάνιζε ο σκηνοθέτης αλλά το σκάψιμο στα βάθη της ψυχής της που χρειάστηκε να κάνει.

Μας μιλάει για τον φίλο του και πόσο λογικό είναι που αγαπούσε την ταινία καθώς είναι μια θρασύτατη ταινία. Ακούγεται δυνατά όπως ακουγόταν η γνώμη του Τάσου στις κριτικές του και τονίζει πόσοι λίγοι είναι οι άνθρωποι του χώρου που τα γράφουν έτσι. Ο Τάσος, μας λέει, αγαπούσε πολύ το Βερολίνο όπου διαδραματίζεται η ταινία και έβλεπε τη ζωή σαν ένα πάρτι που δεν έπρεπε ποτέ να τελειώσει. Τελειώνει αυτό το σκέλος του προλόγου μ’ ένα inside joke που είχαν σχετικά με το πότε θα θάψουν τον Dario Argento λόγω της φθίνουσας πορείας των ταινιών του και το πόσο πολύ θα χαιρόταν ο ΤΑΖ με μια γεμάτη αίθουσα σε μια ταινία σαν το Possession.

Ο Κατσίκας παίρνει το μικρόφωνο και μας λέει για τους ανθρώπους που έχουν φύγει αλλά νιώθουμε ότι είναι ακόμα εδώ. Ως τέτοιον χαρακτηρίζει τον Τάσο και ατίθασο, συγκρουσιακό γνήσιο λάτρη της ζωής που έζησε εν γνώσει του κινδύνου, που κάηκε γρήγορα σαν τα ρωμαϊκά κεριά για τα οποία μίλαγε ο Κέρουακ αλλά και που οι αναθυμιάσεις τους μένουν ακόμα στο δωμάτιο μαζί μας.

Μαζί θυμούνται αγαπημένες ταινίες του Τάσου που ενδεχομένως θα μπορούσαν να παίξουν όπως την Αλίκη Στο Ναυτικό με τον Κατσίκα να υπογραμμίζει πως ο Τάσος ήταν και του Φαμπίντερ και της Βουγιουκλάκη, αντιφατικός κι αυθεντικός. Κλείνει λέγοντας πως έπρεπε να παίξουν μια ταινία στο αγαπημένο του Βερολίνο αλλά κι ότι η συγκεκριμένη είναι ιδανική ως ακραιφνώς περίεργη και «in your face» ταινία.

Ο Καπράνος έχει τον τελευταίο λόγο όμως καθώς νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί μαζί μας το γεγονός πως χρωστάει διπλά και τριπλά το γεγονός που βρίσκεται μαζί μας σήμερα στον, καθώς αυτός ήταν υπεύθυνος για την πρώτη του δουλειά ως αντικαταστάτη του στο περιοδικό Exodos. Ρίχνουμε ένα δυνατό χειροκρότημα για τον Τάσο μετά από όλα αυτά τα τόσο όμορφα και συγκινητικά κι είναι ώρα να πέσουν τα φώτα.

Possession (1981), σκηνοθεσίας Andrej Zulawski

Στις πρώτες σκηνές της ταινίας βλέπουμε το ζευγάρι των Mark (Sam Neill) και Anna (Isabelle Adjani) που έχουν χάσει τον έρωτα από τον γάμο τους και πάνε προς το χωρισμό. Εκείνος την ρωτάει αν έχει άλλον, εκείνη του ξεκαθαρίζει πως όχι, γνωρίζουμε και τον γιό τους, τον Bob (Michael Hogben). Μαθαίνουμε τη δουλειά του Mark ως κατάσκοπου απαραίτητου για την υπηρεσία του αλλά και αποφασισμένου να αποσυρθεί λόγω του διαζυγίου. Στην αμέσως επόμενη σκηνή ο Mark ψάχνει αλαφιασμένος την Anna κι εκείνη παραδέχεται τελικά στο τηλέφωνο πως έχει εραστή, τον Heinrich (Heinz Bennent).

Στο υπόλοιπο πρώτο μισό της ταινίας ξεκινάνε τα πολύ ακραία συναισθήματα. Ο Mark καταστρέφει μια ολόκληρη καφετέρια όπου κανονίζουν τα διαδικαστικά του διαζύγιο κι όταν μένει μόνος είναι σαν εξαρτημένος με στερητικό. Συγκρούεται ευθέως με τον Heinrich από τον οποίο πηγαινοέρχεται η Anna και βρίσκει μια τρόπω τινά αντικαταστάτρια στο πρόσωπο της δασκάλας του μικρού η οποία είναι ίδια με τη γυναίκα του, το yang στο yin της.

Όλα αυτά ο Zulawski τα σκηνοθετεί με ακραία επιτηδευμένο δυναμικό τρόπο. Καμία σχέση με την ταινία που είδαμε την πρώτη ημέρα. Εναλλάσσει γενικά μονοπλάνα μεγάλης κινητικότητας με αισθαντικά κοντινά κι έχει τόσα πολύ high angle όσα και πολύ low angle. Αξιοσημείωτη είναι και η επιλογή να χρησιμοποιήσει ελάχιστη μουσική. Καταφέρνει έτσι στις λίγες στιγμές που θα βάλει μουσική, να λειτουργήσει σαν σημείο στίξης που κλείνει το μάτι και στην θεματική/συμβολική ερμηνεία της ταινίας. Αυτή η σκηνοθεσία μαζί με τις γκρανγκινιολικές ερμηνείες και τα ονειρικά/υπερβατικά δρώμενα του δεύτερου μισού οδηγούν, με θαυμαστικό στιγμές που δεν μπορείς παρά να γελάσεις μες τη φρίκη, ακριβώς σε αυτή την αίσθηση για την οποία μας μίλησε ο Aκης στον πρόλογο.

Σ’ αυτό το δεύτερο μισό θέλω να σταθώ γιατί εκεί πιστεύω πως βρίσκεται το «ζουμί» της ταινίας. Εκεί ξεδιπλώνεται το σύμπαν Θεών και Δαιμόνων που κρύβεται κάτω από την μπανάλ συνθήκη ενός διαζυγίου. Η ανάγκη ανεξαρτητοποίησης της γυναίκας την ανοίγει στα πλείστα υπαρξιακά ερωτήματα που μετουσιώνονται σε σατανική ενέργεια κάνοντας την δίαυλο για το άπειρο αυτού του σύμπαντος.

Παράλληλα ο άντρας φαίνεται να προσπαθεί να κρατηθεί στη γη κινητοποιώντας την πλοκή σαν ένα αστυνομικό θρίλερ και σε κάθε σκηνή φαίνεται να αδυνατεί να καταλάβει οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση. Είτε αυτή είναι η ελαφρώς πιο προσγειωμένη αγάπη για τα πάντα που προτείνει ο καθρέφτης του Heinrich είτε οποιαδήποτε πράξη και λεγόμενο από την προβολή της γυναίκα του που αποτελεί η δασκάλα που φαινομενικά τα κάνει όλα σωστά.

Όταν φτάσουμε στην κορύφωση είναι πια αργά. Το σύμπαν συγχρονίζεται και καταδικάζεται μέσω των χαρακτήρων. Εν τέλει βλέπω την ταινία σαν μια παραβολή για το χάος που δεν μπορεί παρά να πηγάσει μέσα από την αρτηριοσκληρωτική τάξη που επιβάλλεται από το αρσενικό. Αμα αναλογιστώ κι ότι ο Zulawski έγραψε την ταινία κατά τη διάρκεια του χωρισμού του, τότε μου γίνεται ξεκάθαρο πως πρόκειται για μια κραυγή αυτοτιμωρίας. Σε όσες στιγμές κι αν η γυναίκα είναι «δαιμονισμένη» ο άντρας ήταν η πηγή και η κατάληξη του κακού.

Αυτά ήταν τα στοιχεία μιας από τις ομορφότερες προβολές που έχω βιώσει στις Νύχτες Πρεμιέρας από το 2008 κι ύστερα. Ένα πόνημα οδοστρωτήρας που μας έκανε όλους εκλεκτούς φίλους κάτω από τον Αττικό ουρανό, ένας τελευταίος αποχαιρετισμός για έναν υπέροχο άνθρωπο που θα αντηχεί για χρόνια στις συνειδήσεις μας.


 

Τελευταία