Αρχική EVENTSΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2021Νύχτες Πρεμιέρας 2021 - Ημέρα Τέταρτη 25/9

Νύχτες Πρεμιέρας 2021 - Ημέρα Τέταρτη 25/9

Ένας άγραφος κανόνας για τους πιο σκληροπυρηνικούς θαμώνες των Νυχτών Πρεμιέρας, κατά κανόνα όσους έχουν κάρτα 20 προβολών, είναι πως σε ορισμένες ημέρες θα δούνε πάνω από μια ταινία. Είτε επειδή βλέπουν στο πρόγραμμα κάτι που δεν μπορούν να χάσουν, είτε επειδή τους τράβηξε την προσοχή κάτι που δεν ήξεραν, είτε απλά για να συμπληρώσουν το μέγιστο αριθμό προβολών στην κάρτα τους.

Φέτος κι επειδή δεν έχω τις αντοχές που είχα στα δεκαοχτώ μου, αποφάσισα όλα τα double bill μου να είναι στον ίδιο κινηματογράφο. Προχθές λοιπόν, στον αγαπημένο Δαναό που έχω να επισκεφτώ από το περσινό φεστιβάλ έπαιζε το The Worst Person In The World του Joachim Trier. Είναι μια ταινία που συμμετείχε στο φετινό διαγωνιστικό των Καννών και παρουσιάστηκε στο δικό μας Φεστιβάλ στην θεματική «Τα Αγαπημένα Των Φεστιβάλ». Απ’ τις λίγες φετινές ταινίες των Καννών που είχα δει κριτικές, ήταν προαποφασισμένο μέσα μου ότι θα την έβλεπα και μια εξαιρετική ευκαιρία να δω επιτέλους τι έχει να μας πει ο δεύτερος διασημότερος auteur με το όνομα Trier.

Η προηγούμενη ταινία που είδα στον Δαναό ήταν το Zero Fucks Given των Julie Lecoustre και Emmanuel Marre, με επιπρόσθετο τυράκι επιλογής της την παρουσία των ιδίων. Έχει κι αυτά το Φεστιβάλ, σπάνιες ευκαιρίες να συναντήσουμε συντελεστές ταινιών. Πρωταγωνίστρια στην ταινία, η καθόλα συμπαθής Adele Exarchopoulos κι η επιλογή ήταν σχετικά εύκολη. Το στοιχείο της έκπληξης δεν θα λειτουργούσε τόσο καλά επί της παρούσης βέβαια, ας δούμε αναλυτικά γιατί.

Zero Fucks Given (2021), σκηνοθεσίας Julie Lecoustre και Emmanuel Marre

Μόλις κάτσαμε στην αίθουσα ένας υπεύθυνος του Φεστιβάλ μοιράστηκε μαζί μας πόσο χαρούμενος είναι να βλέπει πάλι μια σχεδόν γεμάτη κλειστή αίθουσα. Μας σύστησε και τους δημιουργούς οι οποίοι είχαν να πουν δύο λόγια πριν την προβολή. Ο Marre μας ευχαρίστησε που ήμασταν εκεί κι είπε πως έχουν λίγο τρακ καθώς είναι η Ευρωπαϊκή πρεμιέρα της ταινίας εκτός Γαλλίας κι ότι ελπίζει να μας αρέσει. Η Lecoustre συμπληρώνει πως είναι τιμή που η ταινία παίζεται στην Ελλάδα και υπογραμμίζει την Ευρωπαϊκή αίσθηση που ήθελαν να έχει η ταινία, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Η Cassandre (Adele Exarchopoulos) είναι μια νεαρή ενήλικας η οποία δουλεύει σε φθηνή αεροπορική εταιρία τύπου Ryan Air, ύστερα από τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της. Πρώτη της προτεραιότητα σαν junior flight attendant είναι οι πωλήσεις αρωμάτων κατά τη διάρκεια της πτήσης κι όπως θα δούμε είναι αρκετά καλή σ’ αυτό, πετυχαίνοντας πάντα τους στόχους της.

Παράλληλα και στην μόνη πτυχή της όπου εφαρμόζεται ο τίτλος της ταινίας, αντιμετωπίζει τη μοναξιά της με αλκοόλ, παράνομες ουσίες και κλάμπινγκ. Όταν την βρίσκουμε στη βάση της στο Lazaronte (ένα από τα Κανάρια νησιά), είναι μάλλον αποκομμένη από τους συγκατοίκους και μοναδικούς της φίλους επιδιώκοντας περισσότερο το ευκαιριακό σεξ με αγνώστους. Όπως λέει και περήφανα σε συνέντευξη για μια άλλη αεροπορική αργότερα δεν έχει καμία σχέση να την κρατάει.

Ενώ η θεματική της ταινίας εν γένει είναι η διαχείριση του τραύματος, στο πρώτο μισό της έχουμε μια πολύ καίρια ματιά στη ζωή του εργασιακού υποκειμένου στον καπιταλισμό. Δεν είναι κανένα μυστικό πως οι περισσότεροι χαμηλόβαθμοι εργαζόμενοι έχουν μια δουλειά που δεν επέλεξαν και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προσπαθούν απλά να την παλέψουν απέναντι σε μια εκβιαστική εργοδοσία.

Έτσι κι η ηρωίδα μας, ξεκάθαρα δεν θα ήθελε να είναι εκεί, φαίνεται πως αυτή η επιλογή ήταν λύση ανάγκης. Έχει μουδιάσει αλλά κι εγκλωβιστεί μέσα της χωρίς να μπορεί να δει πέραν της καινούργιας πραγματικότητας της. Μοιραία κι αναμενόμενα θα χάσει τη δουλειά της όταν θα αναλάβει περισσότερες ευθύνες. Σε αντίθεση με την εκπαίδευση της όπου υπερτονίζεται πως τα συναισθήματά της δεν έχουν καμία σημασία, εκείνη θα κάνει μια παρατυπία για να βοηθήσει μια επιβάτη.

Η ταινία είχε την προσοχή μου μέχρι αυτό το σημείο. Δεν έχω δει πολλές φορές να παρουσιάζεται αυτή η πτυχή του καπιταλισμού με τόση λεπτομέρεια από μια σχετικά μεγάλη ταινία, μια ταινία που έστω συμμετείχε στην εβδομάδα κριτικής των Καννών. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω το ίδιο για το δεύτερο μισό, δηλαδή την επιστροφή στην οικογενειακή εστία, στον πατέρα και την μικρότερη αδελφή της.

Εκεί έχουμε τις χιλιοειπωμένες και τετριμμένες σκηνές αντιμετώπισης του τραύματος και του τεθλιμμένου πατέρα που δεν ξέρει πως ακριβώς να συνδεθεί με τις κόρες του ύστερα από το χαμό της μητέρας. Έχουμε μια σκηνή που ο πατέρας δεν καταλαβαίνει τη δουλειά της κόρης του, μία που η μικρή αδελφή μεθάει και ξερνάει, μία που ο πατέρας δεν θέλει να πετάξει κάποιο αναμνηστικό κλπ.

Οι περισσότερες από αυτές τις σκηνές δεν προχωράνε με κάποιον τρόπο τον χαρακτήρα της Cassandre και καταντούν άχρηστες, ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα που μπορούν να γίνουν σε μια ταινία. Το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι η ταινία χάνει τη στόχευση που είχε στο πρώτο μισό και γίνεται μια άλλη ταινία με αποτέλεσμα να χάνουν και τα δύο μέρη της.

Για τη σκηνοθεσία δεν έχω να πω πολλά. Τις περισσότερες στιγμές είναι σαν cinema verite για τον 21ο αιώνα, δίνει την αίσθηση της κρυφής κάμερας. Ταιριαστό για το σενάριο αλλά σε συνδυασμό με έναν πολύ αργό ρυθμό, κάποιες αψυχολόγητες επιλογές φωτισμού κι όλη την αδιαφορία του δεύτερου μισού, κάνει την ταινία ακόμα πιο βαρετή. Δεν έκατσα στο Q&A των σκηνοθετών καθώς δεν ήθελα να το κάνω άβολο με την ερώτηση αν ήρθε πρώτα η χρηματοδότηση της ταινίας ή η συμμετοχή της Adele και που ακριβώς να βρούμε την Ευρωπαϊκή αίσθηση σε μια ταινία που την ενδιαφέρει μόνο το ψυχόδραμα του κεντρικού χαρακτήρα.

The Worst Person In The World (2021), σκηνοθεσίας Joachim Trier

Απογοητευμένος κι ελαφρώς εκνευρισμένος κάθομαι πάλι στην ίδια θέση περιμένοντας να με αποζημιώσει ο καταξιωμένος auteur. Έχω και μια ευχάριστη έκπληξη καθώς με βρίσκει άλλη μια απ’ τις φίλες που πετυχαίνω συνήθως στο φεστιβάλ και έχω μια εν τάχει εκτόνωση μιλώντας γι’ αυτό που είδα πριν μισή περίπου ώρα.

Απ’ την πρώτη στιγμή η ταινία μας ενημερώνει πως θα δούμε μια ιστορία σε 12 κεφάλαια, έναν πρόλογο κι έναν επίλογο. Είναι το πρώτο παιχνίδι φόρμας που θα μας παρουσιάσει μαζί την εισαγωγή του αντισυμβατικού παντογνώστη αφηγητή της.

Βρίσκουμε την ηρωίδα μας Julie (Renate Reinsve) στην αρχή των ιατρικών της σπουδών, μια απ’ τις λίγες κατευθύνσεις που θα έπιαναν τόπο οι καλοί βαθμοί της όπως μας ενημερώνει ο αφηγητής. Πολύ σύντομα θα αλλάξει κατεύθυνση προς την ψυχολογία με τη στήριξη της μητέρας της και μετά από ελάχιστο φιλμικό χρόνου προς την φωτογραφία με μια μικρή ανησυχία της μητέρας της.

Αντίστοιχα γρήγορα αλλάζει και άντρες περνώντας από έναν καθηγητή της, σ’ έναν σκηνοθέτη μέχρι να καταλήξει στον κομίστα μιας edgy σειράς graphic novel, Aksel (Anders Danielsen Lie) ο οποίος είναι κι ο δεύτερος σημαντικότερος χαρακτήρας της ταινίας. Οι τρεις αυτοί άντρες είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, γεγονός που μαζί με την κρίση επαγγελματικής ταυτότητας της Julie με έκανε να σκεφτώ τον τίτλο ως μια αυστηρή κριτική που θα έκανε η σύγχρονη κοινωνία πάνω της.

Παρόλα αυτά ο τόνος είναι παιχνιδιάρικος, ο ρυθμός στακάτος κι ο δημιουργός δεν κρίνει την ηρωίδα μας. Αντίθετα αναδεικνύει την αγάπη που έχει για τη ζωή, την πραγματική αναζήτηση του εαυτού της μέσα στα χίλια κύματα της πλοκής. Την κάνει να λάμπει ακριβώς επειδή, ας το πω χονδροειδώς, «δεν ξέρει τι της γίνεται».

Αυτό είναι και το κέντρο της ταινίας και η μετάβαση από τον Aksel, στον Eivind (Herbert Nordrum) ο οποίος βρίσκεται κοντά στα χρόνια της και θα τον γνωρίσει σ’ ένα πάρτι που θα πάει απρόσκλητη. Εκεί επιδίδονται σ’ ένα παιχνίδι ακραίας οικειότητας αλλά πάντα προσπαθώντας να μην απατήσουν τους συντρόφους τους και το πετυχαίνουν αλλά ο σπόρος του έρωτας έχει μπει.

Η συνέχεια την οποία ο Trier πλοηγείται σαν ένας Tarantino που φτιάχνει το Frances Ha ή σαν το συνονόματο του που φτιάχνει μια γλυκιά ταινία έτσι για αλλαγή, περνάει εξίσου ρευστά και ποικιλότροπα από τα πλείστα θέματα της ηρωίδας μας. Τα daddy issues, το φόβο της μητρότητας, την επαγγελματική σύγκριση με τους άντρες της αλλά και ευρύτερα σύγχρονα θέματα όπως τα social media και την πολιτική ορθότητα.

Ο Trier δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τον προαναφερθέντα αφηγητή χαοτικά, άλλες φορές λέγοντας μας λεπτομέρειες για το παρελθόν του ερωτικού τριγώνου, άλλες πατώντας πάνω στο διάλογο κι άλλες δίνοντας μας έξυπνα τους θεματικούς πυρήνες της ταινίας χωρίς να πέφτει στην παγίδα του στεγνού exposition. Ταυτόχρονα εναλλάσσει ρυθμούς ανάλογα το κεφάλαιο, δίνοντας όμως ξεκάθαρα την αίσθηση του τετελεσμένου με το μαύρο που πέφτει ανάμεσα τους και το άλμα του χρόνου που ακολουθεί.

Πρώτη σκηνή ανθολογίας θεωρώ μια καθαρά υπερβατική στιγμή που μπλέκει φαντασία και πραγματικότητα για την οποία δεν θα πω τίποτα παραπάνω καθώς πρέπει να βιώσετε σαν μέρος της ταινίας. Δεύτερη, καθώς και δεύτερο turning point της πλοκής, ίσως το καλύτερο bad trip με ψυχεδελικά που έχω δει σε ταινία, που συνοψίζει τέλεια κάθε αγωνία της Julie αλλά είναι κι άριστη οπτικοποίηση της παραίσθησης.

Στα τελευταία κεφάλαια της ταινίας ο τόνος γίνεται βαρύς κι η σκηνοθεσία πολύ πιο συγκρατημένη. Ο χρόνος έχει περάσει κι όσο η ηρωίδα μας έψαχνε, η ζωή συνέβαινε. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια γλυκύτητα στις τελευταίες σκηνές μαζί με τη συνειδητοποίηση χαραγμένη στο πρόσωπο της και μια χάρη στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται ο Trier την σχετικά πεζή κι άχαρη κατάληξη τον τριών βασικών χαρακτήρων.

?μα δε αναλογιστώ και τους παραλληλισμούς με το Zero Fucks Given, δεν μπορώ παρά να κάνω μια σύγκριση που ενισχύει το The Worst Person In The World μέγιστα. Τη σύγκριση ανάμεσα σ’ ένα διαδικαστικό έργο σοβαροφάνειας που καταντάει αδιάφορο και σ’ ένα ξέφρενο πείραμα κινηματογραφίας που περικλείει όλη την ενηλικίωση.-

Τελευταία