Αρχική EVENTSΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2021Νύχτες Πρεμιέρας 2021 - Ημέρα Έκτη 27/9

Νύχτες Πρεμιέρας 2021 - Ημέρα Έκτη 27/9

Το «άχαστο» αυτής της Δευτέρας στο πρόγραμμα, που καθόρισε και την επιλογή της άλλης ταινίας, ήταν το In The Earth του αγαπημένου μου Ben Wheatley. Η ανακάλυψη του σκηνοθέτη είχε έρθει πάλι στο Φεστιβάλ του μακρινού 2013, με το αξεπέραστο A Field In England. Κρατήθηκα κι αρκετούς μήνες ώστε να μη δω την ταινία με (γκουχ γκουχ) άλλους τρόπους κι ομολογώ πως είχα αρκετό ενθουσιασμό χθες.

Η άλλη ταινία λοιπόν σήμερα ήταν το κοινωνικό/ρομαντικό δράμα Ali And Ava της Clio Barnard η οποία είχε κάνει πάταγο το 2013 με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της The Selfish Giant. Η σημερινή θεματική του double bill είναι «Auteur Του Σύγχρονου Βρετανικού Κινηματογράφου». Με μια μεγάλη σινεφίλ δίπλα μου, δηλαδή τη μητέρα μου, μπαίνουμε σε ένα ρομαντικό και αισιόδοξο φιλμ-τρυφερό κλείσιμο του ματιού όπως περιγράφεται στο πρόγραμμα.

Ali And Ava (2021), σκηνοθεσίας Clio Barnard

O Ali (Adeel Akhtar) έχει καταγωγή από το Πακιστάν κι είναι ίσως ο πιο καλοκάγαθος ιδιοκτήτης ενοικιαζόμενων σπιτιών στην ιστορία. Ενώ ο γάμος του με τη Runa (Ellora Torchia) διαλύεται, είναι αναγκασμένοι να ζουν μαζί και φροντίζει τους ενοικιαστές του σαν οικογένεια.

Μια μέρα που θα πάρει την μικρή Sofia (Ariana Bodorova), κόρη ενοικιαστή του, από το σχολείο, η βρετανική μπόρα έχει ως αποτέλεσμα πρόταση στην Ava (Claire Rushbrook) για να την επιστρέψει στο σπίτι της. Θα συνδεθούν άμεσα μ’ ένα τραγούδι των Buzzcocks κι ας στα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα ο φαν της ηλεκτρονικής και γενικά δυνατής μουσικής Ali, θα την κοροϊδεύει αστειευόμενος επειδή σ’ εκείνη αρέσει η country και η folk.

Η Ava μένει σ’ ένα υψηλόβαθμο προάστιο της πόλης και μόλις φτάνουν θα τους υποδεχθούν πιτσιρίκια που πετάνε πετραδάκια. Σε δευτερόλεπτα όμως ο Ali θα τα ρίξει στο hype με το τραγούδι ενός τοπικού ράπερ κι έχουμε την πρώτη ενωτική στιγμή μέσω της μουσικής, θέμα που διατρέχει όλη την ταινία. Ένα δράμα στο οποίο η κοινωνία θέλει να κρατήσει μακριά δύο ανθρώπους τους οποίους ενώνει ένα πηγαίο joie de vivre παρά το δύσκολο παρελθόν τους.

Η Clio Barnard έχει γράψει ένα εξαιρετικό σενάριο που διαχειρίζεται με λεπτομέρεια όλα τα στοιχεία του. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι και μερικές φορές συγκλονιστικά αληθινοί. Όπως την πρώτη φορά που ο Ali κι η Ava κάνουν σαν μικρά παιδιά στο σπίτι της δεύτερης κι ο γιός της Callum (Shaun Thomas) θα τον απειλήσει μ’ ένα σπαθί ή όταν ο Ali βλέπει την Runa με το νέο της ερωτικό ενδιαφέρον και της υπενθυμίζει την κατακραυγή αν μαθευτεί η χωρισμός της. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν κάποια εξέλιξη καθώς προσπαθούν να πλοηγηθούν τη δύσκολη πραγματικότητα κι ενώ το στομάχι μας θα σφιχτεί αρκετές φορές, η ανθρωπιά υπερισχύει.

Καθοριστική είναι η μουσική φυσικά στη σχέση αλλά και στο σύνολο των χαρακτήρων. Πέραν απ’ όλες τις εντάσεις σχεδόν όλοι έχουν μια γλυκιά ή ξέφρενη στιγμή υπό κάποια μελωδία. Είτε αυτή είναι τα Ιρλανδικά αντάρτικά νανουρίσματα της πέντε φορές γιαγιάς Ava, είτε η λαϊκή χιπ-χοπ που συνθέτει ο Ali ή ακόμα κι ο Bob Dylan που αρχίζει να παίζει επηρεασμένος από τη νέα αγαπημένη του.

Η σκηνοθεσία της Barnard ενώνει όλα αυτά σ’ ένα ιδανικό σύνολο. Κατά πλειοψηφία στη διάρκεια συναντάμε κάμερα στο χέρι που προσδίδει μια ένταση στις δύσκολες στιγμές αλλά και μια ελευθερία στις συγκινητικές. Γενικώς η ελευθερία χαρακτηρίζει την ταινία. Ελευθερία απ’ το παρελθόν, ελευθερία στην αγάπη, ελευθερία στη ζωή εν γένει, ό,τι μπορούν να βιώσουν οργανικά κι από κοινού οι άνθρωποι πέραν από ό,τι διχάζει. Το στοιχείο της έκπληξης για άλλη μια φορά στο φετινό Φεστιβάλ με βγάζει ασπροπρόσωπο σε άλλη μια ταινία που δεν θα έβλεπα υπό άλλες συνθήκες.

In The Earth (2021), σκηνοθεσίας Ben Wheatley

Ήρθε όμως η ώρα που περνάμε στο σινεμά της προτίμησης μου και την ταινία που δεν υπήρχε περίπτωση να μην δω. Ο Wheatley είναι πάντα ένας απροσδόκητος δημιουργός που ακόμα κι όταν αστοχεί βρίσκει τρόπους να επιβληθεί στην προσοχή του κοινού. Κάπως έτσι θα εξελισσόταν κι η προβολή για την οποία είχα μόνο πολύ βασικές πληροφορίες.

Καθώς ένας φονικός ιός έχει εξαπλωθεί στον κόσμο της ταινίας (η ταινία δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου στην πρώτη καραντίνα) ο Martin (Joel Fry), ένας ερευνητής, καλείται να βρει τη συνάδελφο του, δόκτορα Wendle (Hayley Squires), της οποίας η έρευνα ίσως να αποτελεί τη λύση για την παγκόσμια φονική συνθήκη.

Στο δασαρχείο γνωρίζεται με την Alma (Ellora Torchia) η οποία θα είναι ο οδηγός του μέσα στο αχανές δάσος. Εκεί παρατηρεί κι έναν πίνακα που παρουσιάζει το λαϊκό μύθο ενός πνεύματος που κατοικεί στο δάσος αλλά η Alma προσπαθεί να τον καθησυχάσει τονίζοντας πως πρόκειται για ιστορία που λένε στα παιδάκια ώστε να μην χάνονται στο δάσος.

Ξεκινάνε το ταξίδι με τον Martin να φαίνεται πολύ άβολος απ’ την πρώτη στιγμή. Ύστερα από μια επίθεση ενώ κοιμούνται που θα τους στερήσει ακόμα και τα παπούτσια τους, θα τους περιμαζέψει ο εκ πρώτης όψεως καλό Σαμαρείτη Zach (Reece Shearsmith), του οποίου το πραγματικό πρόσωπο δεν θα αργήσει να φανεί.

Επί συνόλου το σενάριο πηγαίνει σταδιακά αλλά αμετάκλητα από ένα προσγειωμένο horror επιβίωσης και ψυχολογικής βίας σ’ ένα οργασμικό κύρτωμα της πραγματικότητας όπου τίποτα δεν είναι σίγουρο. Οι δυναμικές ανάμεσα στους τέσσερις χαρακτήρες μας κρατάνε πάντα σ’ εγρήγορση, με τα κίνητρα και τις προθέσεις ν’ αμφισβητούνται στο παιχνίδι επιβίωσης μεταξύ τους.

Θεματικά η μετάβαση από τον ρεαλισμό στον folk τρόμο με στοιχεία sci-fi είναι ομαλή αν και στο δεύτερο μισό υπάρχουν κραυγαλέα σεναριακά σφάλματα, η πλοκή γίνεται χαοτική σε σημείο που μπερδεύτηκα αρκετές φορές και σίγουρα άμα κάποιος αναλύσει την ταινία θα βρει σεναριακές τρύπες. Ύστερα απ’ την προβολή κατάλαβα ότι δεν ήμουν μόνος σ’ αυτό. Ένα άλλο κομμάτι όπου η ταινία σίγουρα δεν πέτυχε επαρκώς με το κοινό, ήταν το χιούμορ, τα όρια ανάμεσα στα σημεία που ήθελε ο Wheatley να μας κάνει να γελάσουμε και στα άθελα γέλια ήταν δυσδιάκριτα.

Βέβαια το βασικότερο χαρακτηριστικό του Wheatley σ’ όλη του την καριέρα είναι η οπτικοακουστική αρτιότητα και σ’ αυτόν τον τομέα δεν απογοητεύει. Τα πλάνα στάζουν ομορφιά, το sound design σηκώνει τρίχα και σε βάζει κυριολεκτικά μες την ταινία, η μουσική του Clint Mansell είναι εξαιρετική και η ψυχεδελική βόμβα μεγατόνων στο τέλος ξεπερνάει παρασάγγας την αντίστοιχη από το A Field In England. Να σημειώσουμε κι ότι ο Wheatley έκανε μόνος του μοντάζ κι έγραψε το σενάριο, χωρίς τη σύζυγο του Amy Jump που τον βοηθάει συχνά πυκνά σ’ αυτούς τους δύο τομείς. Στον πρώτο δεν την είχε καμία ανάγκη, στον δεύτερο μάλλον την είχε.

Εν κατακλείδι, είναι το In The Earth ένα πολύ άνισο έργο; Είναι. Είναι άλλο ένα έργο του Wheatley που θα διχάσει το κοινό; Είναι. Είναι ένα έργο που ίσως να ωφελούταν από περισσότερο χρόνο και καλύτερες συνθήκες παραγωγής; Είναι. Για μένα όμως είναι κι ένα ξέφρενο b-movie που έχει κάτι απ’ τις άγριες εποχές του είδους και παρόλο που ήταν αρκετά κατώτερο των προσδοκιών μου, αναμφίβολα θα υπάρξει δεύτερη θέαση αργά ή γρήγορα.

Τελευταία