Αρχική DEPARTISTSΑΠΟΨΕΙΣSquid Game: Αξίζει τελικά τον κόπο;

Squid Game: Αξίζει τελικά τον κόπο;

Πριν προχωρήσω σε οποιαδήποτε γραπτή πρόταση, να ξεκαθαρίσω τα δύο απολύτως προφανή αλλά ταυτόχρονα αναγκαία θέματα: πρώτον, το παρόν κείμενο θα είναι γεμάτο από spoilers και κάποια από αυτά κομβικά. Δείτε το προτού διαβάσετε την παραμικρή γραμμή καθώς κινδυνεύετε από αποκαλύψεις που ενδέχεται να σας χαλάσουν την εμπειρία θέασης μιας πολυσυζητημένης σειράς. Και δεύτερον, παρά τα όσα επιχειρήματα πέφτουν στο τραπέζι, παραμένει μια προσωπική άποψη με την οποία δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσετε. Τη λατρέψατε; Τέλεια και πολύ χαίρομαι. Αν η δική μου εμπειρία διαφέρει από τη δική σας, δεν είναι αιτία διαμάχης και ούτε προσπαθώ να σας μεταπείσω για κάτι.Τώρα που ειπώθηκαν όσα έπρεπε να ειπωθούν, πάμε στο κυρίως θέμα.

Από τότε που νοίκιασα το DVD του Battle Royale το 2003, ανακάλυψα μια από τις αγαπημένες μου ταινίες και μια θεματολογία που λίγο ήξερα ότι στο μέλλον θα αφήσει το στίγμα της στην ποπ κουλτούρα. Όταν επέστρεψα το DVD με καθυστέρηση δύο εβδομάδων, πληρώνοντας 20 ευρώ «πρόστιμο» στο βίντεο κλαμπ, δεν ήξερα ότι στο μέλλον θα έβλεπα τον κόσμο να μιλά για το Hunger Games. Ούτε και μπορούσα να προβλέψω την έκρηξη βιντεοπαιχνιδιών όπως το Fortnite, το Battlegrounds κοκ. Επίσης δε γνώριζα ότι η παρούσα ταινία ήταν βασισμένη στο βιβλίο του Koushun Takami ο οποίος άντλησε την έμπνευσή του για να ασκήσει κοινωνική κριτική από βιβλία όπως τον ?ρχοντα των Μυγών και το The Most Dangerous Game. Και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να προβλέψω πως εν έτει 2021, σε μια πλατφόρμα σαν το Netflix, μια παρεμφερής με αυτό σειρά από τη Νότια Κορέα με τίτλο Squid Game θα γινόταν ένα φαινόμενο της ποπ κουλτούρας. Με ευτυχείς συνειρμούς λόγω του ασιατικού προφίλ της και των κοινών θεματολογικών σημείων μεταξύ των δύο, αποφάσισα να σπάσω τον κανόνα μου και, μετά το The Wire να αποπειραθώ να δω μια live action σειρά, κάτι που η ελλιπής προσοχή μου συνήθως με αποτρέπει από το να πραγματοποιήσω (εν αντιθέσει με τα anime).

Ο ρυθμός της σειράς είναι υποδειγματικός


Η πλοκή της είναι μάλλον αρχετυπική: ένας μεσήλικας με λούμπεν τρόπο ζωής βρίσκεται να χρωστάει απίστευτα χρηματικά ποσά, τα οποία ολοένα και αυξάνονται όσο διάφορα περιστατικά έρχονται να τον ταλανίσουν. Ως εκ θαύματος, του δίνεται η δυνατότητα να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι το οποίο υπόσχεται να του δώσει όσα λεφτά μπορούν να του διασφαλίσουν μια πολυτελέστατη ζωή, ανταγωνιζόμενος άλλους ανθρώπους που η ανάγκη τους έσπρωξε να πάρουν την ίδια απόφαση. Για να κερδίσει θα πρέπει να διαγωνιστεί σε ορισμένα παιδικά παιχνίδια σε μια απομονωμένη τοποθεσία μακριά από την ενδοχώρα. Σύντομα, όμως, και αυτός και οι υπόλοιποι θα ανακαλύψουν πως τα παιχνίδια αυτά έχουν μια μακάβρια τροπή η οποία θα τους φέρει ενώπιον των χειρότερων κτηνωδιών. Κτηνωδίες που προκαλούνται είτε από τους αινιγματικούς διοργανωτές του εν λόγω διαγωνισμού, είτε από άλλους παίκτες που είναι αποφασισμένοι να νικήσουν.

Ξεκινώντας από τα θετικά, δεν μπορώ να μην αναφερθώ πρώτα και κύρια στον υποδειγματικό ρυθμό της σειράς. Ακολουθώντας κατά γράμμα τις απαιτήσεις μιας τηλεοπτικής σειράς που θέλει αρκετά «γεμίσματα» προκειμένου να πληθύνουν τα επεισόδια (και ως εκ τούτου τα νούμερα) καταφέρνει να κρατήσει ακόμα και έναν απαίδευτο στην τηλεοπτική λογική όπως εμένα μπροστά από μια οθόνη για εννιά επεισόδια που κυμαίνονται κατά μέσο όρο στα 50 λεπτά. Βλέπεται απνευστί και σε κρατάει αρκετά ώστε να δεις άμεσα τη συνέχεια και, εν τέλει, την κατάληξη ακόμα κι αν το σενάριο δεν είναι το πιο πρωτότυπο. Μάλιστα έπιασα τον εαυτό μου πολλές φορές να βρίσκεται σε μια ένταση ενώ λάμβαναν χώρα συγκεκριμένα γεγονότα.

Επιπλέον η αισθητική της σειράς, αν και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη, είναι αρκούντως ευχάριστη και δεν κουράζει. Σαν το Battle Royale να γυριζόταν στο σύμπαν του Black Mirror με ολίγη από την αισθητική των βιντεοκλίπ του Kanye West και φανταχτερά χρώματα που παραπέμπουν μέχρι και σε παιδικά προγράμματα. Ένας συνδυασμός που ομολογουμένως λειτουργεί. Στα θετικά συγκαταλέγονται και οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών που, αν και υποδύονται χαρακτήρες αρχέτυπα, δίνουν το κάτι παραπάνω και καταλήγουν να ενσαρκώνουν ανθρώπους που ναι μεν έχουμε ξαναδεί σε άλλες ταινίες και σειρές (ιδιαίτερα από τη Νότια Κορέα), ταυτόχρονα όμως δεν τους κάνουν να φαίνονται σαν αγγαρείες (εύφημος μνεία στον ηλικιωμένο παίκτη καθώς και στην καιροσκόπα μεσήλικη παίκτρια).

Μέχρι εδώ θα έλεγε κανείς πως δεν έχω λόγο να μην αποθεώσω το Squid Game. Μέχρι που στην εξίσωση μπαίνει το σενάριο, το οποίο από μόνο του έγινε λόγος να αντιπαθήσω μια σειρά που ειδάλλως είχε όλα τα φόντα για να με κερδίσει. Καταρχήν οι στερεοτυπικοί αυτοί χαρακτήρες φαίνονται να μην αναπτύσσονται ιδιαίτερα όσο κυλάνε τα επεισόδια. Έρχονται αντιμέτωποι με γκροτέσκους θανάτους και ακραία σκηνικά, αλλά όποια αλλαγή (όπου αυτή υπάρχει) φαίνεται τουλάχιστον βεβιασμένη, ενώ πολύ συχνά ρέπει προς το μελόδραμα. Ο χαμηλής αντίληψης πρωταγωνιστής (στα πρότυπα του O-Dae Soo από το Oldboy) δε θα τύχει παρά μόνο στο τέλος μιας κάποιας αλλαγής, ο ιδιοφυής και συγκρατημένος φίλος του θα καταλήξει κάθαρμα, ο χαρακτηρολογικά χειρότερος συμπαίκτης θα παραμείνει μονοδιάστατος (όσο και να μου λείπει το banality of evil εδώ δε λειτουργεί) ενώ κάποιοι άλλοι θα αποκτήσουν φωνή για δύο λεπτά, απλά για να υπάρξουν στο κάδρο ως καταλύτες για τους πρωταγωνιστές. Επί παραδείγματι, η μόνη άλλη νεαρή παίκτρια στην οποία αφιερώνεται κάποιος (ελάχιστος) χρόνος καταλήγει να φαίνεται σαν μια υποχρεωτική ύπαρξη για να εκμαιεύσει κάποια δάκρυα από το θεατή και όχι για να λειτουργήσει ως αυθύπαρκτος χαρακτήρας με νόημα.

Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία γεμίζουν τα κενά με μετριότητα. Διάφορες υποπλοκές όπως αυτή του αστυνομικού η οποία δεν έχει κανένα νόημα εκτός του να αποτελέσει ένα αχρείαστο plot twist και να αφήσει υποσχέσεις για τη δεύτερη σεζόν. Όπως και το plot twist του ηλικιωμένου παίκτη στο τελευταίο επεισόδιο προκύπτει από το πουθενά –όσο και να υπάρχουν ενδείξεις από το πρώτο κιόλας επεισόδιο- και δεν προσφέρει κάτι παρά ένα τελικό λογύδριο, αναιρώντας σχεδόν και την ίδια την ουσία του χαρακτήρα του. Επιπροσθέτως, κάθε φορά που το σενάριο προσπαθεί να αγγίξει θέματα όπως το μισογυνισμό και το ρατσισμό, το κάνει με τόσο παιδιάστικο τρόπο που καταλήγει να φαίνεται κακογραμμένο και ως κάτι που υπάρχει για να υπάρχει. Η κοινωνική κριτική δεν είναι το ατού του Squid Game.

Όλα πάνε χάλια, καλύτερα να αλληλοσφαζόμαστε


Μιλώντας για τις κοινωνικές προεκτάσεις του σεναρίου, εκεί εντοπίζεται και το μεγαλύτερό μου πρόβλημα. Η συγκεκριμένη θεματολογία κατά κόρον αξιοποιείται για να ασκήσει μια κοινωνική κριτική περί της ηγεσίας η οποία προβάλλει την τιμωρία σαν ποπ θέαμα. Στο Battle Royale (και το Hunger Games), η κυβέρνηση θεμελιώνει η ίδια την αλληλοσφαγή στα όποια προγράμματα και ο κόσμος γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Εδώ όχι μόνο δεν υφίσταται αυτό (η αστυνομία μάλιστα εμφανίζεται ως ανίκανη παρά ως μέτοχος αυτής της κτηνωδίας), αλλά όλα υποκινούνται από μια μυστηριώδη, αινιγματική ελίτ που ανταποκρίνεται στα αφηγήματα των Qanon περί ηδονιστών σεχταριστών. Και εν τέλει, η νίκη στο παιχνίδι δε φέρνει την αλλάγή, αλλά αυτό που τονίζεται πεσιμιστικά στο δεύτερο επεισόδιο ότι «όλα πάνε χάλια, καλύτερα να αλληλοσφαζόμαστε», επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Foucault περί του ότι δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση γιατί αυτή θα ξαναφέρει μια άλλη μορφη εξουσίας. Μόνο που εδώ η εξουσία δε θα αλλάξει και θα παραμείνει ανέγγιχτη (μέχρι να βγει η δεύτερη σεζόν).

Και εν τέλει αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα της σειράς: το επιμύθιο της. Στο κλείσιμό της καγχάζει πως είτε πλούσιος είσαι είτε φτωχός, αν δεν ξέρεις να ζεις τη ζωή σου, τα λεφτά δεν έχουν νόημα και ενδιάμεσα να περάσει και κάποια «φιλάνθρωπα» μηνύματα με έμφαση στην ενδοοικογενειακή αγάπη. Εν έτει 2021, σε έναν κόσμο που ζει μια ακόμα οικονομική κρίση, που άπειρος κόσμος ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, που η ταξική διαφορά είναι εμφανής και η ανεργία καλπάζει, μια τέτοια κουβέντα ακούγεται φιλελεύθερα πρόστυχη. Μείνε φτωχός μωρέ και μάθε να ζεις, μην αλλάζεις τίποτα, πέθανε στην ψάθα αλλά αγάπα την οικογένεια σου ε. Αυτό σε συνδυασμό με την «ανώνυμη ελίτ» που κάνει κουμάντο δείχνει πως κοινωνικά είναι τουλάχιστον προβληματική ως σειρά, ακόμα και σε πλαίσια μυθοπλασίας και δεν επιθυμεί τη ρήξη παρά μόνο ως cliffhanger.

Είναι λόγος τα παραπάνω για να μη δει κανείς το Squid Game; Τουναντίον, είναι μια υποκειμενική ανάγνωση μιας υπερεπιτυχημένης σειράς. Κάποιος άλλος ενδέχεται να δει άλλα, πολύ πιο όμορφα και αισιόδοξα πράγματα σε αυτήν ή να αγνοήσει όλο αυτό το φάσμα και να απολαύσει μια καλογυρισμένη και εύπεπτη (ακόμα και μέσα στην αιματοχυσία της) σειρά. Δείτε την και βγάλτε τα δικά σας νοήματα. Απλά σε αυτήν την επίσκεψη στην ψαροταβέρνα, όσο εσείς καταβροχθίζετε τα καλαμαράκια σας, αφήστε με να είμαι ο ξενέρωτος που παρήγγειλε μπιφτέκια.

Τελευταία