Αρχική ΤΕΧΝΕΣΘΕΑΤΡΟΔράμα, μεταδράμα και «Μία μέρα πριν»

Δράμα, μεταδράμα και «Μία μέρα πριν»

📷 Δημήτρης Τζώρτζης

Την παράσταση την είδα την Τετάρτη, για δεύτερη φορά, και πριν πω για τα στοιχεία που βρήκα διαφορετικά, θεωρώ προτιμότερο να «ξεκινήσουμε» έναν διάλογο που επαφίεται στην ουσία αυτού που μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος στην παράσταση «Μία μέρα πριν».

Έχει καθιερωθεί στη συνείδηση μας με τον όρο «δράμα» να περιγράφουμε κάποιο έργο στο οποίο η θλίψη κυριαρχεί. Η αλήθεια όμως είναι διαφοροποιείται αρκετά, αφού ακόμα και ετυμολογικά αν το προσεγγίσουμε, είναι παράγωγο του ρήματος δράω-ω, το οποίο σημαίνει «πράττω». Για να καταλάβουμε τη σημασία των παραπάνω, θα πρέπει να γυρίσουμε αιώνες πίσω, στις ημέρες του Αριστοτέλη. Εκείνη την περίοδο άλλωστε, πρωτοεμφανίζεται και η θεατρική μάσκα με τον διττό συμβολισμό. Το χαμόγελο αποτελεί σύμβολο της μούσας την κωμωδίας, Θάλεια, ενώ ο κλαίων μορφασμός, τη Μελπομένη, μούσα της τραγωδίας.

Επί της ουσίας, δράμα είναι η απεικόνιση φανταστικών ή πραγματικών γεγονότων μέσω του γραπτού λόγου (πεζός ή ποίηση) ή απεικόνιση αυτών (των γεγονότων) στη σκηνή, την τηλεόραση κοκ.. Δεν επιλέγω τυχαία αυτήν την εισαγωγή, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με το μεταδράμα ή μετά-δράμα αν προτιμάτε, των Ιώ Αρματά (κείμενο) και Τάσου Φραγκιά (σκηνοθεσία).

Εδώ τα πράγματα ενώ φαίνεται να είναι πιο μπλεγμένα αρχικά, ο καθηγητής θεατρολογίας, Patrice Pavis βοηθά στο να ξεδιαλύνουμε την κατάσταση. Θεωρεί ότι ο όρος “metadrama” αν και συναντάται συχνά, εμπεριέχεται στην ουσία στο σύνολο της ιστορίας του θεάτρου. Επίσης νομίζω ότι δώσει την καλύτερη περιγραφή/ορισμό που μπορεί να βρει κάποιος, όταν το είχε περιγράψει ως το «το ίδιο το θέατρο, που «μιλά» κατά συνέπεια για τον εαυτό του κι «αυτοπαρουσιάζεται»».

O Richard Hornby, επίσης καθηγητής πανεπιστημίου, στο σύγγραμμά του, Drama, Metadrama and Perception, έρχεται να δώσει έναν ορισμό του μεταδράματος, ως το «Το μεταδράμα μπορεί να οριστεί ως το δράμα εντός του δράματος· συμβαίνει κάθε φορά που το θέμα ενός έργου τείνει να είναι, κατά μια έννοια, το ίδιο το δράμα.».   

Έχει σημασία να «θεσπίσουμε» το πρίσμα υπό το οποίο θα εξετάσουμε την παράσταση, αφού υπάρχουν έντονες αλλαγές στη δομή της, οι οποίες έρχονται να υπηρετήσουν έναν σκοπό πολύ συγκεκριμένο. Στην πρώτη εκδοχή της παράστασης, το μήνυμα ήταν πολύ πιο δυσδιάκριτο και έδινε περιθώριο στον θεατή να ερμηνεύσει με τη δική του συλλογιστική τόσο τον πυρήνα του μηνύματος, όσο και τα επιμέρους στοιχεία βάσει των οποίων ξεδιπλωνόταν μπροστά του. Αν και με είχε εντυπωσιάσει αυτή η «θολούρα» την πρώτη φορά, πλέον, θεωρώ τη δεύτερη εκδοχή πληρέστερη.

Το κύριο μήνυμα του έργου έχει «αναδύεται» επιβλητικό εξ αρχής, δε «σερβίρεται και στο πιάτο», όμως, είναι σαφές και θέτει τη βάση πάνω στην οποία θα ξεδιπλωθούν μέσω των χαρακτήρων τα στοιχεία του μεταδράματος. Ένας σκοπός που επίσης εξυπηρετεί η άμεση παρουσίαση της δραματουργικής βάσης, είναι η ταύτιση και η επικοινωνία σε πρώτο της παράστασης με το κοινό. Αυτό που όμως αποτελεί ασύγκριτο πλεονέκτημα του «Μία μέρα πριν» είναι οι θεματολογική ποικιλία των μηνυμάτων του, τα οποία από τη μία δένονται περίτεχνα μεταξύ τους, από την άλλη όμως «απλώνουν» σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατο να μην αγγίξουν κάποια πλευρά του θεατή.

Έχουμε την εισαγωγή και ενός νέου χαρακτήρα, αυτού που ενσαρκώνει ο Αλέξανδρος Κουφαδάκης. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για έναν χαρακτήρα, αλλά για τρεις-τέσσερεις διαφορετικούς, οι οποίοι μοιάζουν, σε κάποιο βαθμό, με τις ερινύες. Ο τρόπος που εναλλάσσονται είναι ολιστικός, αφού πέραν του ύφους που διαφοροποιείται, αλλάζει και η κίνηση θεαματικά. Τη θέση του Ερνέστο Βουτσινά έχει πάρει ο Γιώργος Πέππας, ο οποίος εκτελεί τον ρόλο διαφορετικά και λόγου σεναρίου αλλά και καλλιτεχνικής προσέγγισης. Νομίζω ότι η μεγάλη διαφορά των δύο ηθοποιών έγκειται στην πίστη τους στον ρόλο και στη χημεία τους με αυτόν. Δεν τίθεται θέμα ικανότητας και αυτό είναι σαφές, όμως ο δεύτερος αγκαλιάζει περισσότερο τον ρόλο του και αυτό βοηθά στην αλληλεπίδραση του χαρακτήρα του με αυτόν της Βίκυς Μπολόση. Ακόμα μία αλλαγή βλέπουμε στο πρόσωπο της Φωτεινής Βασιλειάδου, η οποία προσφέρει τον καλύτερο μονόλογο της παράστασης σε μία σκηνή έργο τέχνης από κάθε άποψη.

Η αλλαγή του χώρου από την άλλη, έχει δύο όψεις. Στα πλην της η απουσία του παιχνιδιού των σκιών που είδαμε στον πρώτο γύρο προβολών και, προσωπικά, μου έλειψε τα μάλα, αφού την είχα βρει ευφυέστατη ιδέα. Από την άλλη όμως, ο τωρινός χώρος, διευκολύνει τη διάδραση των ηθοποιών με το κοινό. Αυτό συμβαίνει και επειδή η απόσταση κοινού-ηθοποιών έχει μικρύνει σημαντικά και επίσης, το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές πρέπει να στρέφουν το βλέμμα τους μία δεξιά και μία αριστερά, δυναμώνει τον μεταξύ τους δεσμό, αφού σε κάθε απότομο γύρισμα του κεφαλιού των ηθοποιών, οι θεατές ξαφνικά ένιωθαν μέρος της «μυσταγωγίας» που συντελούταν μπροστά τους.

«Μία μέρα πριν», εκεί στον σταθμό της Ξεχασμένης, εκεί που βλέπεις τα ξέφτια του χρόνου, εκεί που έρχεσαι αντιμέτωπος με εσωτερικές αναζητήσεις και ταυτίζεσαι με κάποιες που δεν ήξερες ότι υπήρχαν εντός σου. Εκεί όπου η τέχνη του θεάτρου παρουσιάζεται σε μία άκρως avant-garde εκδοχή της και κάνει το δικό της ταξίδι, γιατί μπορεί να αγγίζει καλά «κλειδωμένες» πτυχές του κοινού της, ωστόσο το ταξίδι της είναι ανεξάρτητο και αυτή είναι η συνολική ομορφιά του έργου. 

Τελευταία