Halloween Kills - Κριτική

Όταν είχε ανακοινωθεί το Halloween του 2018 δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία. Σκεφτόμουν πως θα έχουμε άλλο ένα remake και πόσο έχει κουράσει αυτή η φάση μέσα στα χρόνια. Όταν όμως είδα ότι θα το σκηνοθετήσει ο David Gordon Green και θα αποτελεί την άμεση συνέχεια του αριστουργήματος του John Carpenter, διαγράφοντας όλα τα sequel, δεν μπορούσα παρά να πάω πρώτη μέρα να το δω. Το αποτέλεσμα δεν απογοήτευσε και μας έδωσε επιτέλους ένα σύγχρονο slasher που απαιτούσε και άξιζε την προσοχή μας.

Είμαι ο μόνος άνθρωπος που γνωρίζω να συγκαταλέγει τον David Gordon Green στους αγαπημένους του σκηνοθέτες. Είναι ένας δημιουργός με περιόδους. Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν από την κωμική του περίοδο, βασικά γνωρίζουν κι αγαπάνε το Pineapple Express χωρίς να ξέρουν τον ίδιο. Ξεκίνησε την καριέρα του με κάποια σκληρά indie δράματα, δύο εκ των οποίων, το George Washington και το Undertow βρέθηκαν στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς τους από τους θρυλικούς κριτικούς Siskel And Ebert.

Μετά την κωμική του περίοδο, επέστρεψε στα δυνατά δράματα χαρακτήρων με το Joe σε συνεργασία με τον Nicholas Cage να ξεχωρίζει αλλά και με το Prince Avalanche που είναι μέσα στις πέντε αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών. Όπως δείχνουν τα στοιχεία έχει μπει πλέον στην horror περίοδο του, καθώς μετά την επόμενη και τελευταία ταινία Halloween θα κάνει ανάλογο retcon στο franchise του Exorcist αλλά και θα σκηνοθετήσει την πρώτη σειρά Hellraiser. Είμαι εδώ για να σας πω ότι ξέρει πολύ καλά τι κάνει και σ’ αυτό το genre.

Η ταινία πιάνει ακριβώς από το τέλος της προηγούμενης με την τραυματισμένη, από την τελική μάχη με τον Michael Myers, Laurie Strode (Jamie Lee Curtis) να πηγαίνει στο νοσοκομείο με τις κόρες της Karen (Judy Greer) και Allyson (Andi Matichak). Πυροσβεστικά οχήματα περνάνε δίπλα τους προς την πυρκαγιά όπου ήλπιζαν πως θα εξαφανιστεί ο Myers κι αυτές φωνάζουν απελπισμένες να σταματήσουν.

Στη συνέχεια έχουμε ένα flashback που δείχνει πως τελείωσε η νύχτα του 1978, με τον Michael Myers να επιστρέφει στο σπίτι που σκότωσε την αδελφή του και τον αστυνόμο Hawkins (Thomas Mann στο flashback, Will Patton στο σήμερα) να αποτυγχάνει να τον σταματήσει, σκοτώνοντας άθελα του τον συνεργάτη του. Αυτή η σεκάνς παραλληλίζει τα δύο φονικά, της αδελφής και του αστυνόμου, την τελετουργία του αίματος που πρέπει να χυθεί στο σπίτι που καθόρισε την ζωή του Michael. Δίνει τη βάση και βάζει την ιδέα του άφθαρτου δολοφόνου μας ως ένα κτήνος. Ένα κτήνος που λειτουργεί με βάση το ένστικτο κι ενσαρκώνει το απόλυτο κακό.

Μετά τους τίτλους αρχής -όπου ακούμε για άλλη μια φορά το ανατριχιαστικό μουσικό θέμα του John Carpenter- επιστρέφουμε στους επιζήσαντες της νύχτας του ’78, με τον Tommy Doyle (Anthony Michael Hall), που επιβίωσε τον Michael σαν παιδί να μαζεύει την μικρή πόλη του Haddonfield σε υπενθύμιση της τραγικής βραδιάς χωρίς να γνωρίζει ακόμα ότι επαναλαμβάνεται. Είναι το μεγάλο θεματικό άνοιγμα που κάνει η ταινία, να πάει πέραν από τη Laurie, να δείξει το συλλογικό τραύμα και αντίδραση μιας κλειστής κοινωνίας απέναντι στην ασύμμετρη απειλή.

Από την αρχή της ταινίας ο τόνος είναι βαρύς και παρόλο που θα έχει κάποιες μεταβολές, αυτή είναι η άγκυρα του. Τα φονικά που θα δούμε στην οθόνη είναι ωμά, άψυχα και προσπαθούν να κάνουν τη μεγαλύτερη ζημιά σε κάθε θύμα. Δεν μπορείς να διαπραγματευτείς με κάποια λογική από πίσω τους. Ο Michael παρουσιάζεται σαν ένα στοιχείο της φύσης που αποπνέει μηδενισμό.

Θεωρώ πως είναι το σημαντικότερο παιχνίδι που είχαν να κερδίσουν αυτές οι καινούργιες ταινίες Halloween παίρνοντας την σκυτάλη απ’ το πρωτότυπο όπου ο Michael απλά δεν σταματάει να έρχεται και ναι, στο Kills αυξάνεται κατακόρυφα η βία κι αυτή η αίσθηση γύρω απ’ τον serial killer. Είχα πολύ καιρό να σφιχτώ σε κινηματογραφικούς θανάτους και το Kills το κατάφερε και με το παραπάνω.

Ο Gordon υπηρετεί αυτό το στοιχείο και το υπόλοιπο σενάριο με μια πολύπλευρη σκηνοθεσία. Παρόλο που η saturated μεγάλων αντιθέσεων φωτογραφία και η πάντα ανατριχιαστική μουσική του Carpenter αποτελούν ξεκάθαρα δύο πυλώνες στους οποίους πατάει, δοκιμάζει αρκετά πράγματα.

Έχουμε μεγάλης διάρκειας πλάνα όταν θέλει να τραβήξει την αγωνία, χρήση βάθος πεδίου με οικονομία δίνοντας περισσότερη πληροφορία άμεσα, ουκ ολίγο παράλληλο μοντάζ κι ακόμα και πλάνα που αναφέρονται κατευθείαν στην πρώτη ταινία. Φροντίζει δε και να μας δείξει κάθε φονικό κατάμουτρα χωρίς να κρύψει τίποτα, καίρια για την προαναφερθείσα αποτελεσματικότητα.

Ο ρυθμός που δημιουργείται τελικά είναι κάπως άστατος που όμως ταιριάζει στην εναλλαγή της εστίασης ανάμεσα στους πολλούς χαρακτήρες και καταστάσεις. Εν τέλει υπηρετεί και τις πολλαπλές διαστάσεις της ταινίας. Την αβάσταχτη σκληρότητα, τις πιο camp στιγμές και ηλίθιες αποφάσεις που θα πάρουν οι χαρακτήρες σε κάθε slasher αλλά και την κοινωνική διάσταση.

Στο τελευταίο όμως είναι και που η ταινία παραπατάει ακριβώς στο μέσον της διάρκειάς της. Εκεί έχουμε μια σεκάνς που όλο το νοσοκομείο αμπαρώνεται περιμένοντας την άφιξη του Michael. Τελικά δεν γίνεται ακριβώς αυτό και παρά τις καλές προθέσεις της σεκάνς, να μας δείξει το χειρότερο πρόσωπο της ψυχολογίας του όχλου, όλα πάνε στραβά.

Οι διάλογοι φτάνουν οριακά το cringe κι είναι σαν να επηρεάζονται οι ηθοποιοί, χαλάνε κι οι ερμηνείες ή ο Green δεν ήξερε ακριβώς πώς να κατευθύνει αυτό το κομμάτι. Σε μια ταινία που καθ’ όλη την υπόλοιπη διάρκεια της μου έδενε το στομάχι κόμπο, για περίπου δέκα λεπτά αναρωτιόμουν τι στα κομμάτια βλέπω και πως μπορεί να φαίνεται τόσο παράταιρο αυτό το κομμάτι.

Αποζημιωνόμαστε από το φινάλε όμως όπου έχουμε τη σύμπραξη των ετερόκλητων στοιχείων. Η υπερφυσικότητα του Michael, η διαλυμένη μικρή κοινωνία, η υπόσχεση της Laurie για την τελική τους αναμέτρηση του χρόνου στο Halloween Ends. Σίγουρα το Kills δεν είχε την αρτιότητα του Halloween 2018 αλλά δεν παύει να είναι ένα αξιότερο πολλών άλλων sequel και μια από τις αποτελεσματικότερες ταινίες τρόμου των τελευταίων ετών.

Rating:

Χώρα: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο
Έτος: 2021
Χρώμα: 'Εγχρωμο
Σκηνοθεσία:
David Gordon Green
Πρωταγωνιστούν: NJudy Greer, Anthony Michael Hall, Jamie Lee Curtis
Διάρκεια: 105'

Τελευταία