Katatonia - City Burials

Είναι κοινό μυστικό μεταξύ του κύκλου μου, ότι ένα από τα δύο πράγματα με τα οποία έχω μεγαλώσει μουσικά, είναι ο έντονα καταθλιπτικός “μοναξιά σε λα μινόρε” progressive (metal) ήχος. Εκ του ασφαλούς λοιπόν, οι Katatonia είναι από τα πρώτα συγκροτήματα που με κέρδισαν, τα αγάπησα και συνέχισα να αγαπώ και να ακολουθώ στενά καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας τους. Είναι το πρώτο συγκρότημα για το οποίο έκανα κοπάνα από το σχολείο για να πάω το προηγούμενο βράδυ σε συναυλία τους. “Come sit with me at the bar” λοιπόν να πούμε δύο λόγια για αυτήν εδώ την κυκλοφορία.

Είναι 28 Φεβρουάριου και σε ένα από τα τελευταία live που είδαμε πριν την καραντίνα, έχω δώσει ραντεβού με την παλιοπαρέα, με την οποία δίνουμε κάθε φορά ραντεβού στις συναυλίες των Katatonia. Κι ενώ έχουμε συγκυριακά χαθεί ο ένας από τη ζωή του άλλου εξακολουθούμε να βρισκόμαστε. Κι ενώ έχουν αλλάξει πολλά, πολύ λίγα έχουν αλλάξει σε σχέση με το δέσιμο που έχουμε με τη μουσική τους. Δέκα χρόνια μετά την πρώτη φορά που τους είδαμε στο Gagarin. Πολλά όμορφα πράγματα συνέβησαν εκείνο το βράδυ, αλλά δεν έχουν θέση εδώ. Θα σταθώ, στη διαδρομή προς τα εκεί, όπου μέσα στον ηλεκτρικό ακούω κατ’ επανάληψη το πρώτο single του City Burials, “Lacquer” που μόλις έχει κυκλοφορήσει.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα του συγκροτήματος, η αγγελική και αναλλοίωτη από το χρόνο φωνή του Jonas Renkse, απαγγέλει ένα παραμύθι σκληρής πραγματικότητας, πάνω από μία ονειρική μελωδία, και προς ευχάριστη έκπληξη μου, ηλεκτρονικά περάσματα, κι ένα ελάχιστα δυνατό ξέσπασμα στο ρεφρέν του. Δε ξέρω τι να περιμένω από το νέο δίσκο. Το προηγούμενο “Fall of hearts” αποτελεί τη λιγότερο αγαπημένη μου κυκλοφορία τους, ενώ το αμέσως πίσω, “Dead end kings”, είναι (ναι, θα το πω) η αγαπημένη μου. Ταυτόχρονα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε και μία δουλειά που έρχεται έπειτα από μερικά δύσκολα χρόνια για τους Katatonia, εντός των οποίων συνέβη και μια ετήσια διακοπή και αβεβαιότητα σε σχέση με το μέλλον τους, που ευτυχώς δε διήρκησε για πολύ καιρό.

Η αλήθεια είναι πως έχω μπερδευτεί αρκετά. Το “City Burials” σίγουρα έρχεται να βάλει τη δική του σφραγίδα, φέροντας πέρα ως πέρα την ταυτότητα των Katatonia, ενώ ταυτόχρονα δεν εμπίπτει στη διαδικασία να αντιγράφει ή να προσπαθεί να γίνει κάποια άλλη κυκλοφορία τους. Εμφανώς απομακρυσμένο από την πιο ήρεμη και άκρως μελαγχολική προσέγγιση του “Fall of hearts”, το “City Burials” έρχεται να μας δώσει την απόδειξη ότι οι Katatonia είχαν ένα πολύ δυνατό χαρτί πάντοτε στις τσέπες τους. Ήξεραν να γράφουν metal μουσική, και να την προσαρμόζουν πάντα στο σύγχρονο, όντες ταυτόχρονα πρωτότυποι αλλά και αληθινοί απέναντι στις καταβολές του ήχου τους, με μία συνεχή πρόοδο την οποία η συγκεκριμένη κυκλοφορία δε στερείται.

“In times of surrender, I am shedding my scars, I am sick, but I was set for the stars”, τα πρώτα λόγια του Renkse στο εισαγωγικό “Heart set to divide”, ένα καθ’ όλα κλασσικό κομμάτι Katatonia που προϊδεάζει ότι η πρώτη γεύση που άφησε το “Lacquer” εν τέλει δε χαρακτηρίζει το δίσκο στην ολότητά του. Μαζί τους, στην πρώτη πεντάδα του City Burials, έχουμε και το “Rein”, όπως και τα “Behind the blood” και “The winter of our passing”, με τα δύο τελευταία να αποτελούν τόσο τα άλλα δύο προς το παρόν singles του δίσκου όσο και -κατά τη γνώμη μου- σοβαρές προσθήκες στη λίστα των τραγουδιών που έχουν ανυψώσει τους Katatonia στο λειτούργημα που επιτελούν καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας τους. Τους επίσημους βάρδους της μελαγχολίας μας, δηλαδή.

Συνεχίζουμε σε ένα πιο ήρεμο και ονειρικό πέρασμα με τα κομμάτια “Vanishers” και “City Glaciers”, τα οποία θα δώσουν το χώρο στο “Flicker” να παρουσιάσει σε ένα δυνατό μονόπρακτο όλες αυτές τις prog λεπτομέρειες που εξυψώνουν τους Katatonia, με τους κρουστούς ρυθμούς του Moilanen και τις μελωδίες του Nyström να κλέβουν την παράσταση. Κι αυτές οι πασούλες συνεχίζονται, καθώς η σχεδόν απαγγελία του “Lachesis” από τον Renkse μεταβαίνει στο ιδιαίτερα groovy για τον ήχο “Neon epitaph” και το “Untrodden”, μια γλυκιά -σχεδόν- μπαλάντα στην αρχή της που ολοκληρώνεται με ένα ψυχοπονιάρικο και heavy riff από τον Nyström. Ιδανικός επίλογος σε όλα αυτά, το διπολικό “Fighters”, είναι τόσο progressive όσο ταυτόχρονα είναι και heavy metal, περιγράφοντας και σκιαγραφώντας ακριβώς ότι είναι οι Katatonia τόσο καιρό.

Το μπέρδεμα που εντοπίζεται όμως; Το City Burials, ενώ είναι γεμάτο εκπληκτικά κομμάτια, έχει κάτι στη ροή του που δεν κολλάει σωστά, κάτι που νομίζω ότι όλο αυτό το εκπληκτικό musicianship το αποδυναμώνει. Όπως έχω ήδη πει ωστόσο, αν και υπάρχει μία αδυναμία στην ατμόσφαιρα του σαν σύνολο, έχει φέρει πάλι τον ήχο του συγκροτήματος σε μία ισορροπία. Ο metal ήχος είναι πάλι εδώ, τα φωνητικά του Jonas Renkse δεν έφυγαν ποτέ αλλά πλαισιώνονται και πάλι δυναμικά από τη μουσική των Katatonia. Σίγουρα δεν είναι η απρόσμενα εξαιρετική κυκλοφορία που θα μπορούσαν να δώσουν οι Katatonia, είναι όμως ένας δίσκος γεμάτος υπέροχα κομμάτια. Αν το παραλλήλιζα με βιβλίο, θα στεκόταν καλύτερα σα συλλογή διηγημάτων παρά σαν ένα μυθιστόρημα.

Rating:

7.5


Εταιρεία: Peaceville
Genre: Progressive Rock/Progressive Metal/Heavy Metal
Παραγωγός: Jonas Renkse, Anders Nyström
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 24/04/2020

Band links: Katatonia, Facebook