Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑCAPE FEAR: Όταν ο Scorsese ούρλιαξε. . . f*ck it

CAPE FEAR: Όταν ο Scorsese ούρλιαξε. . . f*ck it

Το αρχικό Cape Fear του 1965 του J. Lee Thompson με πρωταγωνιστές τους Gregory Peck και Robert Mitchum ήταν ένα στιβαρό θρίλερ που λειτουργούσε άψογα στο να πραγματευτεί τις θεματικές περί φαυλότητας του αμερικανικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης που βρίσκουμε στο βιβλίο του John D. Macdonald, The Executioners στο οποίο και βασίστηκε η ταινία. Ως ταινία το έργο του Thompson αποτελούσε μια αρκετά ντόμπρα προσπάθεια να ψυχαγωγήσει το κοινό ενώ ταυτόχρονα να καταδείξει τα διάφορα «παραθυράκια» στο αμερικανικό ποινικό σύστημα. Ταυτόχρονα είχε την αξίωση να έχει το πρωταγωνιστικό δίδυμο Peck-Mitchum με τον δεύτερο να έχει την ίδια ζοφερή γοητεία που είχε στο εξαιρετικό The Night of The Hunter.

Το remake του Martin Scorsese είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Βλέπετε, είναι εμφανές παρακολουθώντας την ταινία του 1991 ότι ο Scorsese δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον στο να προσφέρει μια αξιομνημόνευτη και βάσιμη κριτική της κοινωνίας. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι ιδέες που διαπνέουν τόσο το βιβλίο όσο και την ταινία του ’65 δεν βρίσκονται εδώ. Απλά θίγονται αμυδρά. Με ένα τρόπο επιφανειακό. Ρηχό σχεδόν.

Στο Cape Fear του o Scorsese δεν αποσκοπεί στο να συντάξει μια βαθυστόχαστη κριτική της κοινωνίας. Αν μη τι άλλο μαζί με το After Hours ίσως να είναι η ταινία του σκηνοθέτη που δεν έχει κάτι το ουσιώδες να πει. Το μόνο που θέλει ως auteur στην περίπτωση αυτή είναι να διασκεδάσει. Και αυτό το κατορθώνει με περισσή χάρη. Ως έργο το Cape Fear ξεχειλίζει με στυλ. Είναι η πιο στυλιζαρισμένη προσπάθεια του δημιουργού. Η γοργή ροη των δυο ωρών που διαρκεί η ταινία είναι γεμάτη μεθυστικών καρέ των οποίων η κινηματογράφηση του Freddie Francis προσδίδει μια ατμόσφαιρα όχι ανόμοιας εκείνης του κινηματογράφου των παλαιοτέρων χρονών, αυτού που γαλούχησε τον Scorsese.

Το ιλιγγιώδες και σχεδόν ρυθμικό μοντάζ της μακροχρόνιας συνεργάτιδας του σκηνοθέτη, Thelma Schoonmaker δίνει την εντύπωση ότι η βετεράνος editor βρίσκονταν υπό την επήρεια speed. Η δομή της ίδιας της αφήγησης αποδίδει σε κάθε σκηνή φόρο τιμής σε θρίλερ του είδους. Η πλοκή κινείται σε γνώριμα μονοπάτια. Δεν θέλει πιάσει απροετοίμαστο τον θεατή αλλά να τον εθίσει στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο θεατής ενδεχομένως να σοκαριστεί ανά σημεία. Αλλά σίγουρα δεν θα μπορέσει να σταματήσει να κοιτά την οθόνη. Και αυτό οφείλεται κυρίως στον τρόπο που ο ιταλοαμερικανικός auteur καθοδηγεί τους ηθοποιούς του, κυρίως δε τους δυο πρωταγωνιστές του.

Οι Nick Nolte και Robert De Niro απολαμβάνουν κάθε στιγμή της σκηνικής τους παρουσίας. Οι ερμηνείες τους αγγίζουν τα όρια της καρικατούρας ουκ ολίγες φορές αλλά ποτέ δεν ξεπερνούν τα όρια. Χαρακτηρίζονται από μια μεστότητα που είναι αρκετή αφενός για να ψυχαγωγήσει το κοινό και αφετέρου να ανορθώσει την ανά σημεία αδύναμη σκιαγράφηση των χαρακτήρων από πλευράς σεναρίου.

Ο De Niro δημιουργεί έναν ψυχοπαθή απειλητικό αλλά και άπειρα γοητευτικό. Πέραν από την ομολογουμένως εντυπωσιακή σωματική μεταμόρφωση στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό του για τις ανάγκες του ρόλου, ο Max Cady του De Niro είναι ένας ανθρώπινος οδοστρωτήρας. Ένας δαίμονας που διαφθείρει όποιον πλησιάζει και τον χειραγωγεί με άνεση. Θύματα αυτής της χειραγώγησης είναι και οι ίδιοι οι θεατές. Παρά τα καταχθόνια εγκλήματα του χαρακτήρα σε μερικά σημεία ο θεατής θα βρει τον εαυτό του να νιώθει μια κάποια συμπάθεια για τον Cady. Και για αυτό ακριβώς η ερμηνεία του De Niro είναι αριστουργηματική και αποτελεί την ραχοκοκαλιά του έργου.

Όμως και ο Nolte δίνει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία ως ένας άτυπος ήρωας. Δεν είναι καλύτερος άνθρωπος από τον Cady. Είναι ένας γλοιώδης και ανήθικος δικηγορίσκος. Είναι επίσης ένοχος για αμέτρητα εγκλήματα. Απλώς έτυχε να ευτυχήσει αφού η δράση του καλύπτονταν υπό το πέπλο του νόμου. Ο τρόπος που εν τέλει λυγίζει υπό την πίεση και βυθίζεται στην παράνοια είναι αξιοθαύμαστος. Η ερμηνεία του ηθοποιού είναι μαγευτική και σίγουρα αρμόζει της ίδιας προσοχής με εκείνης του συμπρωταγωνιστή του. Αξια αναφοράς είναι και η νεαρή Juliette Lewis η οποία μας δίνει μια ειλικρινή χαρακτήρα της οποίας η έμφυτη καλοσύνη προσπαθεί να «αντέξει» και να μην «σπάσει» υπό την ανίερη επιρροή τόσο του πατέρα της όσο και του Cady, του οποίου η χαρισματική προσωπικότητα την ελκύει.

Σαφώς το Cape Fear δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Scorsese. Αλλά ούτε και προσπαθεί να είναι. Είναι μια χαοτική συμφωνία που κατορθώνει να λειτουργήσει σε αρμονία. Μια ιστορία που θέλει να αιχμαλωτίσει τον θεατή ώστε να μη σκέπτεται παραπάνω από όσο χρειάζεται. Κατορθώνει να είναι τρομακτική, αγωνιώδης αλλά και αστεία με μια ανεξήγητη άνεση. Είναι πραγματικά μια ταινία που ο σκηνοθέτης ήθελε ένα μόνο πράγμα το οποίο κατορθώνει. Ο Scorsese σπάει πλακά γελώντας σαν μανιακός και εμείς τον χειροκροτούμε.

ΧΩΡΑ: ΗΠΑ

ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡΩΜΟ

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: MARTIN SCORSESE

ΗΘΟΠΟΙΟΙ: ROBERT DE NIRO, NICK NOLTE, JULIETTE LEWIS

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 128’

Τελευταία