Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΤρεις προτάσεις από το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Τρεις προτάσεις από το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

17/11/2021

Ύστερα από την διεξοδική κάλυψη των Νυχτών Πρεμιέρας ήμασταν αρκετά απασχολημένοι. Είδαμε ταινίες που δεν προλάβαμε στο Φεστιβάλ, τα must της σαιζόν, είχαμε καινούργια ταινία της Marvel, είδαμε από δυο τρεις φορές ο καθένας το Dune κι αυτά δεν είναι ούτε τα μισά. Συνεπώς μια αντιστοίχως διεξοδική κάλυψη του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν αδύνατη.

Παρόλα αυτά, παρακολουθώντας την κάλυψη του εξ αποστάσεως, δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο να κάνουμε κάποιες προτάσεις, έστω κατόπιν εορτής. Με την ευκολία της ψηφιακής πλατφόρμας του Φεστιβάλ λοιπόν, σας παρουσιάζουμε σήμερα τις ταινίες που μας έκαναν περισσότερη εντύπωση. Τρεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες αλλά εξίσου συγκλονιστικές για τους τρεις γράφοντες.

"Wild Indian" του Lyle Mitchell Corbine Jr.

Το Wild Indian του Lyle Mitchell Corbine Jr. είναι μια σκληρή ταινία. Αρχικά είναι ένα ιδιοφυές όσον αφορά την δομή του θρίλερ. Η δυναμική σκηνοθεσία του Corbine σε συνδυασμό με την ατμοσφαιρική κινηματογράφηση του Eli Born πλέκουν με μαεστρία ένα αίσθημα έντασης και παράνοιας που διαπνέει την ταινία από την αρχή έως το τέλος. Όμως η ωμότητα του έργου δεν οφείλεται τόσο στον τρόπο που στήνει τον «τρόμο» όσο στο πως χειρίζεται τις θεματικές που πραγματεύεται.

Ο σκηνοθέτης δεν καταφεύγει σε φτηνά αφηγηματικά κόλπα με στόχο τον εντυπωσιασμό. Αν μη τι άλλο η πιο ανορθόδοξη επιλογή στην δομή της πλοκής είναι το γεγονός ότι επιλεγεί να την παρουσιάσει γραμμικά. Ο θεατής γνωρίζει όσα χρειάζεται να γνωρίζει. Ο δημιουργός επιλέγει να εστιάσει στον τρόμο που βιώνουν οι ίδιοι οι χαρακτήρες και κατά συνέπεια να ωθήσει τον θεατή να αισθανθεί την πνευματική οδύνη των πρωταγωνιστών. Σε κανένα καρέ ή πλάνο δεν μπορεί να επαναπαυτεί το κοινό. Κάθε σεκάνς δημιουργεί την αίσθηση ότι κάποια αόρατη απειλή πλανάται γύρω από τους χαρακτήρες. Οι προσωπικοί δαίμονες τους βρυχώνται, έτοιμοι να δραπετεύσουν.

Οι Michael Greyeyes και Chaske Spencer είναι απίστευτοι. Οι ερμηνείες του σφύζουν τόσο από πάθος όσο κι από ερμηνευτική πειθαρχία. Οι χαρακτήρες που υποδύονται θα μπορούσαν πολύ εύκολα να γίνουν κινούμενα κλισέ. Όμως οι δυο ερμηνευτές εύλογα πετυχαίνουν μια οικονομία όσον αφορά τα συναισθήματα που θέλουν να δείξουν. Ο τρόπος που τους βλέπουμε να βυθίζονται, σταδιακά και μεθοδικά σχεδόν, στην απόγνωση και κατά συνέπεια να καταρρέουν υπό το βάρος της ίδιας τους της πίεσης, είναι συγκλονιστικός.

Οι ιδέες που τοποθετεί μέσα στην αφήγηση του ο Corbine δεν βρίσκονται εκεί ώστε να εξυπηρετήσουν ένα κάποιο κήρυγμα εις βάρος των θεατών. Κυρίως εξυπηρετούν την ανάπτυξη των ίδιων των χαρακτήρων αλλά και συμβάλλουν στην γενικότερη ατμόσφαιρα της έντασης. Ακόμη και ο τρόπος που επιλέγει να τις παρουσιάσει και ενδεχομένως να εξετάσει είναι διακριτικός. Αυτό σε κάποια άλλη περίπτωση θα ήταν κάτι το αρνητικό όμως για κάποιο ανεξήγητο λόγο εδώ λειτούργει άψογα.

Δεν βλέπουμε τόσο τις ίδιες τις θεματικές όσο τον αντίκτυπο που αυτές έχουν στους χαρακτήρες. Δεν παρακολουθούμε το πρόβλημα όσο τις πληγές που δημιουργεί αυτό στον άνθρωπο. Είμαστε μάρτυρες της ύπαρξης του «τέρατος» και όχι της «γέννησης» του. Δεν υπάρχει λύτρωση για κανέναν. Η λύτρωση για τον Corbine είναι ένα ρομαντικό ιδεώδες. Παρά την οποιαδήποτε θετική πρόοδο που κάποιος μπορεί να σημειώσει στην ζωή του, η ζοφερή απαρχή της υπάρξεως του τον καθιστά σε οποιαδήποτε περίπτωση χαμένο από χέρι.

Το δημιούργημα του Corbine είναι μια ωμη, ζοφερή και αποπνικτική εμπειρία. Δεν αποτελεί μια εύκολη θέαση. Είναι δύσκολο για κάποιον να θελήσει να την ξαναδεί μετά από την πρώτη θέαση. Είναι όμως, το λιγότερο, μια αλησμόνητη ταινία. Το Wild Indian είναι ένα από τα καλυτέρα δείγματα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, άξιο της μεγαλύτερης δυνατής προσοχής.

Σπύρος Ανδριόπουλος

 

"Mad God" του Phil Tippett

Η σημασία του καλλιτεχνικού οράματος και πώς αυτό επιτυγχάνεται είναι ένα πολύπλοκο, συχνά άβατο ζήτημα, ίσως γι’ αυτό να παραμένει βαθιά θελκτικό, σαν ακριβό πετράδι. Ίσως για τούτο το λόγο να μας τραβάει η αυτόφωτη λάμψη του όταν σκοντάφτουμε πάνω της. Για τους πιο μυημένους, η τύχη δεν παίζει τόσο ρόλο, όσο τα ονόματα πίσω από αυτά.

Ένα από αυτά είναι εκείνο του Phil Tippett. Animator από τους λίγους, βάδισε στα χνάρια του σπουδαίου Ray Harryhausen έχει παντρέψει τ’ όνομά του με πάμπολλες διαχρονικές δημιουργίες από το 1975 όταν και εντάχθηκε στην περίφημη πια Industrial Film and Light Magic του George Lucas για να συνεχίσει -πέραν του Star Wars- σε Jaws, Dragonslayer, Robocop, Willow, Jurassic Park. Η πρώτη σκηνή που δούλεψε με το Lucas ήταν η σκηνή της διαγαλαξιακής παρτίδας σκακιού ανάμεσα στον Chewbacca και τα δυο ρομπότ. Κι από τότε θα ξεκινούσε ένα μεγάλο και πανέμορφο ταξίδι που μοιάζει να συμπυκνώνεται στη σημερινή ταινία, το Mad God (ελλ. Σαλός Θεός).

Ξεκινώντας από το 1987 ως δικό του, προσωπικό project, το Mad God είναι ένα απαύγασμα της τέχνης του stop-motion, δείγμα αφενός της δυσκολίας και μαεστρίας που χρειάζεται για να στήσεις ένα ολόκληρο φιλμ επάνω σε αυτή την τεχνική κι αφετέρου της δύναμης του καλλιτεχνικού οράματος, εκείνου που σε τρώει μέχρι να το ξύσεις κι αυτό ακριβώς κάνει ο Tippett εδώ. Στήνει έναν κόσμο γεμάτο βιβλικές αναφορές, ένα καθαρό προϊόν κάποιας τρελής θεότητας, δυστοπία, τερατογενέσεις, έλλειψη ανθρωπιάς, θάνατος και σωματικά υγρά κι όλα αυτά χωρίς καθόλου διάλογο.

Από την αρχή του φιλμ, με ένα ανατριχιαστικό εντός πλαισίου αναφοράς απόσπασμα από το βιβλικό Λευιτικόν (απόσπασμα: Κατάρες για την παρακοή στο νόμο) η κοινωνία του Mad God δεν έχει συνοχή, όπως και το ίδιο το φιλμ. Αυτό φαίνεται να μην νοιάζει τον Tippett, θέλοντας να στήσει μια σειρά από πανέμορφες και συνάμα τρομακτικές εικόνες. Ενδιάμεσα, σφήνωσε και μερικές σκηνές με ηθοποιούς -εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή αυτή του σκηνοθέτη Alex Cox (Repo Man, Walker κλπ).

Η αλήθεια είναι κάπως σκοτεινότερη, μιας που το έργο ζωής του καλλιτέχνη είναι αυτό που τον έσπρωξε στο όριό του και ίσως παραπάνω. Προς το τέλος των γυρισμάτων, ο Tippett παραδέχθηκε ότι υπέστη κάποιο ψυχωτικό επεισόδιο, ενώ παράλληλα συνειδητοποίησε το βάρος μιας τέτοιας δουλειάς 30+ χρόνων. Ωστόσο, έπρεπε να φύγει από πάνω του και να μπει ένα τέλος.

Κι όπως ο μυστηριώδης ταξιδιώτης με τη μάσκα αερίων και το μακρύ παλτό περιδιαβαίνει στο φιλμ ένα σωρό παράξενες, φρικιαστικές και υπαρξιακά φορτισμένες περιοχές κι εικόνες χωρίς ν’ αποκαλύπτεται ποτέ το σχέδιό του, εντέλει ίσως αυτό να είναι το Mad God. Η δημιουργία ενός σαλού θεού όχι με κάποιο σκοπό, αλλά ως απόλυτη, καθάρια μορφή έκφρασης, με μοναδικό ενδιάμεσο τον ίδιο τον άνθρωπο.

Κώστας Χανδρινός

 

"18" του Βασίλη Δούβλη

Πέρσι για ‘μένα ήταν η χρονιά του ελληνικού σινεμά. Φέτος μπορεί να είδα το Πρόστιμο και το Digger σε αίθουσα αλλά δεν είδα άλλες ελληνικές ταινίες πέραν από κάποιες μικρού μήκουςΗ παρούσα επιλογή μου από το Φεστιβάλ όμως είναι η μία και καλή, η ελληνική ταινία που όχι απλά αρκεί αλλά με κάνει ξανά περήφανο για τον εθνικό μας κινηματογράφο.

Στο 18 του Βασίλη Δούβλη, ακολουθούμε τις ζωές κάποιον μαθητών λυκείου σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας. Απ’ αυτές τις γειτονιές που οι πατριώτες συνυπάρχουν με τους μετανάστες με όποιες προεκτάσεις έχει αυτό. Η ταινία μάλιστα διαδραματίζεται πέρσι. Συνεπώς κι ο ιός με τον οποίον προσπαθούμε να ζήσουμε κάνει την εμφάνιση του, τεντώνοντας την κοινωνική συνθήκη.

Οι βασικοί χαρακτήρες είναι ένας πιτσιρικάς που στην τσάντα του γράφει ACAB και μαζεύει φωτογραφίες περαστικών, ο μαύρος φίλος του αλλά πολύ σημαντικότερα η παρέα από τρία φασιστάκια κι ένας κοντινός τους που φέρνει κάποιες αντιστάσεις στη βίαιη δράση τους. Παράλληλα εκτιθέμεθα οργανικά στις οικογένειες τους, στους έρωτες τους και την ευρύτερη αθηναϊκή κοινωνία γύρω τους.

Είναι τολμηρή η κίνηση του Δούβλη να αφιερώσει περισσότερο χρόνο και να κάνει βασικούς χαρακτήρες τα φασιστάκια. Βιώνουμε μια εποχή όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι πιο οξυμένες από ποτέ κι η πιο εύκολη επιλογή για τον εχθρό θα ήταν να τον παρουσιάσουμε σαν κάτι απόκοσμο κι απόλυτα κτηνώδες.

Ο Δούβλης τους παρουσιάζει σαν ολοκληρωμένους ανθρώπους από αυτούς που όντως ζούνε δίπλα μας στην πρωτεύουσα και μας θυμίζει την απαράβατο κανόνα της ιστορίας σχετικά με την μπαναλιτέ του κακού. Δεν πρόκειται για διαβόλους από τα βάθη τις κολάσεως αλλά για τον γείτονα, που το σύνολο των συνθηκών και των επιλογών του μέσα σ’ αυτές τον οδήγησαν σ’ αυτή την απανθρωπιά.

Κάθε χαρακτήρας φωτίζεται κατά αντίστοιχο τρόπο. Οι γονείς που δουλεύουν όλη μέρα για να στηρίξουν τα παιδιά τους κι έχουν πολύ συνηθισμένες παθογένειες. Οι δάσκαλοι που πρέπει να κρατήσουν τις πολύ δύσκολες ισορροπίες και κάθε μικρός παρατρεχάμενος. Το σενάριο είναι ένα κομψοτέχνημα στο οποίο καμία γραμμή δεν πάει χαμένη. Ο Δούβλης κάνει για την κοινωνία της Αθήνας όσα έκανε φέτος ο Farhadi στο A Hero για αυτή του Ιράν. Με αγγίζει όμως πολύ περισσότερο μια ταινία που δείχνει πως είναι πραγματικά η πόλη που ζω παρά μια κοινωνία σε άλλη ήπειρο.

Όλα αυτά κινηματογραφούνται με μέγιστη οικονομία και αποτελεσματικότητα. Οι περισσότερες σκηνές αποτελούνται από ένα πλάνο κι ενώ δεν φοβάται προφανώς να κόψει, κάνει απλά αυτό που χρειάζεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ρυθμός να είναι ήρεμος και υπολογισμένος όση ένταση κι αν υπάρχει στα δρώμενα και πιστέψτε με, υπάρχει αρκετή. Κερασάκι στην τούρτα η επιλογή να υπάρχει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα μουσική από πηγή. Όλα αυτά δεν με εκπλήσσουν για έναν δημιουργό που γνωρίζω κυρίως για τα εξαιρετικά ντοκιμαντέρ του. Αυτός ο νατουραλισμός δίνει ηχηρό παρόν, η κάμερα μια μύγα μέσα στο περσινό καλοκαίρι της Αθήνας, απλά να παρουσιάζει χωρίς περιττές φιοριτούρες.

Σφίχτηκα πολλές φορές στην ταινία αλλά και ζεστάθηκε η ψυχή μου στις όμορφες στιγμές. Γενικώς δεν μ’ αρέσουν οι ταινίες με «νόημα», οι ταινίες που προσπαθούν κάτι «να πουν». Εδώ απλά φαίνονται όσα συμβαίνουν γύρω μας κάθε μέρα με αποτέλεσμα απλά και ολοκληρωτικά να ειπώνονται τα μέγιστα. Μακριά από τον καρτουνίστικο διδακτισμό κάποιου Die Welle, το 18 είναι η ταινία που πρέπει να παίζεται σε όλα τα σχολεία, τις καταλήψεις και κάθε χώρο ελεύθερης κοινωνικής σκέψης. Όχι απλά η μόνη ελληνική μεγάλου μήκους που είδα φέτος αλλά και μια απ’ τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Στέφανος Κ. Αρταβάνης

Τελευταία