Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣThe Many Saints Of Newark - Κριτική

The Many Saints Of Newark - Κριτική

Δεν είναι κάνα μυστικό ότι πλέον όλες οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής αναζητούν την επιτυχία στην εκμετάλλευση των παλιότερων IP τους, έχοντας δημιουργήσει μια σωρεία από αναβιώσεις που πατάνε στη νοσταλγία. Ήδη νωρίτερα φέτος η Warner, έκανε μια προσπάθεια με το Space Jam (επιτυχημένη κατά τη γνώμη μου) και σήμερα θα μας απασχολήσει η αναβίωση ενός άλλου IP τους, ενός απ’ τα σημαντικότερα που κατέχουν.

Πέρσι ξεκινώντας από το πρώτο lockdown, είδα όλο το Sopranos. Μετά τις 6 σαιζόν του, ένα έντονο συναισθηματικό ταξίδι, δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Είχε γίνει η αγαπημένη μου σειρά. Ο λόγος που ξεκίνησα να το βλέπω ήταν για να δω ένα από τα σημαντικότερα γκανγκστερικά έπη στην ιστορία. Πέρσι ήταν άλλωστε κι η χρονιά που έφτασα τις εφτά θεάσεις του Irishman, πείναγα για το αγαπημένο μου genre.

Αυτό που δεν περίμενα όμως ήταν η μεγαλύτερη ψυχοδραματική σπουδή στην ιστορία της τηλεόρασης. Το Sopranos ασχολείται με το δράμα και τα εσώψυχα των χαρακτήρων του, οι οποίοι απλά τυχαίνει να ζούνε μέσα και γύρω από το οργανωμένο έγκλημα. Ο Tony Soprano, το πρώτο αφεντικό της μαφίας που πήγε ποτέ σε ψυχίατρο, είναι ένας από τους πιο σύνθετους χαρακτήρες στην ιστορία της μικρής οθόνης κι η ενσάρκωση του από τον James Gandolfini, ίσως η κορυφαία ερμηνεία της. Ας αφήσουμε όμως το αναντίρρητο αριστούργημα κι ας πιάσουμε το τουλάχιστον ατυχές prequel.

Φυσικά κι η ανακοίνωση της ταινίας αφού είχα τελειώσει την αγαπημένη μου σειρά ήταν ένα χαρμόσυνο νέο. Βέβαια μ’ αυτές τις προαναφερθείσες αναβιώσεις πάντα υπάρχει ο φόβος να είναι ένα κυνικό cash grab. Αυτοί οι φόβοι ενισχύθηκαν από το πρώτο τρέιλερ. Κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Παρόλο που συγκεντρωνόταν κυρίως στον νεαρό Tony Soprano (αυτόν που μας ένοιαζε δηλαδή) τον οποίο εν τέλει έπαιξε εξαιρετικά ο υιός Michael Gandolfini, απλά δεν το ένιωθα Sopranos.

Οι εικόνες, τα πλάνα, η ατμόσφαιρα μου θύμιζαν είτε μια νερωμένη ταινία από έναν Clint Eastwood ή Scorsese ή ένα ελαφρώς υψηλότερου budget Godfather Of Harlem. Εν τέλει, απλά κάτι κοινότοπο στη σημερινή εποχή και κάτι που σκηνοθετικά δεν θύμιζε Sopranos. Αυτή η αίσθηση επιβεβαιώνεται από την ταινία.

Ο Alan Taylor είναι ένας έμπιστος διεκπεραιωτής της βιομηχανίας, έχοντας σκηνοθετήσει επεισόδια από Game Of Thrones, Mad Men, τη δεύτερη ταινία Thor και το Terminator Genesys αλλά και εννιά επεισόδια Sopranos. Εκεί έπρεπε και να πατήσει. Μια προσέγγιση κοντά στη σκηνοθεσία της σειράς με μοντέρνα μέσα. Οι τελικές του αποφάσεις οδηγούν σε ένα προϊόν του συρμού, που δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από δεκάδες σημερινές παραγωγές. Ναι, είναι σωστά φτιαγμένο αλλά αυτό μας έλειπε και να μην είναι, μια τόσο μεγάλη παραγωγή.

Στην πλοκή πιάνουμε από το σημείο όπου ο Dickie Moltisanti (Alessandro Nivola), πατέρας του Christopher (Michael Imperioli) ο οποίος εδώ εκτελεί χρέη αφηγητή, υποδέχεται τον πατέρα του “Hollywood Dick” (Ray Liotta) και την νέα του νύφη Giuseppina (Michela De Rossi) κατά την άφιξη τους στην Αμερική ύστερα απ’ τον γάμο τους στην Ιταλία.

Παράλληλα βλέπουμε πόσο κοντινή είναι η σχέση του με τον προέφηβο ακόμα Tony. Από τις πρώτες σκηνές της ταινίας βλέπουμε πόσο ο Dickie γουστάρει την «μητριά» του και η σύγκρουση με τον πατέρα του επειδή την κακομεταχειρίζεται δεν θα αργήσει να έρθει.

Στην υπόλοιπη πρώτη πράξη της ταινίας που κρατάει περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε, παρουσιάζεται η σχέση του με τον υπόλογο του μαύρο gangster Harold (Leslie Odom Jr.) με φόντο τις φυλετικές εντάσεις της εποχής και γνωρίζουμε εκ νέου χαρακτήρες που εμφανίστηκαν στη σειρά όπως τη μητέρα του Tony, Livia (Vera Farmiga), του άλλου του θείου Junior (Corey Stoll), των μελλοντικών συνεργατών του Pussy, Silvio και Paulie αλλά και τον πατέρα του, Johnny (John Bernthal) πριν μπει στη φυλακή.

Επιστρέφω στη σύγκριση με το Godfather Of Harlem γιατί και θεματικά, το όλο θέμα της φυλής πιάνει πάρα πολύ χρόνο. Δημιουργεί μια βάση για να ασχολείται ο Dickie που όμως τελικά παίρνει από όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες που μας ενδιαφέρουν. Τελικά φαίνεται σαν μια υποχρεωτικότητα να σχολιάσουμε το θέμα της φυλής εν έτει 2021, επιφανειακά και βεβιασμένα.

Παρόλα αυτά δεν ακούγεται ούτε ένα mulignan, ο υποτιμητικός όρος για τους μαύρους απ’ τη σειρά. Απώλεια της πολιτικής ορθότητας; Ίσως. Απώλεια της αυθεντικότητας σίγουρα. Το γεγονός ότι ο Harold εμφανίζεται και στη mid-credits scene είναι σαν να μου λέει ότι είδαμε μια ταινία γι’ αυτό κι όχι για τη γένεση του Tony Soprano.

Οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι απλά περαστικοί και νιώθω ότι μπήκαν απλά για να μπουν. Σίγουρα δεν θα βλέπαμε και origin story του Pussy, του Paulie και του Silvio αλλά επιμένω πως θα μπορούσαμε να έχουμε δει περισσότερο αυτούς τους πολύ βασικούς χαρακτήρες της σειρά. Ο Pussy ήταν ο πιο αυθεντικός, ο Paulie ο πιο ανύπαρκτος με δυο-τρεις ατάκες και το παίξιμο του Joe Magaro ως Silvio, απλά επίπονο, μια καρικατούρα που άνηκε σε παρωδία για τη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας.

Πάει στα κομμάτια, αυτοί θα ήταν πάντα παράπλευροι σε ένα prequel. Δεν μπορώ όμως να συγχωρέσω με τίποτα τον ελάχιστο ρόλο του Johnny. Στη σειρά τον είχαμε δει συχνά πυκνά ως λόγο που ο Tony είναι αυτός που είναι λόγω της απουσίας του. Εδώ υπήρχε μια εξαιρετική ευκαιρία να συγκρουστεί με τον Dickie, τα δύο πρότυπα που πρέπει να διαλέξει ανάμεσα τους ο Tony και πως ο θείος τελικά είναι πιο πατέρας από τον πατέρα.

Αυτό γίνεται αλλά τελικά αυθαίρετα καθώς πάλι δεν υπάρχει ο χρόνος ώστε να δούμε έναν nuanced Dickie, όσο nuanced ήταν κι ο Tony στη σειρά. Βλέπουμε απλά τον άνθρωπο που πάει από τον απόλυτο άγιο της κοινότητας που προπονεί τυφλά παιδάκια στο baseball στο απόλυτο κτήνος της προσωπικής του ζωής. Τελικά δεν μαθαίνουμε τίποτα το ουσιώδες κι ο μεγαλύτερος χαρακτήρας της ταινίας είναι κι αυτός μια καρικατούρα των άκρων.

Τα μόνα θετικά της ταινίας είναι η Livia, ο Junior κι όπως προείπα ο Tony. Η πρώτη θα ήταν πάντα ο πιο δύσκολος χαρακτήρας για να αποδοθεί πιστά από την σειρά κι η Farmiga πετυχαίνει την ιδανική ισορροπία στην ψυχολογική ανισορροπία του χαρακτήρα. Βλέπουμε και τις κομβικές στιγμές για τη σχέση μάνας και γιού, είναι από τα λίγα πράγματα που η ταινία πετυχαίνει διάνα.

Ο Corey Stoll είναι το σωστό casting για τον Junior. Το κωμικό timing του ηθοποιού αξιοποιείται μέγιστα κι είναι ταυτόχρονα το σημείο όπου τα references από τη σειρά πετυχαίνουν να μας διασκεδάσουν. Σε αντίθεση με τα μυριάδες υπόλοιπα references που απλά είναι σαν να μπήκαν για να μπουν, απλά μια τυπική κι απαραίτητη βιτρίνα της νοσταλγίας. Όπως έλειπε το mulignan δεν μπορώ να μην αναφέρω πως λείπει και το gabagool. Πετάξατε σ’ ένα καζάνι όσα references μπορούσατε αλλά ξεχάσατε το μεγαλύτερο meme της σειράς. Ντροπή κύριοι. Τελευταία παρατήρηση επί του Junior, το πώς κατάφεραν να αποδώσουν και τη σκοτεινή, ύπουλη πλευρά του με αυθεντικότητα πάνω στο χαρακτήρα.

Τέλος, ο Tony είναι όπως πρέπει να είναι όσο κι αν έχει σημαντικά περιορισμένο χρόνο κι αυτός. Ο Michael δεν είναι φυσικά το υποκριτικό τέρας που ήταν ο πατέρας του αλλά είναι σίγουρα πολλά υποσχόμενος. Η παιδικότητα του Tony είναι έκδηλη όσο κι η προσπάθεια του να κρατηθεί στον ίσιο δρόμο παρά τα ακραιφνώς κακά παραδείγματα που έχει γύρω του. Είναι ένα παιδί που ξεφεύγει τελικά απ’ τη σωρεία καταστάσεων που πέφτουν πάνω του κι αυτό είναι έκδηλο παρά τον δευτερεύοντα ρόλο στο ίδιο του το origin story.

Αχρείαστο, βεβιασμένο και κυνικό cash grab που απέτυχε, το παρόν πόνημα. Μαθαίνοντας πως έγινε τελικά πρόταση στον David Chase για να κάνουν ολοκληρωμένη prequel σειρά, λίγες εβδομάδες μετά την έξοδο της ταινίας, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως απλά θα έπρεπε να έχουν πάει κατευθείαν εκεί και να μην υπάρχει αυτό το έκτρωμα.

Μια ταινία που βρωμάει σύγχρονη σειρά ενώ το Sopranos ήταν μια απ’ τις πρώτες σειρές που έθεσαν τη βάση για τις πιο κινηματογραφικές σειρές που υπήρξαν. Αμα δεν σας έπεισα ακόμα όμως δείτε και τι είχε να πει ο αυθεντικός Ιταλός γκάνγκστερ της καρδιάς μας Michael Franzese. Τα πολλά ναυάγια του Newark.

Rating:

Χώρα: Η.Π.Α.
Έτος: 2021
Χρώμα: Έγχρωμο
Σκηνοθεσία:
Alan Taylor
Πρωταγωνιστούν: Alessandro Nivola, Leslie Odom Jr., Michael Gandolfini
Διάρκεια: 120'

Τελευταία