Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Novecento

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Novecento

Robert De Niro; Τσεκ. Ennio Morricone; Τσεκ. Ιταλός σκηνοθέτης; Τσεκ. Έπος που καθορίζει ένα ολόκληρο έθνος και στις μέρες μας θα ήταν μίνι σειρά; Τσεκ. Πολλές οι συνδέσεις ανάμεσα στο Once Upon A Time In America και το Novecento. Ακόμα περισσότερες όμως, όπως θα δούμε, οι διαφορές κι αυτός ήταν ο στόχος που έθεσα από την αρχή της στήλης. Δηλαδή ένα ταξίδι στο μεγαλύτερο εύρος της κινηματογραφική τέχνης.

Η ταινία πιάνει από το τέλος, δηλαδή την ημέρα της απελευθέρωσης για την Ιταλία, μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βλέπουμε τους χωρικούς που παίρνουν τα όπλα σε ένα επαρχιακό κτήμα και κυνηγάνε τον Attila (Donald Sutherland) και τη Regina (Laura Betti), τον φασίστα επιστάτη και τη γυναίκα του, που προσπαθούν να διαφύγουν. Τους προλαβαίνουν και καρφώνουν με τις τσουγκράνες τους τον Attila, σ’ έναν από τους πρώτους εκ των μυριάδων συμβολισμών της ταινίας.

Ο μικρός Leo όμως έχει ζητήσει επιτακτικά ένα τουφέκι και τρέχει σε αντίθετη κατεύθυνση από τους υπόλοιπους. Τρέχει κατευθείαν μέσα στη βίλλα και στον γαιοκτήμονα, Alfredo Berlinghieri (Robert DeNiro). Τον οδηγεί στους στάβλους των αγελάδων όπου κατέληξε κι η μοίρα του παππού του, Ottavio (Werner Bruhns) και του πατέρα του, Giovanni (Romolo Valli). Ο Alfredo έχει μια παροιμιώδη ψυχραιμία, παίζει με το παιδάκι, το οποίο παραπατάει μαζί με το ντουφέκι του. Δεν τον νοιάζει η ζωή του, είναι κουρασμένος και μετανιωμένος έχοντας ζήσει το έπος που θα ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια μας.

Όταν ο Leo του πει πως το παρτιζάνικο όνομα του είναι Olmo, ο Alfredo θα θυμηθεί τον ταξικά αντίθετο αλλά αδελφικό φίλο του με τον οποίον πέρασε όλη αυτή τη ζωή. Θα ρωτήσει τον πιτσιρικά ποιος ήταν ο Olmo (Gerard Depardieu) κι όταν του απαντήσει «ο πιο γενναίος», θα μεταφερθούμε τη νύχτα πριν τη γέννηση τους.

Την νύχτα δηλαδή που ο καμπούρης Rigoletto (Giacomo Rizzo) αναγγέλλει τον θάνατο του Verdi φωνάζοντας. Περιστατικό που εξέλαβα ως το συμβολικό τέλος της παλιάς Ιταλίας ώστε να γεννηθεί μαζί με τους πρωταγωνιστές μας η μοντέρνα. Το πρωί, οι παππούδες αντιδρούν στις γεννήσεις τους.

Ο παππούς Leo Dalco (Sterling Hayden) λέει ότι ο Olmo είναι άλλο ένα στόμα να θρέψουν σε αντίθεση με τον Ottavio που τσαντίζετε μ’ ότι ο μπάσταρδος παϊζάνος γεννήθηκε λίγο πριν το καμάρι του, τον άντρα απόγονο που θα γίνει μια μέρα παντρόνε στη θέση του. Κερνάει σαμπάνια όλους τους χωρικούς του οι οποίοι αρνούνται δοσμένοι στην ιερότητα της εργασίας αλλά με τα πολλά ο Leo δέχεται. «Γεννήθηκαν μαζί, κάτι θα σημαίνει» λέει ο Ottavio με τον Leo να απαντάει «Μάλλον σημαίνει πως θα πεθάνουμε μαζί» κι ο παντρόνε γελάει και τον λέει φιλόσοφο της κοπριάς.

Στην υπόλοιπη διάρκεια του πρώτου μέρους θα δούμε τα δύο παιδιά μέχρι την ενηλικίωση τους και το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από τα πρώτα παιχνίδια τους φαίνονται οι αναπόδραστες διαφορές τους αλλά κι η αδελφική τους σχέση. Ο Olmo σαν αγρίμι μαζεύει βατραχάκια που τα τρίβει στη μούρη της Regina κι ο Alfredo σιχαίνεται να τα φάει. Τσακώνονται στη σοφίτα με μεταξοσκώληκες που φροντίζει ο Olmo γιατί ο Alfredo παίζει ήδη τον παντρόνε κι ύστερα παραλληλίζονται οι μεταξοσκώληκες με τα πουλιά τους, η αθώα πρώτη ανακάλυψη της σεξουαλικότητας.

Ξαπλώνουν μαζί στις ράγες του τραίνου με τον Olmo να κλείνει τα μάτια του και να περνάει το τραίνο από πάνω του. Ο Alfredo λακίζει και θα καταφέρει να κάτσει στις ράγες και να περάσει από πάνω του το τραίνο που πηγαίνει τον Olmo, παιδί ακόμα, στο μέτωπο του πολέμου. Κομβικός συμβολισμός και προοικονομία για τον Alfredo που τολμάει και μεγαλώνει αργότερα. Έπρεπε να σταθώ τόσο σ’ όλα αυτά τα περιστατικά γιατί είναι το πατρόν που τίθεται για την υπόλοιπη ταινία. Είναι αυτοί ακριβώς οι συμβολισμοί που κάνουν τον επαρχιακό μικρόκοσμο να μιλάει για όλη την Ιταλία και τελικά έναν οικουμενικό μακρόκοσμο.

Ο Ottavio που λίγο πριν αυτοκτονήσει θα βουτήξει τα πόδια του στην κοπριά και θα μιλήσει για τα σκατά και το γάλα στον εγκέφαλο, την αδράνεια που σαπίζει το μυαλό των πλουσίων. Τον σπόρο του φασισμού όταν οι παντρόνε συντάσσονται μέσα στην εκκλησία κι ο Attila μαζεύει τους «οβολούς» τους με το ματσούκι που μαζεύεται η ελεημοσύνη. Στο δεύτερο μέρος όταν πλέον οι κομμουνιστές διώκονται αλλά όταν ο Olmo σφάξει ένα γουρούνι, μια γριούλα αυθόρμητα ξεκινάει τα αντάρτικα με τον ίδιο να ακολουθεί.

Αυτή είναι κι η ιερότητα που τίθεται για τους παϊζάνους κομμουνιστές. Ότι παρά τη φτώχια τους, παρά την πείνα τους, κάθε δυσκολία και φονικό εμπόδιο το αντιμετωπίζουν σαν άνθρωποι. Ζώντας ελεύθερα παρά την καταπίεση τους, ο χορός και το τραγούδι προηγούνται και ακολουθούν τον θάνατο. Η δουλειά τους φέρνει σε επαφή με τη γη, με την πλάση, είναι οργανικά κομμάτια αυτού του κόσμου σε αρμονία με τη φύση. Εν τέλει, πιο φιλεύσπλαχνοι και δίκαιοι ακόμα και με τα αφεντικά, αναγνωρίζοντας την κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Σε αντίθεση μ’ αυτά που έχουν μια ιδεοληπτική αίσθηση σκοπού κι ανωτερότητας, αποκομμένοι από την ύπαρξη, με μόνη μοίρα να τους διαδεχθούν οι φασίστες.

Εκκλησία, αφεντικά, φασίστες. Θεωρούν ότι τους ανήκει ο κόσμος χωρίς να κάνουν τίποτα πέραν από το να εξουσιάζουν. Ο Attila ιδανικός εκπρόσωπος τους. Σκυλί των αφεντικών, επιστάτης, νομοτηρητής. Μαντρόσκυλο που περιμένει την ευκαιρία του, να φάει τους πάντες. Τις τρεις πιο κομβικές για την εξέλιξη του σκηνές συνοδεύουν τα τρία πιο αποτρόπαια εγκλήματα που θα μπορούσαν να διαπραχθούν. Χαρακτηριστικό δε, ότι για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο θα ήταν τρεις χαρμόσυνες περιστάσεις. Μόνο ένας φασίστας θα μπορούσε να τις συνδυάσει μ’ εγκλήματα κατά της ανθρώπινης φύσης.

Θα δείτε περί τίνος ακριβώς πρόκειται το καθένα αλλά τα αναφέρω γιατί είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Bertolucci σχηματίζει το πρόσωπο του φασισμού, τόσο μαύρο και απάνθρωπο όσο κι αυτό που βλέπουμε στο Salo του Pasolini. Όπως κι ο Pier Paolo, έτσι κι ο Bernardo ήταν ένας δημιουργός που οι νευρώσεις του ήταν κυρίως το σεξ, η βία κι ο θάνατος. Απλά εκεί που ο πρώτος σε βούταγε στην φρίκη και σ’ άφηνε, ο δεύτερος εδώ πετυχαίνει την ίδια ψυχική αντίδραση μέσα μας μέσω των ακραίων αντιθέσεων.

Καθ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργεί κι η σκηνοθετική προσέγγιση του. Υπάρχουν πολλά πλάνα με κίνηση που αλλάζουν key frames οργανικά και χρησιμοποιούν το βάθος πεδίου όπως ο Orson Welles. Υπάρχουν καρτποσταλικά σταθερά που εύκολα θα μπορούσαν να γίνουν αφίσες. Κοντινά και λεπτομέρειες όπου χρειάζεται, η οικουμενικότητα της ταινίας στην αίσθηση και τη μεταβολή από το μικρό στο μεγάλο και τούμπαλιν.

Σ’ ένα σημείο του δεύτερου μέρους μάλιστα, όταν ο Alfredo συγκατοικεί στο παρηκμασμένο κτήμα με την αλκοολική γυναίκα του, την Regina και τον Attila, η ακρότητα των συναισθημάτων, του φυσικού και ψυχικού τους εγκλεισμού κινηματογραφείται σαν Hitchcock ή Polanski. ?λλωστε το παρόν έπος στην εποχή μας θα γυριζόταν σαν μίνι σειρά, ο πολύπλευρος τόνος κι η κατάλληλη κινηματογράφηση σε κάθε σημείο εξασφαλίζουν τον ιδανικό εσωτερικό ρυθμό ώστε να μην κουράσουν αλλά να μας αιχμαλωτίσουν οι πέντε ώρες και δέκα λεπτά (!) της διάρκειας.

Εν τέλει βέβαια, παρόλο που έχουμε ένα από τα μεγαλύτερα έπη που υπήρξαν ποτέ και σίγουρα τη μεγαλύτερη ταινία του Bernardo Bertolucci, μέσα της υπάρχει ένα Il Conformista, ένα Last Tango In Paris κι ένα The Dreamers. Είναι αδιαμφισβήτητα Bernardo Bertolucci.

Πριν το κλείσιμο οφείλω να κάνω μια μνεία στη μουσική του Ennio Morricone. Το βασικό μουσικό θέμα της ταινίας που ξεκινάει από το πρώτο δευτερόλεπτο της διάρκειας, εμπεριέχει την λυρικότητα και ιερότητα των στρατευμένων τραγουδιών μαζί τα ίδια στοιχεία όπως τα συναντάμε σε όλο το έργο του συνθέτη.

Έτσι ξεδιπλώνεται κι όλο το soundtrack, καθορίζει την ταινία κι αντικατοπτρίζει τα τεκταινόμενα. Το πιο χαρακτηριστικό είναι πως αντιλαμβάνεται και κουμπώνει με τις αντιθέσεις. Ακόμα και χωρίς την εικόνα, υπάρχει πολύ χάδι στα αυτιά στο ξεκίνημα της ταινίας που σπάει μια ακραία δυσαρμονία όποτε συμβαίνει κάτι κακό. Λίγο πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θα αντιληφθείτε πως το σκοτεινό στοιχείο υπερισχύει στο ηχητικό τοπίο. Σ’ όλη τη διάρκεια και κυρίως στο φινάλε συμπληρώνεται απ’ τα παρτιζάνικα παραδοσιακά τραγούδια με αποτέλεσμα να αναδεικνύονται περισσότερο αυτά τα δύο κομμάτια του OST.

Ομολογώ πως είδα την ταινία πρώτη φορά αλλά ήμουν σίγουρος για την ποιότητα της κι ήταν τελικά η ιδανική συνέχεια για το ταξίδι που έχουμε ξεκινήσει μ’ αυτή τη στήλη. Θαρρώ επίσης πως θα μπορούσα να γράψω διατριβή πάνω της, με μια σκηνή προς σκηνή ανάλυση, αλλά για κάτι λιγότερο από χίλιες πεντακόσιες λέξεις σας μετέδωσα επαρκώς την ουσία της.

Δεν τις φτιάχνουν όπως τότε, αναφωνώ λοιπόν σαν άλλος μπούμερ. Το Novecento είναι μια ταινία που δεν θα φτιαχνόταν σήμερα για χίλιους δύο λόγους. Από την πολιτική της θέση, στη διάρκεια, στα θεματικά στοιχεία, στην σκληρότητα, ωμότητα και ειλικρίνεια της nuanced συνολικής κοσμοθεωρίας της. Δυστυχώς ο κόσμος μας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπαίνει στη φορμόλη. Η απαρχή ήταν το 1900. Η αποτύπωση του στα άγρια κινηματογραφικά 70’s από τον αγρίως ελεύθερο Bertolucci, μια παρακαταθήκη για τους αιώνες.

Τελευταία