Thulcandra - A Dying Wish

To Black Metal, θα μου επιτρέψετε να το χαρακτηρίσω ως το ζωηρότερο είδος του ευρύτερου φάσματος του Heavy Metal. Αμέτρητες μπάντες ξεπηδούν από κάθε γωνιά του πλανήτη, η κάθε μία υπηρετώντας τη δική της «σχολή». Δεν τίθεται ποια είναι καλύτερη, όμως ως αγαπημένη μου αντιμετώπιζα πάντα τον ήχο που έπλασε ο Jon Nödtveidt μέσα από τα τρία albums των Dissection. Ένα Black Metal που ισορροπούσε ανάμεσα σε επιρροές από Μελωδικό Death Metal και riffs παραδοσιακού Heavy Metal. Η αλήθεια είναι ότι ο εν λόγω ήχος ήταν τόσο signature που όποιο σχήμα θα τον επέλεγε ως μουσική διαδρομή, η πιθανότητα να ακουστεί ως «ξεπατικοσούρα» των Σουηδών ήταν αρκετά αυξημένη.

Οι Γερμανοί Thulcandra ανήκουν αδιαμφισβήτητα στην παραπάνω κατηγορία και σίγουρα δεν περιμέναμε το A Dying Wish για να το διαπιστώσουμε. Θυμάμαι όταν άκουσα πρώτη φορά τη μουσική τους, το 2010 συγκεκριμένα, και το κομμάτι Night Eternal, νόμιζα ότι ήταν κάποιο ακυκλοφόρητο κομμάτι από το Storm of the Light's Bane, στο οποίο ο μακαρίτης (ο Jon) είχε κάνει κάποιον πειραματισμό στα φωνητικά του. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό, άλλωστε η εποχή της παρθενογένεσης έχει παρέλθει προ πολλού, αναπόφευκτα όμως σε βάζει σε λογική συγκρίσεων.

Όντας μία δεκαετία ενεργοί δισκογραφικά στη σκηνή, οι Βαυαροί αρχίζουν να αφήνουν το στίγμα και μάλιστα να έχουν την τύχη – ή ικανότητα αν προτιμάτε – να βρίσκονται κάτω από τη «στέγη» μίας από των μεγαλύτερων δισκογραφικών του χώρου, τη Napalm Records. Το A Dying Wish, που αποτελεί τον τέταρτο δίσκο τους, έπεται χρονολογικά του Ascension Lost έξι ολόκληρα χρόνια. Μεγάλο χρονικό διάστημα θα έλεγε κάποιος αν αναλογιστούμε ότι η πρώτη πενταετία της ζωής τους τους βρήκε με τρία full length albums.

Ένα συγκρότημα που στηρίζει πολλά στις κιθάρες του για να δομήσει τον ήχο του, μία αλλαγή στο κιθαριστικό δίδυμο μπορεί να αποτελέσει «κοσμογονικό» γεγονός. Ο Sebastian Ludwig που από τις απαρχές των Thulcandra αποτελούσε τον έναν από τους δύο πυλώνες, είχε ήδη αποχωρήσει από το 2017. Τα «παπούτσια» του κλήθηκε να γεμίσει ο Mariano Delastik (αδερφός του drummer τους, Erebor), με τον Γερμανό να κάνει σχετικά καλή δουλειά. Το ζήτημα που προκύπτει εδώ είναι το εξής · αν κάποιος δε γνώριζε ότι έχει γίνει αυτή η αλλαγή και άκουγε τους δίσκους του συγκροτήματος δε θα αναγνώριζε κάποια μεταβολή στον ήχο. Αυτό είναι θετικό και συγχρόνως αρνητικό. Θετικό γιατί δείχνει ότι η μπάντα μπορεί και «ζυμώνει» στα μέλη της τον ήχο της και αρνητικό, γιατί δεν τους δίνει τον χώρο να εκφραστούν ελεύθερα. ?λλωστε, κατά την αποχώρηση του ο Sebastian είχε αναφέρει ότι κύριο λόγο στην απόφαση του είχε παίξει το περιθώριο βελτίωσης του(ς) το οποίο δεν έβλεπε.

Παραμένουμε όμως στο κιθαριστικό κομμάτι και πάμε στον έτερο «πυλώνα», ο οποίος είναι και ιθύνων νους του συγκροτήματος – και των Obscura θυμίζω – Steffen Kummerer. Ο Steffen κατάλαβε ότι με την κυκλοφορία των δύο πρώτων δίσκων με την τόσο έντονη ηχητικά Dissection θύμηση εγκλώβισε την μπάντα. Η προσπάθεια του να απεμπλακούν, χωρίς όμως να γίνουν Obscura, φάνηκε στο κάπως μέτριο Ascension Lost. Τώρα, επαναφέρει τον ήχο τους στις μουσικές διδαχές του MLO και αυτό μας χαρίζει μερικά καταπληκτικά riffs. Για παράδειγμα το θέμα του Nocturnal Heresy είναι θαυμάσιο όπως και του A Shining Abyss αλλά και σε solos σαν αυτά που ακούμε στα Scarred Grandeur και In Vain. Μνείας αξίζει και ο Erebor (Alessandro Delastik) του οποίου το drumming είναι όσο Black Metal πρέπει, ανεβάζει ταχύτητες όσο και όπου πρέπει, ενώ όταν καλείται να «κατεβάσει στροφές» το πράττει επίσης εξαιρετικά δίνοντας ένα καθαρό μαύρο χρώμα στον δίσκο.

Το Dying Wish όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα τεράστιο πρόβλημα, ούτε καν με την ύπαρξη του Dan Swanö στον ρόλο του παραγωγού και δεν είναι άλλο από τη σύγκριση του με τα δύο πρώτα albums των Dissection. Παραδέχομαι ότι τις συνθέσεις του «ακραίου σε όλα του» Σουηδού τις θεωρώ από τις κορυφαίες στιγμές της ακραίας σκηνής, όλων των εποχών. Όμως δεν τοποθετούμαι ως fan, απλά όταν πλησιάζεις τόσο πολύ σε «χρωματισμό» κάτι που προηγείται χρονικά και έχει καθιερωθεί στα αυτιά των ακροατών της σκηνής, μοιραία θα μπεις στο «ζύγι» μαζί του. Δυστυχώς αυτό που μου άφησε στο τέλος το album ήταν η επιθυμία να ακούσω ξανά το Storm of the Light's Bane, ένα album που υπερτερεί του 99% των δίσκων που υπάρχουν εκεί έξω.

Rating: 

 7.0


Εταιρεία: Napalm Records
Genre: Melodic Black Metal, Melodic Death Metal
Παραγωγός: Dan Swanö
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 29/10/2021
Band Links: Thulcandra | Facebook | Instagram | Spotify | YouTube |
Bandcamp