Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Ο Θίασος

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Ο Θίασος

Από την γέννηση της νεότερης Ιταλίας μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μεταπηδούμε σε αυτή της Ελλάδας. Η ουσία βρίσκεται όμως πάλι στις διαφορές. Εκεί που στο Novecento είχαμε ένα ηρωικό έργο από κάθε άποψη, εδώ έχουμε μια Μπρεχτική τραγική και σπαραξικάρδια ελεγεία.

Η ηρεμία και η ηπιότητα χαρακτηρίζει όλο το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ίσως ποτέ όμως σε μεγαλύτερη οπτική απ’ ότι στον Θίασο, το πρώτο αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του. Για μένα αυτό ξεκινάει από τους ήρωες μας. Εμμέσως τους ταυτίζει με τους Ατρείδες και λέω εμμέσως γιατί ελάχιστα ονόματα θα ειπωθούν, κυρίως αυτά του Ορέστη (Πέτρος Ζαρκάδης) και της Ηλέκτρας (Εύα Κοταμανίδου), με τη σύνδεση να συμβαίνει από κάποιες απαγγελίες και έναν σχηματικό παραλληλισμό των δρώμενων. Δεν υπάρχει όμως ο υπερβολικός τόνος μιας τραγωδίας.

Αντιθέτως ο Ορέστης του, η Ηλέκτρα του, η Κλυταιμνήστρα του (Αλίκη Γεωργούλη), ο Αίγισθος του (Βαγγέλης Καζάν) και ο Αγαμέμνων του (Στράτος Παχής) είναι οι απλοί κατατρεγμένοι Έλληνες των καιρών τους και μάλιστα, καλλιτέχνες. Από ‘κει προκύπτει κι η ηπιότητα του πνεύματος. Πρόσφυγες από τόπο σε τόπο μέσα στην ίδια τους τη χώρα και ταυτόχρονα κάπου ανάμεσα στην καταδίκη και την ιερή αποστολή, στους ταραγμένους καιρούς της βίαιας γέννησης της νεότερης Ελλάδας και του θανάτου της παλαιότερης, να παίζουν την Γκόλφω.

Καθ’ αυτόν τον τρόπο, ο Αγγελόπουλος δημιουργεί τις αφηγηματικές ροές που χαρακτηρίζουν τον Θίασο. Τα γεγονότα του πολέμου που μπλέκονται και ρέουν ανάμεσα στις και μαζί με τις δύο τραγωδίες. Δεν υπάρχει τυπική πλοκή παρά ένα οργανικό ταξίδι μπρος και πίσω στο χρόνο μέσα από συμβολικές σκηνές.

Υπάρχει μια σκηνή όπου η παράσταση ξεκινάει και θα την σταματήσουν μόνο οι βόμβες που αρχίζουν να πέφτουν. Μια άλλη παράσταση θα κοπεί με δύο θανάτους επί σκηνής και το κοινό ακόμα να χειροκροτεί. Το πιο σύνηθες μέσον που υπογραμμίζει αυτή τη συμβολική προσέγγιση και ραχοκοκαλιά της ταινίας, το τραγούδι. Από το Όσα Χρόνια Κι Αν Περάσουν στα χείλη του Αγαμέμνονα, στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας, που αντιπαραβάλλεται με ένα φιλό-ναζιστικό τραγούδι του Αίγισθου ως τη σκηνή ανθολογίας σε κάποιο κουτούκι, την πρωτοχρονιά του ’46, όπου τα φιλοβασιλικά τραγούδια κοντράρονται ευθέως με τα αντάρτικα.

Σκηνή ανθολογίας γιατί ενώ ο εθνικός διχασμός συνοψίζεται ποιητικά ανάμεσα στα αντίπαλα τραγούδια, η μουσική θα σταματήσει και οι χύτες θα επιβληθούν με μία μόνη πιστολιά. Με τον Αγγελόπουλο να κάνει το σχόλιο του για τη σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές και την εξουσία όπως καθορίστηκε ιστορικά.

Στην επόμενη σκηνή με τους φασίστες να απολαμβάνουν τη νίκη τους με άτυπη παρέλαση τα ξημερώματα ο Αγγελόπουλος κάνει ένα από τα αρκετά περάσματα, κατά τη διάρκεια του έργου, μέσα στα χρόνια, στο ίδιο πλάνο, χάριν στην σταδιακή και υπολογισμένη κίνηση της κάμερας του σημαντικότερου συνεργάτη του, Γιώργου Αρβανίτη. Εκεί έγκειται κι η μεγαλοφυΐα της σκηνοθετικής απλότητας που χαρακτηρίζει όσο τίποτα τον Θίασο.

Η ταινία έχει μόνο περί τα ογδόντα κατ. Κάθε σκηνή ένα μονοπλάνο, ακριβέστατα υπολογισμένο ώστε οι κάμερα με λίγες κινήσεις να καλύπτει τα πάντα. Συνήθως πολύ γενικό, δεν έχει μια στεγνή θεατρικότητα αλλά μια μέγιστα κινηματογραφική άντι-κινηματογραφικότητα. Η ταινία φτιάχτηκε το ’75 κι ο Αγγελόπουλος γκρεμίζει συμβάσεις με μια προσωπική, οριακά διαλογιστικά πνευματική γραφή που κάνει ακόμα και τον Ταρκόφσκι να μοιάζει σκηνοθέτης δράσης συγκριτικά. Αυτός είναι κι ο τρόπος που οι αφηγηματικές ροές αποδίδονται μέσα από κινητικές ροές σε κάθε πλάνο. Οι ερμηνείες κι οι κινήσεις των ηθοποιών όμοια μ’ ένα πλέξιμο αέρα και νερού στην συνύπαρξη τους με την κάμερα.

Έτσι το έπος μοιάζει με μια ανάμνηση που μας αφηγείται κάποιος παππούλης. Μικρά επεισόδια, άλματα μπρος και πίσω στο χρόνο, πλατιές δράσεις που παίρνουν τον χρόνο τους να αναπτυχθούν χωρίς περιττές λεπτομέρειες, πολύ χαλαρή πλοκή αλλά στο τέλος μια μέγιστη αλληγορία. Μέσα σ’ αυτό ξεχωρίζουν τρεις στιγμές όπου κομβικοί χαρακτήρες θα μιλήσουν κοιτώντας την κάμερα. Σπάσιμο του τέταρτου τοίχο που γειώνει την υπόλοιπη απόκοσμη ποιητική. Ομολογίες πόνου, καθόλου ανόμοιες με ντοκιμαντέρ, τα τραυματικά βιώματα των απλών ανθρώπων μέσα στον τυφώνα της ιστορίας.

Τελικά αυτό το σύνολο, είναι πως βλέπει ο Αγγελόπουλος τον Έλληνα μέσα στους αιώνες. Καταραμένος με τον τρόπο του, κατατρεγμένος με κάθε τρόπο αλλά υπομένοντας την μαρτυρική ύπαρξη με μία ευλογημένη ιερότητα. Ιερότητα που προκύπτει ιστορικά από την αρχαιότητα και χαρακτηρίζεται από τη συλλογικά βιωμένη ελληνικότητα. Όχι κάποια αυθαίρετη ιερότητα που φέρνουν αγίες γραφές και εξουσιαστικές δομές, καθώς ο Αγγελόπουλος αφήνει την ορθοδοξία έξω απ’ όλα αυτά τα δρώμενα. Μια ελληνικότητα που μάλλον δεν βίωσε κανένας, μόνος, Έλληνας, στην προσπάθεια του να επιβιώσει. Παρά αυτό, εγώ θα πω αρχαίο πνεύμα αθάνατο, το οποίο μόνο ο Αγγελόπουλος κατάφερε να αιχμαλωτίσει σε καρέ και ήχους ως άλλος Αισχύλος.

Κάθε άρθρο μου αντικατοπτρίζει την ταινία για την οποία γράφω και δομικά, πέραν από την περιγραφικότητα του. Όπως ο Αγγελόπουλος δείχνει λίγα πράγματα αναλογικά με την τεράστια διάρκεια του, έτσι κι εγώ θεώρησα σκόπιμο να γράψω λιγότερες λέξεις. Η ουσία βρίσκεται στο βίωμα της 7ης τέχνης. Βίωμα που δεν κουράζει αλλά μαγνητίζει, βίωμα που δεν φλυαρεί αλλά εν τέλει λέει τα πάντα για ένα ολόκληρο έθνος. Ούτως ή άλλως, όσα και αν έγραφα, πρέπει να το ζήσετε. Ελπίζω να σας έπεισα ότι αξίζει να αφεθείτε στο βίωμα του Θιάσου, που όμοιο του δεν υπήρξε και πιθανότατα δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά.

Τελευταία