Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΔΙΣΚΟΚΡΙΤΙΚΕΣCân Bardd - Devoured by the Oak

Cân Bardd - Devoured by the Oak

Λίγες κυκλοφορίες θυμάμαι να τις έχω μνημονεύσει τόσο έντονα όσο την τρίτη κυκλοφορία των Ελβετών Malo Civelli & Dylan Watson. Οι Γενοβίτες έκαναν τα πρώτα τους μουσικά βήματα στο χώρο του epic/atmospheric Black Metal πριν τέσσερα χρόνια με την κυκλοφορία του EP "A Gift For Nature".  To επόμενο μόλις έτος, «σκάει» και η πρώτη full length δουλειά τους με τίτλο, "Nature Stays Silent". Ο δίσκος αυτός κινεί το ενδιαφέρον των οπαδών του ιδιώματος, αφού παρότι αρκετά «ανώριμος» μουσικά, έως και μπερδεμένος σε αρκετά σημεία, «ξεχειλίζει» ταλέντο.

Η δυάδα μας όμως είναι αποφασισμένη και έτσι με μόλις έναν χρόνο διαφορά κυκλοφορούν το δεύτερο τους album, "The Last Rain". Η ωρίμανση τους ξεπερνά πραγματικά κάθε προσδοκία. Είναι τόσο καλός δίσκος, μάλιστα, που παρότι κυκλοφόρησε μόλις μία εβδομάδα αργότερα από το Forgotten Paths των σαφώς πιο έμπειρων και αρκετά συγγενικών ως προς τον ήχο Saor, όχι μόνο ανταπεξήλθε της σύγκρουσης, αλλά κατάφερε και να του κλέψει αρκετή από τη δόξα του.

Έτσι, όταν τον Οκτώβρη ανακοίνωσαν ότι θα κυκλοφορήσει ο τρίτος δίσκος τους – θυμίζω, όλα αυτά μέσα σε τέσσερα χρόνια – οι προσδοκίες ήταν υψηλότατες. Αν συνυπολογίσουμε πως στο πλαίσιο προώθησης του είδε το φως της δημοσιότητας και το πρώτο video clip τους, η προσμονή για τον δίσκο κλιμακώθηκε. Φτάνουμε στη 12η του Νοέμβρη και το "Devoured by the Oak" κάνει την πολυαναμενόμενη εμφάνιση του.

Ανοίγω μία παρένθεση η οποία θα βοηθήσει στην οικονομία του κειμένου. Πάντα θυμάμαι να ψάχνω να βρω εκείνο το ένα χαρακτηριστικό που αν το διαθέτει μία μπάντα την καθιστά αυτομάτως σημαντική. Με τα χρόνια κατέληξα ότι η επιρροή που ασκεί σε μελλοντικά σχήματα είναι το ασφαλέστερο κριτήριο. Δηλαδή, μπορεί ορισμένοι να βρίσκουν τους Summoning βαρετούς, όμως η σημασία στην παγκόσμια σκηνή δε γίνεται να παραβλεφθεί. Από το 1995 και την κυκλοφορία του "Minas Morgul" από τους Αυστριακούς, κάθε μπάντα που επιλέγει τον συγκεκριμένο ήχο, περιγράφεται από πολλούς ως «Σαν αυτό που παίζουν οι Summoning». Προχωρούμε σχεδόν είκοσι μπροστά στο μέλλον και φτάνουμε στο 2013, τη χρονιά δηλαδή που οι Caladan Brood κυκλοφορούν το "Echoes of Battle". Αυτό που κατορθώνουν οι Αμερικανοί δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα, αφού είναι οι πρώτοι που καταφέρνουν να κοιτάξουν στα μάτια – αν όχι να τους ξεπεράσουν – τους «μουσικούς τους γονείς» και μάλιστα να εξελίξουν τον συγκεκριμένο ήχο. Κλείνει η παρένθεση.

Το δίδυμο από το Salt Lake όσο εντυπωσιακά εμφανίστηκε, άλλο τόσο εντυπωσιακά έχει σιγήσει τα τελευταία οχτώ χρόνια. Τη δουλειά που φαίνεται να μη θέλουν να συνεχίσουν, έρχονται να την αναλάβουν οι n Bardd. Ακόμα δεν έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, όμως είναι εξαιρετικά κοντά και μην ξεχνάμε πως συζητάμε για μουσικούς – ή μουσικό αν προτιμάται, τα πάντα εκτός των τυμπάνων περνούν από τον Malo – που ηλικιακά δεν ξεπερνούν τα 25.

Νομίζω πως ούτε οι φανατικότεροι οπαδοί τους δεν περίμεναν έναν τόσο καλό δίσκο. To εναρκτήριο Echoes of the Moss έρχεται το ατμοσφαιρικό χαλί πάνω στο οποίο θα ξεδιπλωθεί η ωριαία μουσική σάγκα. Τα samples που έχουν επιλεγεί, ο αργόσυρτος τρόπος με τον οποίο γεμίζει το μουσικό τοπίο ένα πένθιμο βιολί, η ξαφνική είσοδος της χορωδίας που κλιμακώνει τα αισθήματα, όλα μαζί συνθέτουν μία εικόνα ομορφιάς που κόβει την ανάσα. Ο αυλός που εισάγει το Une couronne de branches έρχεται να επιφέρει αλλαγές στο μέχρι τώρα σκηνικό, προετοιμάζοντας τον ακροατή για το μπάσιμο των κιθαρών και των φωνητικών του Malo. Αυτό ήταν, το ταξίδι προς το Σχιστό Λαγκάδι έχει ξεκινήσει, μία διαδρομή που θα μας περάσει από παραμυθένια μέρη που μόνο η φαντασία μας είναι ικανή να δει, τοπία με πυκνά δάση, εκεί που τα νερά των ποταμών κόβουν τη στεριά στα δύο. Μέρη στα οποία η ύπαρξη όντων με μυτερά αυτιά είναι άκρως ταιριαστή, εκεί που μουσική καταφέρνει και αγγίζει όλες τις αισθήσεις.

Δεν είναι εύκολο να αισθανθείς της μυρωδιές της φύσης ζώντας σε μία γκρίζα και μουντή πόλη, όμως τα riffs των Cân Bardd είναι ικανά να σου προσφέρουν αυτή τη μαγική εμπειρία. Το χορωδιακό outro που δείχνει ακριβώς τι σημαίνει επικό στη μουσική. Θυμάμαι να είμαι στο γραφείο με τον έτερο μεταλά της δουλειάς και να ακούμε ταυτόχρονα το δίσκο. Ο Πάνος ο οποίος δεν ξέρει Γαλλικά, κατέβαλλε σημαντικές προσπάθειες για να το σιγοτραγουδήσει, δεν πέτυχε καμία από αυτές, αλλά αυτό το γεγονός δε στάθηκε ικανό να του χαλάσει τη μυσταγωγία. 'Aλλωστε, ξέρετε κάτι, μπορεί και να μην είναι Γαλλικά, μπορεί να είναι Sindarin.   

Ακολουθεί το ομώνυμο κομμάτι το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Δεν ξέρω γιατί χρειάστηκα τρεις δίσκους για να διαπιστώσω πόσο ωραία φωνή έχει ο Malo όταν τραγουδάει καθαρά. Στο Devoured by the Oak Pt.I οι κιθάρες παίρνουν πολύ περισσότερο χώρο και το χαρακτηριστικό Black Metal ξύσιμο ξεπροβάλλει μελωδικό, κρυστάλλινο και μυστικιστικό. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή να πλαισιωθούν τα όργανα από κάποιο είδους άσκαυλο, είναι ευφυέστατη. Το Part II συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο προκάτοχος του με τις μελωδίες να βαθαίνουν σημαντικά και τα ακουστικά μέρη να καταλαμβάνουν μεγαλύτερο χώρο. 

Στο Crépuscule ακούμε μία ιδιαιτερότητα, η οποία όταν εκτελείται σωστά, είναι από τις αγαπημένες μου στιγμές στο Black Metal. Την συνύπαρξη brutal φωνητικών με ακουστική μουσική. Η αντίθεση που δημιουργείται, κάποιες φορές είναι πιο ζοφερή από όσο θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος. Το Spleen by the Pond είναι ακόμα ορχηστρικό ατμοσφαιρικό θέμα το οποίο ουσιαστικά προλογίζει το καλύτερο κομμάτι του album, το Autumn Shore. Το riffing του είναι ιδιοφυές, η ενορχήστρωση μετρημένη ώστε να αποδίδει ορθά κάθε κρυμμένη πτυχή που υπάρχει στα οχτώ του λεπτά. Ο επίλογος γράφεται με την αρωγή της Linnéa Lindqvist που συμμετέχει φωνητικά και κάνει πράγματι τη διαφορά. Το Blomsterkransen, περί ου ο λόγος, είναι μία ακουστική folk μπαλάντα και αποτελεί το ιδανικό κλείσιμο για ένα εξαιρετικό album.

Ο Ελβετός νους των Cân Bardd, Malo Civelli με τον τρίτο δίσκο του σχήματος καταφέρνει να τους πάει ένα βήμα μπροστά και αναμφίβολα να τους εδραιώσει ως ένα από τα κορυφαία σχήματα της σκηνής. Μάλιστα, η πεποίθηση του να παίζει live, εν αντιθέσει με τις περισσότερες μπάντες της συγκεκριμένης σκηνής, φανερώνουν το όραμα του να ξεχωρίσει η μπάντα από τις υπόλοιπες και, γιατί όχι, να αλλάξει συθέμελα τις πρακτικές του genre. 

Rating: 

 10


Εταιρεία: Northern Silence
Genre: Epic/Atmospheric Black Metal
Παραγωγός: Vladimir Cochet
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 12/11/2021
Band Links: Facebook | Instagram | Spotify |
Bandcamp

Τελευταία