Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑHunky Dory: Εφαλτήριο και απαύγασμα της σπουδαιότητας του Bowie

Hunky Dory: Εφαλτήριο και απαύγασμα της σπουδαιότητας του Bowie

Δύσκολα αποδέχεται κανείς πως έχουν περάσει σχεδόν έξι χρόνια από την ημέρα που ο David Bowie έφυγε από τη ζωή. Ψάχνοντας τον μουσικό κατάλογό του, καταλαβαίνει κανείς πως πέρασε από αμέτρητες, διαφορετικές μεταξύ τους, μουσικές περιόδους. Παρόλα αυτά, κατάφερε να τις “δέσει” όλες μαζί.

Ανάμεσα στη θάλασσα προσφοράς του, βρίσκουμε το “Hunky Dory”, τέταρτο πλήρες album του Bowie και πρώτο με την RCA Records. Ξεκίνησε να το ηχογραφεί το καλοκαίρι του 1971, χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο. Με εξαίρεση το “βαρύ” ηχητικά “The Man Who Sold the World” (1970), το προηγούμενο album του Bowie ήταν μια σύνθεση folk, με έξυπνους στίχους που έκαναν τον καλλιτέχνη να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Διέγραφαν επίσης το λαμπρό μέλλον που είχε μπροστά του.

Σήμερα το Hunky Dory γίνεται 50 ετών. Αποτελεί την ωρίμανση του μουσικού ινδάλματος που ονομάζεται David Bowie. Στο album πειραματίζεται με ήχους και θεματολογία που επιθυμούσε ανέκαθεν να εξερευνήσει, θέτοντας τις βάσεις για το “The Rise and Fall of Ziggy Stardust and The Spiders from Mars” που ήρθε έναν χρόνο αργότερα. Ένας εναλλακτικός τίτλος για το Hunky Dory είναι το “The Evolution of David Jones” (σ.σ. το όνομα που δόθηκε στον Bowie όταν γεννήθηκε).

Επίσης, ο δίσκος είναι ο πρώτος στον οποίο εμφανίζονται οι The Spiders From Mars (Mick Ronson στις κιθάρες, Trevor Bolder στο μπάσο, και Mick Woodmansey στα τύμπανα, με σπέσιαλ εμφάνιση του Rick Wakeman στα πλήκτρα).

Η έναρξη του album με το “Changesορίζει το ύφος και το “χρώμα” του δίσκου. Ο Bowie επανέρχεται στη ζωηράδα του, σε αυτό που τον έκανε να ξεχωρίσει απευθείας στην αρχή της καριέρας του, θυμίζοντας τον Anthony Newley. Το τραγούδι είναι μια παραδοχή πως δεν σκοπεύει να καταλάβει αυτόν τον καλλιτεχνικό χώρο για πολύ, μιας και τραγουδάει “Strange fascination, fascinating me/ Changes are taking the pace I’m going through.”

Στο “Oh! You Pretty Things” βλέπουμε την επίδραση που έχει στη ζωή του Bowie το γεγονός ότι έχει γίνει ήδη πατέρας (σ.σ. ο γιός του, Duncan Jones, γεννήθηκε στις 30 Μαΐου 1971). Στο κομμάτι, ο Duncan αναφέρεται ως Zowie και περιγράφεται ως το πρώτο μέλος ενός ανώτερου είδους ύπαρξης από τον άνθρωπο. Παραδόξως, το κομμάτι διασκευάστηκε από τον Peter Noone των Herman’s Hermits και έγινε hit στην Αγγλία. Ο Bowie εμπνέεται από τον γιό του και στο “Kooks”, ένα τραγούδι-νεύμα στις δουλειές του Neil Young, τον οποίο ο Bowie άκουγε όταν έμαθε τα νέα πως έγινε πατέρας.

Ανάμεσα σε αυτά τα δυο τραγούδια εμπνευσμένα και αφιερωμένα από και στον γιό του, ο Bowie τοποθετεί στο album τα “Eight Line Poem” και το διαχρονικά κορυφαίο “Life On Mars?”. Η εκπομπή του BBC Radio 2 “Sold on Song”, περιγράφει το “Life On Mars?” ως μια μίξη ενός μιούζικαλ του Broadway και μιας ζωγραφιάς του Salvador Dali.

Η γέννηση του “Life On Mars?” τοποθετείται περί το 1968. Ο Bowie είχε γράψει τους αγγλικούς στίχους για ένα γαλλικό κομμάτι με τίτλο “Comme, D’Habitdude” και ονόμασε την αγγλική εκδοχή “Even a Fool Learns to Love.” Δυστυχώς, το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε ποτέ, και λίγο αργότερα ο Paul Anka άκουσε το original κομμάτι, αγόρασε τα δικαιώματά του, και το έγραψε εκ νέου, κυκλοφορώντας το ως “My Way.” Ο Anka έδωσε το τραγούδι στον Frank Sinatra και το κομμάτι έγινε συνώνυμο του τελευταίου και ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια όλων των εποχών. Έτσι, ο Bowie αρχικά είχε ηχογραφήσει το “Life On Mars?” ως παρωδία για τον Sinatra. Εν τέλει κατάφερε να αποδεχθεί αυτό που συνέβη και παραδέχθηκε πως το κομμάτι ήταν εμπνευσμένο από τον Frank Sinatra.

Στο τελευταίο τραγούδι της πρώτης πλευράς του δίσκου, “Quicksand”, ακούγεται μια μπαλάντα που αντλεί έμπνευση από μη μουσικές επιρροές του Bowie όπως ο βουδισμός, ο Nietzsche, ο Aleister Crowley και το occult γενικότερα. Ο συμπαραγωγός του, Ken Scott, είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του στο “All Things Must Pass” του George Harrison και ήθελε να δώσει έναν παρόμοιο ήχο στο τραγούδι, χρησιμοποιώντας πολλές ηχογραφήσεις από ακουστικές κιθάρες.

Η δεύτερη πλευρά του “Hunky Dory” ανοίγει με διασκευή του “Fill Your Heart” των Biff Rose και Paul Williams. Πρόκειται για μια απλή εισαγωγή για αυτό που ακολουθεί, τρία τραγούδια αφιερωμένα σε σημαντικές πηγές έμπνευσης για τον Bowie: “Andy Warhol”, “Song for Bob Dylan”, και “Queen Bitch.” Το τελευταίο αφιερώθηκε στους The Velvet Underground και στον Lou Reed συγκεκριμένα. Ακούγοντας προσεκτικά το τραγούδι, εντοπίζονται αποσπάσματα από το “Sweet Jane.” Η μορφή του κομματιού είναι παρόμοια με αυτή που χρησιμοποίησε έναν χρόνο αργότερα ο Bowie στο “The Rise and Fall of Ziggy Stardust.” Ανάμεσα σε όλα τα κομμάτια του δίσκου, αυτό ήταν που καταδείκνυε την κατεύθυνση που θα έπαιρνε η καριέρα του Bowie.

Ο δίσκος κλείνει με τη μπαλάντα “The Bewlay Brothers.” Ένα από τα τελευταία τραγούδια που γράφτηκαν και ηχογραφήθηκαν για το album. Ο Bowie είπε στον Ken Scott πως έγραψε το τραγούδι έχοντας στον νου του την αμερικάνικη αγορά επειδή “οι Αμερικάνοι αρέσκονται στο να ψάχνουν πιο βαθιά ένα τραγούδι, παρότι οι στίχοι δεν έχουν κανένα νόημα.”

Παρά το γεγονός πως έλαβε διθυραμβικά σχόλια από τους κριτικούς, το “Hunky Dory” δεν έγινε δημοφιλές έως τα μέσα του 1972, αφότου είχε προηγηθεί η προώθηση του “The Rise and Fall of Ziggy Stardust.” Ο Bowie είχε χαρακτηρίσει το album ως ένα από τα σημαντικότερα της καριέρας του. Μιλώντας στο περιοδικό “Uncut” και τον Chris Roberts το 1999, είχε δηλώσει πως “το Hunky Dory έθεσε ένα φανταστικό έδαφος. Μου πρόσφερε για πρώτη φορά στη ζωή μου ένα πραγματικό κοινό, ανθρώπους που έρχονταν και μου έλεγαν ότι το album ήταν καλό, ότι τα τραγούδια του ήταν καλά. Αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί. Έβρισκα τα πατήματά μου επιτέλους. Επικοινωνούσα αυτό που ήθελα να κάνω”.

Το 1971 ήταν μια σπουδαία χρονιά για τη μουσική. Το “Hunky Dory” ήταν μεταξύ των albums που θέλουν αυτή τη χρονιά μια από τις πλέον κορυφαίες για την τέχνη. Για τον David Bowie, αποτέλεσε τον επίλογο της πρώτης φάσης μιας μουσικής καριέρας την οποία ελάχιστα άτομα μπορούν ή θα μπορέσουν ποτέ να ανταγωνιστούν.

Τελευταία