Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Taxi Driver

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Taxi Driver

Από τον νυχτερινό ανταποκριτή του Jake Gyllenhaal κάνουμε το άλμα στον πιο κλασσικό περιηγητή της νύχτας στον κινηματογράφο, τον αυθεντικό και πρώτο Literally Meχαρακτήρα που συνοψίζει την αντρική αγανάκτηση. Τον εικονικό Travis Bickle του Robert DeNiro στο μυθικό Taxi Driver του Martin Scorsese.

Οφείλω να αναφερθώ κι εδώ στην προσωπική σύνδεση. Ο «Ταξιτζής» ήταν μια ταινία που άκουγα από πολύ μικρός, πολύ πριν είμαι σε καμία κατάλληλη ηλικία για να τον δω. Ήταν από αυτές τις ταινίες που σχεδόν πάντα υπήρχαν στη συνείδηση μου. Μεγαλώνοντας ως ένα συνεσταλμένο παιδί κι έχοντας μπει σε μια εφηβεία όπου ήμουν ομολογουμένως outsider στην σχολική κοινωνία, η πρώτη θέαση γύρω στα δεκαπέντε ήταν μια αποκάλυψη.

Η μοναξιά του Travis ήταν κάτι με το οποίο μπορούσα να ταυτιστώ όπως κι οι αϋπνίες του, όσο κι αν τις είχα σε μικρότερο βαθμό. Η ψυχολογία του ένα αμάλγαμα των φόβων μου για το που μπορεί να καταντήσω και μιας στερεοτυπικής αντρικής θεώρησης στην κοινωνία τόσο όταν γυρίστηκε, όσο όταν τον είδα για πρώτη φορά αλλά ακόμα και σήμερα.

Η διαχρονικότητα ενός χαρακτήρα που προέκυψε σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά για τον σεναριογράφο του, Paul Schrader, κάτι που ταυτόχρονα πρέπει να μας προβληματίσει αλλά και δεν μας αφήνει την επιλογή παρά να εξετάσουμε αυτή την κατάθεση ψυχής ως πικρή υπενθύμιση της πανταχού παρούσας τοξικής αρρενωπότητας όπως προκύπτει από τη μη-θεραπευόμενη ψυχική ασθένεια.

Ο Travis Bickle είναι ένας χαμηλής μόρφωσης ταξιτζής που πήρε τιμητική απαλλαγή από τους πεζοναύτες. Δεν μπορεί να κοιμηθεί κι έτσι αποφασίζει να δουλέψει νύχτες. Εμφανώς παρίας, βλέπουμε τον εσωτερικό μονόλογο του στην αφήγηση του προσωπικού ημερολογίου του, την πρώτη της καριέρας του Scorsese, στοιχείο που θα εξελιχθεί σε σήμα κατατεθέν του. Από την αρχή της ταινίας είναι χαρακτηριστική η οπτική του Travis για τον εαυτό του, αναφορικά με την ψυχική ασθένεια του.

Δεν θεωρεί πως πρέπει οι άνθρωποι να παρατηρούν εμμονικά τους εαυτούς τους αλλά πρέπει να γίνουν σαν τους υπόλοιπους. Τραγική ειρωνεία που αυτό κάνει και θα συνεχίσει για την υπόλοιπη ταινία αλλά αμέσως μετά βλέπουμε την προσπάθεια του να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή. Στο πανέμορφο πρόσωπο της Betsy (Cybill Shepherd), μέλος της προεκλογικής καμπάνιας του προεδρικού υποψηφίου βλέπει έναν -εξίσου μοναχικό μ’ αυτόν- λευκό άγγελο μέσα στη βρώμα που θεωρεί το σύνολο της Νέας Υόρκης.

Πολύ σύντομα, με αυτοπεποίθηση άντρα που στέλνει το πρώτο μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα της ζητήσει να βγούνε κι εκείνη τον βρίσκει αρκετά αντιφατικά ενδιαφέροντα ώστε να δεχτεί κι ένα δεύτερο ραντεβού για ταινία. Μέσα στην αντικοινωνική του αφέλεια θα την πάει σ’ ένα καλλιτεχνικό πορνό, με συνέπεια να τον παρατήσει άμεσα και να ξεκινήσει η κατρακύλα του.

Συνεχίζοντας να παρατηρεί τη βρωμιά της πόλης κάθε νύχτα, τους νταβατζήδες, τους κλέφτες, όλους τους κολασμένους, κυρίως μαύρους άντρες, θα πέσει πάνω στην Iris (Jodie Foster), ανήλικη πόρνη που εκμεταλλεύεται ο Sport (Harvey Keitel). Χωρίς κανένα ερωτικό στοιχείο προς εκείνη, θέλει να αναλάβει το ρόλο του λευκού ιππότη που θα τη σώσει ενώ παράλληλα βυθίζεται όλο και περισσότερο στη μονομέρεια του, με μια εμμονή γύρω από τα όπλα να αναπτύσσεται και να κορυφώνεται, μαζί με μια ιδεοληπτική αφιέρωση σε κάποια μοιραία και δραστικά βίαιη αποστολή.

Ο Travis Bickle είναι ο άντρας δίπλα μας. Είναι αυτός που γεννήθηκε στη φτώχεια και αναπτύχθηκε άνισα, χωρίς καθοδήγηση, ενδεχομένως με κάποιο καταπιεσμένο τραύμα που βλέπουμε μόνο τα αποτελέσματα του. Είναι ο ταρίφας που δεν αντέχει αυτούς τους μετανάστες που θέλουν να κλέψουν τις γυναίκες μας και φωνάζει πως επιτέλους πρέπει να γίνει κάτι μ’ αυτή την κατάσταση. Στην εποχή μας μπορεί να ήταν ένας incel που συχνάζει στα φόρα του 4Chan, ο οποίος ίσως να είχε μια ευκαιρία στη ζωή, στην ευτυχία, στον έρωτα άμα αναγνώριζε τον εαυτό του ως ψυχικά ασθενή και έκανε κάτι γι’ αυτό αντί να χάνεται στο σύνδρομο καταδίωξης όπου όλα είναι ενάντια στον λευκό “nice guy” που πιστεύει ότι είναι.

Όσο κι αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε πλέον τον Travis σαν τον λευκό άνδρα της διπλανής πόρτας, ήταν τρομερά θαρραλέο εκ μέρους των Schrader, Scorsese και De Niro να πουν αυτή την ιστορία. Είναι μια αφήγηση που η χώρα με ήρωα τον John Wayne που καθάριζε σαν άντρας και έπρεπε να επωμιστεί το βάρος της «αναγκαίας» βίας του, θα προτιμούσε να μένει αθέατη. Μια ενδημική αντρική ψυχολογία που καλλιεργείται από την παγκόσμια δεξιά αλλά που πάντα την κατηγοριοποιεί ως μεμονωμένα περιστατικά φρενοβλαβών ενώ η παγκόσμια αριστερά εξίσου δεν βοηθάει θεωρώντας την ιδεολογική διαστροφή της άλλη πλευράς. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αλλαγή προς το καλύτερο και ίαση των παθούντων.

Ο Scrosese την δίνει με μια από τις πιο αόρατες σκηνοθεσίες του. Πατάει στο λεπτομερειακό σενάριο του Schrader που δίνει ένα μωσαϊκό της κοινωνίας μέχρι κι απ’ τον τελευταίο περαστικό που εμφανίζεται. Τα σήματα κατατεθέντα του είναι εκεί από άποψη πλάνων και μοντάζ αλλά περισσότερο βασίζεται σε έναν υπνωτιστικό ρυθμό και τονικές βουτιές στο σκοτάδι που παραλληλίζονται με τις διακυμάνσεις αστάθειας στο μυαλό του πρωταγωνιστή του.

Το μουσικό θέμα του Bernard Herrmann που τον ακολουθεί σ’ όλη τη διάρκεια παίζει κι αυτό το μέγιστο ρόλο του. Ήταν η τελευταία δουλειά του τεράστιου συνθέτη πριν τον θάνατο του κι αφήνει ένα ηχηρό στίγμα. Στο μεγαλύτερο μέρος ως smooth jazz που θα συντρόφευε πάντα μια στερεοτυπική Νέα Υόρκη, η παραλλαγή του στη βίαια σκηνή κορύφωσης μιλάει όσο και τα δρώμενα. Είναι κι η σκηνή για την οποία η ταινία θα έπαιρνε το X Rating, πράγμα που έφτασε τον Scorsese στα όρια του φόνου μέχρι να αποφασίσει να αλλάξει τα χρώματα της σκηνής ώστε το αίμα να φαίνεται πιο αποχρωματισμένο.

Γι’ αυτή τη σκηνή και μέχρι το τελευταίο λεπτό έχουν γίνει πλείστες αναλύσεις. Όλη αυτή η καταληκτική σεκάνς είναι διφορούμενη, έχει χαρακτηριστεί αποκύημα της φαντασίας του πρωταγωνιστή ή μέγιστο ειρωνικό σχόλιο για την κοινωνία που ζούμε. Το μόνο που μπορώ να πω από πλευράς μου είναι πως όλα τα off στοιχεία που περιέχει, είναι ο ιδανικός επίλογος για ένα πλήρως ταραγμένο μυαλό σαν αυτό που ακολουθούμε σ’ όλη τη διάρκεια.

Είναι κι ένα στοιχείο που πλέον έχει χαθεί από το μεγαλύτερο εύρος της mainstream κινηματογραφικής παραγωγής. Αυτό που σε κάνει να αναρωτιέσαι, ένα ανοιχτό τέλος που θα δημιουργήσει έντονες συζητήσεις και διαφωνίες. Τα media πλέον τα θέλουν όλα τακτοποιημένα και με μια όμορφη κορδελίτσα, όσο κι αν οι ψυχολογίες σαν του Travis συνεχίζουν να αποτελούν συνηθέστατο φαινόμενο και οξύνονται ποικιλοτρόπως.

Τουλάχιστον υπάρχουν ταινίες σαν το Taxi Driver που μίλησαν, που έδειξαν την πλευρά τους προσώπου μας που θα προτιμούσαμε να κρύβουμε. Ο Scorsese ήταν μικρός κι άγριος ακόμα αλλά έγινε ο μεγαλύτερος mainstream σκηνοθέτης στην ιστορία. Όταν μιλάμε για τις καλύτερες ταινίες του ή στο Taxi Driver θα αναφερθούμε ή στο Raging Bull ή στο Goodfellas. Σκληρές ταινίες για αυτές τις πλευρές μας που θα προτιμούσαμε αθέατες αλλά που η αλήθεια τους τις έκανε καλλιτεχνικά αθάνατες.

Τελευταία