Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑBauhaus - Η darkwave αναζήτηση του Satori

Bauhaus - Η darkwave αναζήτηση του Satori

Πρόλογος: Μια προσωπική υπόθεση

Το να προσπαθείς να συνοψίσεις την πορεία μιας μπάντας που μεγάλη μερίδα κόσμου θεωρεί ως μια από τις πλέον επιδραστικές στην πορεία της εναλλακτικής μουσικής και μια από τις «μήτρες» που γέννησαν το ιδίωμα του goth είναι από μόνο του ένα εγχείρημα δύσκολο. Όταν, δε, η συγκεκριμένη μπάντα είναι και μια από αυτές με τις οποίες έχεις και ένα συναισθηματικό δέσιμο και ορισμένες αναμνήσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μουσική τους, το εγχείρημα αυτό δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο γιατί η υποκειμενικότητα πρέπει να μετριαστεί. Από εκείνη την ημέρα στο Γυμνάσιο που διάβασα στο Ποπ + Ροκ για «το single που γέννησε το goth» μέχρι το βράδυ του 2008 στον Αλχημιστή στου Ψυρρή που μια κοπέλα χόρευε μόνη της το She’s In Parties (η επίσημη γνωριμία μου με τη μουσική τους), οι Bauhaus ήταν απλά ένα όνομα. Ένα όνομα το οποίο με το πέρασμα του χρόνου κατέληξε να αποτελεί σημείο αναφοράς στο πως αντιλαμβάνομαι αυτό που μέσα στο μυαλό μου ορίζω ως «σκοτεινή μουσική».

Ένα single, μια ιστορία - Bela Lugosi’s Dead

Η Αγγλία στα τέλη της δεκαετίας του ’70 έχει να κανακεύεται για αρκετά από τα ονόματα που αργότερα θα αποτελέσουν Ευαγγέλια στους ακολούθους της Darkwave σκηνής, με πρωθιέρεια την Siouxsie Sioux και ονόματα όπως αυτά των Joy Division και Cure να την ακολουθούν χρονολογικά. Ονόματα τα οποία ήταν σαφώς πιο ταγμένα στην κληρονομιά του punk και στη διαιώνισή του με την μορφή του post punk. Οι Bauhaus από το Northampton, ωστόσο, ξεκίνησαν θέλοντας να «αμαυρώσουν» το glam rock και να το μπολιάσουν με αρκετή αστική νοσηρότητα. Τέσσερις μουσικοί που αγαπούν πληθώρα ήχων, από το kraut των Faust και των Can και το punk των Sex Pistols και Clash μέχρι την αγνή έλλειψη ορίων των Residents και του Captain Beefheart, αλλά ωστόσο πάντα καταλήγουν πίσω στους Roxy Music, τον Bowie και τους T-Rex. Οι Peter Murphy (φωνητικά), Daniel Ash (κιθάρα), David J (μπάσο) και Kevin Haskins (τύμπανα) το 1978 μετά από αρκετές συγκυρίες δημιουργούν τους Bauhaus 1919 –ένα σχόλιο πάνω στην μαζική προσέγγιση της μουσικής κατ’ αναλογία με τα «πιστεύω» του ομώνυμου γερμανικού καλλιτεχνικού κινήματος- και μετά από λίγες ζωντανές εμφανίσεις, διαβαίνουν το κατώφλι των στούντιο Beck για να ηχογραφήσουν 5 κομμάτια.

Ένα από αυτά τα κομμάτια θα κυκλοφορήσει ως πρώτο single του συγκροτήματος και θα τους συστήσει στο κοινό ως –σκέτο- Bauhaus. Ακόμα και σήμερα, το Bela Lugosi’s Dead ακούγεται το ίδιο θορυβώδες, αντισυμβατικό, παράξενο και σκοτεινό στα εννιά λεπτά διάρκειάς του. Με το υπνωτιστικό μπάσο και τα εφιαλτικά φωνητικά του Murphy, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα τύμπανα, τους θορύβους της κιθάρας, αρνούνται να υπακούσουν σε οποιονδήποτε κανόνα ενώ στήνουν τον επικήδειο του πρώτου αγγλόφωνου Δράκουλα. Δύσκολο μετά από αυτό το κοινό να μην τους ταυτίσει με την goth ταμπέλα, όσο και οι ίδιοι να την αποφεύγουν.

Οριοθετώντας τα goth πεδία - In The Flat Field

Το 1980 δικαιωματικά είναι η χρονιά του goth. Οι Joy Division μετά το θάνατο του Ian Curtis κυκλοφορούν το Closer, οι Cure σκοτεινιάζουν και ξεκινούν την goth τριλογία τους με το Seventeen Seconds. Αφού έχουν υπογράψει με την 4AD και κυκλοφορήσει άλλα δύο singles (τα Dark Entries και Terror Couple Kill Colonel) οι Bauhaus κυκλοφορούν το full length ντεμπούτο τους και τα αποτελέσματα ακόμα και σήμερα παραμένουν μνημειώδη. Το In The Flat Field είναι ένας δίσκος ασύλληπτης αστικής παραφωνίας, γεμάτος στίχους που ισορροπούν ανάμεσα στο προκλητικό και το παράλογο και μουσική που μυρίζει υγρασία, μούχλα, καυσαέριο και κάτουρο.

Μια κυκλοφορία-ορόσημο μιας αβέβαιης ψυχροπολεμικής εποχής που η παρακμή αποκτά μια διεστραμμένη γοητεία και οι νευρώσεις του ανθρώπου βγαίνουν στο προσκήνιο. Από το εναρκτήριο καταγγελτικό παραλήρημα του Double Dare μέχρι το κρεσέντο του Nerves, ο δίσκος αποτυπώνει μια μουσική παράφωνη, που άλλοτε περιγράφει μια αποξενωμένη κοινωνία στα όρια του απολυταρχισμού (Spy In The Cab), άλλοτε προκαλεί με θρησκευτικές εικόνες βγαλμένες από τα παιδικά χρόνια του Murphy (God In An Alcove, Stigmata Martyr), είτε συνδέει τις ημέρες του glam rock με νευρολογικές διαταραχές (St Vitus Dance). Και φυσικά, την ανία αυτής της καθημερινότητας (Small Talk Stinks) μέσα από τη θορυβώδη αποδόμηση της punk και της glam με κιθάρες που σκοπό δεν έχουν να τραγουδήσουν, αλλά να «κρώξουν» σαν τον θόρυβο μιας λεωφόρου και έναν frontman αφημένο σε μια μπάσα, σκοτεινά σαγηνευτική ερμηνεία.

Μια αριστουργηματκή φενάκη - Mask

Η φυγή του συγκροτήματος από την 4AD για χάρη της Beggars Banquet φέρνει μαζί της και τον μουσικό πειραματισμό και την εισαγωγή περισσότερων οργάνων στις συνθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των πλήκτρων και του σαξοφώνου. Μετά από δύο singles-προπομπούς, οι Bauhaus θα ηχογραφήσουν τον δεύτερο (και προσωπικό αγαπημένο) δίσκο τους, το Mask. Από το εναρκτήριο Hair of The Dog γίνεται σαφές ότι κάτι έχει αλλάξει στην μπάντα. Αν και η μουσική φόρμουλα παραμένει εν μέρει σταθερή, οι στίχοι μιλάνε για την προσκόλληση (ακόμα και σε μαζοχιστικά μεγέθη) στα ατομικά πιστεύω. Και μόλις ακουστούν οι τελευταίες του νότες, κάτι συμβαίνει. Το πρώτο hit της μπάντας και ανθεμικός ύμνος των απανταχού γκοθάδων, Passion Of Lovers, εισάγει το ρομαντισμό και τη σύνδεση έρωτα και θανάτου στη θεματολογία τους. Ένα κομμάτι που ακόμα και σήμερα αποτελεί ένα κάλεσμα στα dancefloors όσων μαγαζιών δηλώνουν πως παίζουν οτιδήποτε από το darkwave φάσμα.

Σε αυτόν τον δίσκο, επιπλέον, βρίσκεται η αγαπημένη μου διπλέτα: αυτή του Hollow Hills και του Kick In The Eye. Το πρώτο, ένα πένθιμο κομμάτι στα όρια του ambient που περιγράφει τη θλίψη των φανταστικών πλασμάτων από το θάνατο μιας νεράιδας, παγωμένο, αργόσυρτο και στοιχειωτικό. Το δεύτερο βρίσκει την μπάντα να πειραματίζεται με funk ρυθμούς και να μιλά για την προσπάθεια διαφωτισμού μέσω της υπερβολής. Από την άλλη, το In Fear of Fear αποτελεί ένα μανιφέστο της μπάντας που παραινεί τους ακροατές να σκοτώσουν τον φόβο μέσα τους και να προβούν στις αμαρτίες που λαχταρούν ατομικά. Αυτό που τη δεκαετία του ’80 ακούγεται προκλητικό, σήμερα καταλήγει να ακούγεται θεμελιωδώς απελευθερωτικό. Αλλά επειδή δεν ξεχνάμε πως ζούμε και εν μέσω πυρηνικής φοβίας, το The Man With The X-Ray Eyes μας υπενθυμίζει που ακριβώς ζούμε, έστω και ποιητικά.

Τρίτη και πειραματική - The Sky’s Gone Out

Ανάλογα με το ποιόν θα ρωτήσεις, το The Sky’s Gone Out του 1982 είναι είτε ένα παρεξηγημένο ενδοσκοπικό αριστούργημα είτε η πρώτη αδύναμη στιγμή των Bauhaus. Ανήκω στην πρώτη κατηγορία καθώς θεωρώ δεδομένο ότι οι πρώτοι δίσκοι δεν μπορούν να ξεπεραστούν σε θέμα καινοτομίας και (όπως φαίνεται και από τις καριέρες των μελών μετά τη διάλυσή τους) εν προκειμένω θέλησαν να «πουν» άλλα πράγματα. Καθόλου τυχαία, ο δίσκος ξεκινάει με μια διασκευή στο Third Uncle του Brian Eno, κομμάτι το οποίο αν και τιμούν, έχουν φέρει στα μέτρα τους. Το In The Night από την άλλη ίσως είναι η πιο «αδρεναλινάτη» στιγμή του σχήματος, όπου η κλασική Bauhaus φόρμα αποκτά μια περαιτέρω αμεσότητα και υπό κατάλληλες συνθήκες μπορώ να φανταστώ μέχρι και mosh pits να στήνονται στην κορύφωσή του. Το εσωστρεφές Swing The Heartache προλογίζει την παράξενη μπαλάντα του (επανηχογραφημένου γιατί η πρώτη έκδοση δεν άρεσε στο συγκρότημα) Spirit, ένα αναπάντεχο κομμάτι. Και τότε έρχεται η πειραματική τριπλέτα του The Three Shadows στην οποία οι Bauhaus στήνουν μια ενδοσκοπική παράσταση σε ένα νοητό Broadway, ωθώντας τους ηχητικούς πειραματισμούς τους στα άκρα.

Το All We Ever Wanted Was Everything είναι μια θλιμμένη στιγμή αυτογνωσίας για μια μπάντα που απέκτησε εμμονή να κατακτήσει την κορυφή από μια πόλη που λεγόταν Northampton, ενώ το κλείσιμο του Exquisite Corpse τους δείχνει να πειραματίζονται ακόμα και με reggae φόρμες. Την ίδια χρονιά, επίσης, η μπάντα θα εμφανιστεί στην ταινία The Hunger παίζοντας το Bela Lugosi’s Dead, επικυρώνοντας τη δημοτικότητά τους, ενώ η διασκευή τους στο Ziggy Stardust θα τους κλείσει μια θέση στο Top of The Pops. Όλα δείχνουν να βαίνουν καλώς.

Ένα αναπάντεχο τέλος - Burning From The Inside

Υπάρχουν δύο οδοί για μια μπάντα αυτού του τύπου: ή σκοτώνουν το άλογο νωρίς, ή συνεχίζουν κι όπου βγάλει με ανάμεικτα αποτελέσματα. Ωστόσο μια ιδιαίτερη μπάντα σαν τους Bauhaus προέβη σε μια πράξη διαφορετική. Οι ηχογραφήσεις του τέταρτου δίσκου τους βρίσκουν τον Peter Murphy με πνευμονία, να μην μπορεί να προσφέρει πολλές ιδέες στις ηχογραφήσεις. Στην εμφάνισή τους στο Hammersmith, ανακοινώνουν από σκηνής ότι «Αναπαύονται εν Ειρήνη» και σαστίζουν τους πάντες. Και ΑΚΡΙΒΩΣ επειδή είναι οι Bauhaus, μια εβδομάδα αργότερα κυκλοφορούν το Burning From The Inside. Γιατί έτσι.

Το Burning From The Inside, λοιπόν, είναι ένας δίσκος παρεξηγημένος. Ναι, δεν είναι ισάξιος των δύο πρώτων. Ναι, δεν τραγουδάει σε όλα τα κομμάτια ο Peter Murphy. Αλλά επίσης έχει το She’s In Parties, ένα απόλυτα κινηματογραφικό κομμάτι που συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της μπάντας. Επιπλέον, θέλω να δω αν υπάρχει ένας άνθρωπος που δε λυγίζει στο πιάνο του Who Killed Mr. Moonlight και στον στίχο «Someone Shot Nostalgia In The Back». Ο δε φόρος τιμής στον Antonin Artaud και στην αντίληψη του περί της τέχνης με το ομώνυμο κομμάτι, είμαι σίγουρος ότι θα τον έκανε να κοκκινίσει από συγκίνηση. Το δε Slice Of Life συγκαταλέγεται στα αγαπημένα κομμάτια των ελληνικών γκοθάδικων και με κάθε λόγο καθώς έχει την ούγια των Bauhaus απόλυτα κωδικοποιημένη σε μια κάπως πιο απογυμνωμένη φόρμα. Και για όσους έχουν το CD, αυτή η έκδοση περιλαμβάνει δύο από τα αγαπημένα μου singles τους, το ξεσηκωτικό Lagartija Nick και το Sanity Assassin που, αν ρωτάτε εμένα, είναι στα 10 καλύτερα κομμάτια τους.

Ξανά στις επάλξεις - Go Away White

Οι Bauhaus από τη διάλυσή τους επανενώθηκαν μόνο σε δύο περιστάσεις: σε μια τουρνέ προσωρινής επανένωσης το 1998 (η εμφάνισή τους στο Hammerstein Ballroom της Νέας Υόρκης στα πλαίσια της περιοδείας κυκλοφόρησε σε δίσκο ένα χρόνο αργότερα με την ονομασία Gotham) και μια αντίστοιχη το 2005. Βλέποντας ότι ίσως κάτι να υπάρχει ακόμα μεταξύ τους, αποφασίζουν να ηχογραφήσουν έναν ακόμα δίσκο. Το Go Away White του 2008 έμελλε να είναι η τελευταία τους απόπειρα, καθώς μετά αποφάσισαν να σταματήσουν να προσπαθούν, ενώ λόγω κάποιων περιστατικών που έλαβαν χώρα κατά τις ηχογραφήσεις (μια εκδοχή θέλει την υπόλοιπη μπάντα να είναι εκνευρισμένη με τον Murphy) λίγο έλειψε να μην κυκλοφορήσει. Οι Bauhaus το 2008, λοιπόν, ξέρουν ότι δε θα ξανανακαλύψουν τον τροχό, ξέρουν ότι μπορούν να εκφραστούν μέσα από προσωπικές κυκλοφορίες και, εν τέλει, ξέρουν ότι είναι μια άλλη εποχή την οποία δηλώνουν ήδη από το εναρκτήριο Too Much 21st Century.

Από ‘κει και πέρα τι μένει; Ξανακούγοντας το δίσκο, υπάρχουν στιγμές που μπορείς να εκτιμήσεις. Tο συγκινητικό «ερωτικό γράμμα στον Bowie» του Undone. Το βγαλμένο από τα «παλιά χρόνια» αλλά με σύγχρονη ματιά Endless Summer of The Damned. Ο σχεδόν industrial πειραματισμός του The Dog’s A Vapour. Η θορυβώδης κιθάρα του Mirror Remains. Ο βόμβος του κλεισίματος με το Zikir. Μπορεί να μην επιθυμήσω να τα ακούσω ζωντανά, ωστόσο όταν τα ακούσω εντός δίσκου, δε θα περάσω άσχημα και θα δω ότι ήξεραν τι έχουν κάνει στην πορεία τους και ότι προσέγγισαν το όλο εγχείρημα με κάποια ταπεινότητα.

Κλείνοντας…

Λίγο πριν ανακοινώσουν το reunion tour του 2020 και η πανδημία μας στερήσει την ευκαιρία να τους δούμε οι νεότεροι σε ηλικία που δεν είχαμε την ευκαιρία να είμαστε στο Σπόρτινγκ το 1983, είχαμε ψυλλιαστεί ότι μάλλον κάτι μαγειρεύεται καθώς ο Peter Murphy περιόδευσε με τον David J παίζοντας όλο το In The Flat Field. Και τώρα, ένα χρόνο μετά την ακυρωμένη συναυλία τους, έχουμε την ευκαιρία να τους δούμε. Και αυτό, αν μη τι άλλο, είναι ένας λόγος να πεις ότι κάθε αναμονή αξίζει. Γιατί μπορώ να κλείσω ένα μεγάλο απωθημένο σε συναυλιακό επίπεδο και να δικαιολογήσω εκείνη την επίσκεψη στα Metropolis της Πανεπιστημίου το 2009 που είχα πείσει τον Χανδρινό να αγοράσει το Burning From The Inside χωρίς καν να το ‘χει ακούσει.

Τελευταία