Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . La Haine

Ο Στέφανος Προτείνει. . . La Haine

Η επιλογή να πάμε από την οργή και το μίσος για την κοινωνία του Travis Bickle στα αντίστοιχα του Vinz ήταν μονόδρομος. Αλλωστε στις πρώτες σκηνές της ταινίας ο ένας εκ των τριών πρωταγωνιστών του La Haine «προπονείται» στον καθρέφτη με τα “Are You Talking To Me?” του Taxi Driver. Κινηματογραφικοί παράλληλοι και συνδέσεις από αυτές για τις οποίες φτιάχτηκε η παρούσα στήλη. Μια ακόμα σύνδεση που με χαροποιεί ιδιαίτερα είναι πως κάνουμε ένα άλμα από την Αμερική στη Γαλλία, ανάλογα με το άλμα που είχαμε κάνει από την Γαλλία στην Αμερική, από το Climax στο Once Upon A Time In America.

Η ταινία έκλεισε τα 25 χρόνια της το 2020 κι είχε προβληθεί επετειακά στην Ελλάδα μέσω της Bibliotheque. Δεν την καλύψαμε τότε αλλά ευτυχώς μας δίνεται η ευκαιρία σήμερα καθώς είναι μια ταινία (δυστυχώς) διαχρονική, μια ταινία που με πολύ λίγα λέει τα πάντα για την κοινωνική πάλη στο ανώμαλο σύστημα που ζούμε και η καλύτερη ταινία του δημιουργού της. Ο Mathieu Kassovitz έχει δουλέψει περισσότερο ως ηθοποιός με πιο υψηλού προφίλ ρόλο τον φίλο της Amelie και ποτέ δεν σκηνοθέτησε ξανά κάτι τόσο δυνατό όσο το La Haine. Αρκεί όμως αυτή η ιστορία του ταξιδιού τριών φίλων μέσα σε μια κομβική για τη ζωή τους μέρα ώστε να μείνει αθάνατος στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η ταινία ξεκινάει με μπάχαλα υπό τους ήχους του Bob Marley καταλήγοντας στην είδηση ότι ο νεαρός Abdel βρίσκεται στο νοσοκομείο χαροπαλεύοντας ύστερα από το ξυλοκόπημα της αστυνομίας. Μεταφερόμαστε στο γκέτο όπου μένει και στους φίλους του Saïd (Saïd Taghmaoui), Vinz (Vincent Cassel) και Hubert (Hubert Koundé) τους οποίους θα ακολουθήσουμε για όλη αυτή την επόμενη μέρα από την βίαια ταραχή στην μικρή κοινωνία. Τον Saïd τον καίει να του επιστραφεί ένα μικροποσό που του χρωστάει κάποιος, ο Vinz κοιμάται σαν μοσχάρι μάλλον γιατί έκαιγε μπάφους κι ο Hubert τους περιμένει μέσα στο, καμένο από τα χθεσινά μπάχαλα, γυμναστήριο μποξ του.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια αλήτικη περιήγηση που θα τους φτάσει μέχρι το Παρίσι. Η ταινία δεν έχει ιδιαίτερη πλοκή. Οι αφηγηματικοί κρίκοι που την διέπουν είναι αυτό το μικρό χρέος και το γεγονός ότι ο Vinz έχει το όπλο ενός μπάτσου με το οποίο απειλεί πως θα εκδικηθεί τους μπάτσους αν πεθάνει ο Abdel. Η αφήγηση στηρίζεται σε μικρά επεισοδιάκια μεταξύ των οποίων μας δηλώνεται η ώρα που λαμβάνουν χώρα. Τα τρία αλήτικα παιδιά μας θα αλληλεπιδράσουν με ένα μεγάλο λαϊκό φάσμα της Γαλλίας και με την αστυνομία πάντα να παραμονεύει. Φαινομενικά άσχετες κουβέντες φωτίζουν την ψυχολογία τους όπως κι αυτή της κοινωνίας αλλά κι αποτελούν ένα φιλοσοφικό σκάλισμα της ύπαρξης εν γένει σε αυτή την πορεία που θυμίζει τις πρώιμες ταινίες του Jim Jarmusch λες και τους έκανε remake ο Quentin Tarantino.

Στην χρήση της κάμερας και κάθε ήχου ο Kassovitz είναι συνάμα οικονομημένος αλλά και αιχμηρός. Από τη μια η σκηνοθεσία του προσπαθεί να βρει τις κατάλληλες γωνίες και κινήσεις ώστε να μην εξαντληθεί σε περιττά πλάνα, από την άλλη κάθε εξόφθαλμη στυλιστική πινελιά που βάζει (και θα είναι αρκετές) χτυπάει κατακούτελα σε αντίθεση με τη γενικότερα νατουραλιστική κινηματογράφηση. Η μουσική ενισχύει αντίστοιχα και τις δύο πλεύρες.

Από τον προαναφερθέντα Bob Marley στα τρία τραγούδια των Beastie Boys και την υπόλοιπη hip hop που ακούγεται μέχρι την μαύρη soul που ακούει μόνος του ο Hubert, το ηχοτοπίο υπογραμμίζει τη λαϊκή διάσταση της ιστορίας χωρίς να αποσπά την προσοχή ως κάτι κατασκευασμένο και κινηματογραφικό. Ο Kassovitz όμως μας λέει να προσέξουμε και μέσω της ιπτάμενης κάμερας του, στο ιντερλούδιο του Dj Skud γραμμένο από τον Cut Killer που είναι και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της ταινίας στην ποπ κουλτούρα με το συνδυασμού του μυθικού πλέον “Sound Of Da Police” με το Je Ne Regrette Rien της Edith Piaf. Η μπατσαρία ακούγεται παντού και πάντα αλλά κι οι καταπιεσμένοι δεν μετανιώνουν.

Το τελευταίο στοιχείο της σκηνοθετικής προσέγγισης που κέρδισε για τον Kassovitz τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες εκείνης της χρονιάς είναι η χρήση του ασπρόμαυρου. Σε πρώτο επίπεδο κάνει την ταινία ταυτόχρονα πιο αποστασιοποιημένη αλλά και οπτικά ξεχωριστή ενώ σε δεύτερο σχολιάζει τη βασική θεματική του άσπρου και του μαύρου στην κοινωνία υπό κατάρρευση που ζούνε οι τρεις ήρωες μας. Το γενικότερο πεδίο όπου παλεύουν καθημερινά αλλά κι οι μεταξύ τους αντιθέσεις που θα βγουν στην επιφάνεια σ’ αυτή την πιο καθοριστική ημέρα της ζωής τους.

Τρία παιδιά, από Αραβική, Εβραϊκή και Αφρικανική καταγωγή αντίστοιχα, τρεις αποχρώσεις στο φάσμα που βρίσκεται ο λαϊκός φτωχός άνθρωπος. Ο Εβραίος Vinz είναι αυτός που ίσως έχει μια κάπως πιο άνετη ζωή από την οικογένεια του. Είναι ο πιο μαχητικός και φαινομενικά βίαιος από τους τρεις αλλά στον τοίχο του έχει από τον Bruce Lee μέχρι και τον παλαιστή Bret Hart μεταξύ άλλων, παρά την εξεγερμένη του στόχευση δεν παύει να είναι ένα παιδί που καθορίζεται κι από την βία ως κουλ φαντασιακό της ποπ κουλτούρας.

Οι αφίσες του μαύρου Hubert τον δείχνουν πολύ πιο συνειδητοποιημένο. Οι τοίχοι κυριεύονται από τον Mohammed Ali αλλά υπάρχει και το στιγμιότυπο των μαύρων αθλητών από τους Ολυμπιακούς του 1986 με υψωμένες τις black power γροθιές τους. Θέλει να φύγει απ’ το γκέτο κι η προηγούμενη νύχτα έκανε στάχτες ό,τι έχτιζε για να πετύχει αυτόν τον σκοπό.

Ο Αραβας Saïd στη μέση, καλοπροαίρετος και με το μυαλό στις γυναίκες, λειτουργεί κάπως σαν ίσο μεταξύ του πάντα έτοιμου να χτυπήσει Vinz και του οριακά ειρηνιστή Hubert. Αυτό γίνεται κι οπτικά ξεκάθαρο από πολλά πλάνα του Kassovitz αλλά κυρίως στη σκηνή ανθολογίας σε κάποιες τουαλέτες του Παρισιού όπου βρίσκεται κυριολεκτικά ανάμεσα τους και με τους τρεις σε χωρισμένα κομμάτια του χώρου καθώς τσακώνονται για ό,τι τους έχει συμβεί μέχρι εκείνο το σημείο. Γίνεται σκηνή ανθολογίας όταν θα τους διακόψει ένας, όσο αστείος τόσο γλυκός, παππούλης που αφόδευε, με μια ιστορία που ενώ αργότερα θα αναρωτιούνται τι νόημα είχε, στην πραγματικότητα συνοψίζει όλο το κωμικοτραγικό στοιχείο της αδυσώπητης ανθρώπινης ύπαρξης που πάντα συνεχίζει.

Γι’ αυτό και η ταινία είναι ένα διαχρονικό αριστούργημα. Το σκοινί που τεντώνεται ανάμεσα σε τρεις φίλους των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων είναι κάτι με το οποίο ταυτιζόμαστε όλοι οι, λίγο ή περισσότερο, φτωχοί αυτού του κόσμου. Όσοι καλούμαστε να ανησυχούμε συνέχεια για την επιβίωση μας απέναντι στο απολυταρχικό τέρας του καπιταλισμού. Προσπαθούμε να καθορίσουμε και τρωγόμαστε μεταξύ μας για ένα ηθικό άσπρο και μαύρο ενώ το σύστημα συνεχίζει ακάθεκτο. Πόσους Abdel είχαμε μόνο στην Ελλάδα απ’ όταν βγήκε η ταινία;

Γρηγορόπουλος, Φύσσας, Κωστόπουλος. Οι ζωές χάθηκαν και δεν γυρίζουν πίσω, η ελεύθερη πτώση του κοινωνικού ιστού που καταγγέλλει η ταινία το διαρκές βίωμα μας κι εμείς καλούμαστε να υπάρχουμε με μια σχετική αξιοπρέπεια μες τη μαζική παράνοια. Η ταινία στην κατάληξη της αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα μας όπου το μίσος γεννά μισός. Εμείς έχουμε βιώσει αρκετές επόμενες ημέρες ώστε να δούμε πως οι θυσίες μπορούν να φέρουν μια μικρή αλλαγή και μια στάλα δικαιοσύνης ύστερα από πολύ αγώνα.

Παρόλα αυτά το βαρέλι της πτώσης δεν έχει πάτο, κάθε θάνατος προοικονομεί μια όλο και πιο βίαιη σύγκρουση όταν φτάσουμε σ’ αυτόν κι απλά θα θέλαμε ο θάνατος να σταματήσει. Ποια απόδοση δικαιοσύνης θα μας σώσει όταν ακόμη παραμονεύει σε κάθε γωνιά κι αποτελεί την σταθερή κληρονομιά του είδους μας; Η ζωή δεν σταματά ποτέ, η ελευθερία, η ισότητα κι η αδελφοσύνη αποτελούν τις πιο υποτιμημένες έννοιες σταθερά και πάντα ο πλανήτης γυρίζει με άξονα Το Μίσος.

Τελευταία