Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑMetropolis-ταξικός αγώνας από το μέλλον ( ; )

Metropolis-ταξικός αγώνας από το μέλλον ( ; )

Ουτοπία και δυστοπία. Δύο αντίθετες έννοιες που δένονται άμεσα με το πώς ο ανθρώπινος νους (και κατ’ επέκταση η Τέχνη) συλλογίζονται το μέλλον. Από τη μία, εικόνες μεγαλείου και ο θρίαμβος του ανθρώπου με τη βοήθεια της τεχνολογίας και από την άλλη η κατακρήμνιση του πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε, είτε από την ανθρώπινη χείρα είτε από κάποιον εξωγενή παράγοντα. Συχνά αυτά τα δύο σενάρια έχουν αποτελέσει την πηγή από την οποία εμπνεύστηκαν και δημιουργήθηκαν ιστορίες που ατένιζαν το άγνωστο μέλλον, σπάνια συνδυάστηκαν με τόση αρμονία όση στην ταινία που τόλμησε να δείξει την ουτοπία του ενός ως δυστοπία του άλλου το μακρινό 1927. Η Metropolis του Fritz Lang ακόμα και σήμερα παραμένει ένα πολιτιστικό μνημείο υποδειγματικού κινηματογράφου.

Γυρνώντας στη δεκαετία του ’20, γίνεται αντιληπτό ότι τα πράγματα στη Γερμανία είναι σε αναβρασμό. Από τη μία η απογοήτευση της ήττας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η επακόλουθη κοινωνική κρίση σταδιακά αντικαθίστανται από μια περίοδο ευημερίας λίγο πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Από την άλλη, η πολιτική κατάσταση, αν και έχει στραφεί προς μια προοδευτική πορεία, έχει στον άλλο πόλο της το Ναζιστικό Κόμμα, το οποίο αν και ακόμα κυμαίνεται στο 3% των ψήφων στις εκλογές, ετοιμάζεται να γιγαντωθεί. Ήδη από τις αρχές του αιώνα, στη χώρα αναδύεται το καλλιτεχνικό κίνημα του Γερμανικού Εξπρεσσιονισμού, το οποίο αντί να υμνεί την πρόοδο της τεχνολογίας, παραλλάσσει την εξωτερική πραγματικότητα (συχνά με φρικαλέα αποτελέσματα) για να αναδείξει τη συναισθηματική κρίση των ανθρώπων μπροστά στις εξελίξεις. Τη δεκαετία του ’20, αυτό το κίνημα θα γίνει και η ίσως δημοφιλέστερη μορφή τέχνης στη χώρα και φυσικά θα ριζώσει και στον κινηματογράφο. Σκηνοθέτες όπως ο Robert Wiene, ο Friedrich Wilhelm Murnau και ο Fritz Lang θα εξερευνήσουν τα όρια της σκηνοθεσίας σε ως επί το πλείστον κλειστά στούντιο με ζωγραφισμένα σκηνικά, μειώνοντας το κόστος παραγωγής και επιτρέποντας την απεικόνιση ενός κόσμου που δεν υπακούει σε κανέναν φυσικό νόμο.

Το 1927 έπειτα από 17 μήνες γυρισμάτων μεταξύ 1925 και 1926 κυκλοφορεί η Metropolis του Fritz Lang, σε σενάριο της συζύγου του, Thea von Harbou, μια υπερπαραγωγή της εποχής που αντί να κοιτά στο μυθολογικό παρελθόν, ατενίζει προς το μέλλον, κυοφορώντας προειδοποιήσεις και μηνύματα σχετικά με τον ταξικό διαχωρισμό των ανθρώπων. Ένα από τα πρώτα φιλμ επιστημονικής φαντασίας και μια αλληγορία σχετική με τη συναδέλφωση προς έναν κοινό σκοπό.

Σε ένα ακαθόριστο μέλλον, η Μητρόπολη κυβερνάται από πλουσίους οι οποίοι κατοικούν στην επιφάνεια της Γης και λαμβάνουν τις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της. Ο γιός του Αφέντη της Μητρόπολης, Freder Fredersen, ένας άνθρωπος βυθισμένος στα προνόμια του status του συναντά την Maria, μια πανέμορφη και αγνή γυναίκα που κατοικεί στα υπόγεια στρώματα της πόλης και κηρύττει στα παιδιά την αξία της συναδέλφωσης. Αποφασίζει να την ακολουθήσει στα έγκατα της Γης, όπου και ανακαλύπτει τις άθλιες συνθήκες εργασίας και διαμονής των εργατών που μοχθούν στο όνομα των πλουσίων. Εξοργισμένος από αυτή τη συνειδητοποίηση, ο Freder προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τον πατέρα του για να ανακαλύψει τη πλήρη αδιαφορία του, γεγονός που θα τον κάνει να ταχθεί υπέρ των εργατών. Παράλληλα, ο μοχθηρός επιστήμονας Rotwang θέτει σε εφαρμογή ένα σχέδιο που θα φέρει το χάος και την περαιτέρω πόλωση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς.

Μιλώντας για το αισθητικό κομμάτι της ταινίας, είναι εμφανές πως πρόκειται για μια σύλληψη πραγματικά πρωτοποριακή. Τρεις καλλιτεχνικοί διευθυντές, ο Otto Hunte, ο Erich Kettelhut και ο Karl Vollbrecht συνεργάστηκαν ώστε να παράξουν σκηνικά που ακροβατούν μεταξύ της εξτραβαγκάντζας και του δέους. Ένα αμάλγαμα από διαφορετικά καλλιτεχνικά ύφη που συνδυάζει τον φουτουρισμό με τη γοτθική αρχιτεκτονική και ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζει με τη μεγαλειώδη προσέγγιση στα σκηνικά του. Η δε σκηνοθεσία φροντίζει να τα αναδείξει σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, να χειριστεί τις ορδές των 35.000 κομπάρσων με τρόπο που τους κάνει να φαντάζουν άλλοτε ως μυρμήγκια μπροστά στα μεγαλοπρεπή σκηνικά και άλλοτε σαν ψυχρά ρομπότ που αντανακλούν το βιομηχανικό ύφος της ταινίας. Και φυσικά, στο ερμηνευτικό κομμάτι των πρωταγωνιστών, να αξιοποιήσει στο έπακρον την υπερβολή της εξπρεσιονιστικής ερμηνείας, με τα γουρλωμένα μάτια και τις υπερβολικές κινήσεις να δηλώνουν το κάθε συναίσθημα στον υπερθετικό βαθμό.

Στα του σεναρίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι εμφανές ότι τόσο ο Lang όσο και η Von Harbou ήθελαν να δημιουργήσουν ένα παραμύθι που θα αφήνει ένα ηθικό δίδαγμα- αν και στην πορεία σύμφωνα με τα λόγια του, ο Lang δεν έτρεφε τα καλύτερα συναισθήματα για το δημιούργημά τους. Ο προβληματισμός σχετικά με την πάλη των τάξεων και την καταπίεση των κατώτερων στρωμάτων από τους λίγους εύπορους είναι ένα θέμα το οποίο μπορεί να μη θίγεται για πρώτη φορά, ωστόσο εδώ είναι μια από τις λίγες φορές που θα συναντηθεί η ελπίδα του να μπορέσουν οι δύο πλευρές της κοινωνίας να συνυπάρξουν αρμονικά κάποια στιγμή. Ένα μήνυμα το οποίο αν και σήμερα φαντάζει μεγαλύτερη «επιστημονική φαντασία» κι από την ίδια την ταινία, κρύβει έναν ανθρωπισμό, ο οποίος στη συνέχεια θα αποδειχθεί τραγική ειρωνεία όταν ο Joseph Goebbels εντυπωσιαστεί από το μήνυμα κατά της διεφθαρμένης μπουρζουαζίας και το θέσει ως βασικό πυλώνα της ναζιστικής κυριαρχίας.

Μέχρι το 2010 όταν και έγινε η πλήρης αποκατάσταση της ταινίας, δεν υπήρχε κάποια ολοκληρωμένη κόπια. Από τη μια πλευρά οι επεμβάσεις λογοκρισίας των ναζί σε αυτή και από την άλλη η καταστροφή της πλειοψηφίας των αυθεντικών φιλμ οδήγησε στο να υπάρχουν μόνο λειψές εκδόσεις της. Η πρώτη απόπειρα που έγινε για να αποκατασταθεί η ταινία έλαβε χώρα μεταξύ 1968 και 1972 στην Ανατολική Γερμανία. Η γνωστότερη (και ίσως σημαντικότερη αν με ρωτάτε) κυκλοφόρησε το 1984 υπό την επιμέλεια του Giorgio Moroder, ο οποίος αξιοποίησε το ήδη υπάρχον υλικό, το «επιχρωμάτισε», πρόσθεσε φωτογραφίες από τα γυρίσματα που συνόψιζαν χαμένες σκηνές και έγραψε ένα νέο soundtrack το οποίο περιλαμβάνει ονόματα όπως της Pat Benatar, της Bonnie Tyler, του Freddie Mercury και του Adam Ant. Μια εκδοχή της ταινίας που σφύζει από μεράκι και αγάπη για την ταινία και σας συνιστώ να δείτε άμεσα, καθώς αποτελεί την αγαπημένη μου.

Η κληρονομιά του Metropolis είναι τεράστια, τόσο στον κινηματογράφο και την επιστημονική φαντασία, όσο και στην ποπ κουλτούρα εν γένει. Οι Queen χρησιμοποίησαν πλάνα της ταινίας στο βίντεοκλιπ του Radio Ga Ga όπως και οι System of A Down στο αντίστοιχο του Sugar, ενώ η Madonna στο βίντεοκλιπ του Express Yourself αποτίνει φόρο τιμής στην ταινία. Συγκροτήματα όπως οι Kraftwerk, οι Motorhead και οι Sepultura έχουν εμπνευστεί από αυτή. Ο C-3PO από το σύμπαν του Star Wars είναι εν μέρει εμπνευσμένος από το ρομπότ Maschinenmensh ενώ ο Osamu Tezuka εμπνεύστηκε το ομώνυμο manga του από φωτογραφίες της ταινίας (η φιλμική μεταφορά του manga αποτελεί επίσης μια πολύ καλή προβολή).

Σε προσωπικό επίπεδο, είναι μια ταινία που από την πρώιμη εφηβεία μου, όταν και ήρθα σε επαφή με το DVD της έκδοσης του Moroder, μου δίδαξε ότι δεν υπάρχουν πραγματικά όρια μεταξύ βωβού και ομιλούντα κινηματογράφου, όταν η εικόνα μπορεί να μιλάει από μόνη της. Ακόμα και σήμερα, η ανάμνησή της μου προκαλεί ενθουσιασμό και κάθε προβολή της, ακόμα κι αν την ξέρω απέξω είναι μια εμπειρία σχεδόν θρησκευτική που με καλεί να βυθιστώ σε αυτή και να θυμηθώ τόσο το μεγαλείο της 7ης Τέχνης, όσο και ότι Ο Μεσάζων Ανάμεσα Στο Κεφάλι Και Τα Χέρια Πρέπει Να Είναι Η Καρδιά. Αγνή Τέχνη που δε γνωρίζει από όρια.

Τελευταία