Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΊνδαλμα και Παρίας: Η επική ζωή της Hattie McDaniel

Ίνδαλμα και Παρίας: Η επική ζωή της Hattie McDaniel

Στις 29 Φεβρουαρίου 1940 η Hattie McDaniel έγραψε ιστορία όταν έγινε το πρώτο person of color που κατακτά Academy Award, για τον ρόλο της ως Mammy στο “Gone With the Wind”. Καθώς στεκόταν μπροστά στους λευκούς συναδέλφους της στο Cocoanut Grove, ήταν γεμάτη υπερηφάνεια και χαρά. “Ελπίζω να είμαι πάντα ένα άτομο για το οποίο θα είναι υπερήφανη η φυλή μου και η βιομηχανία του κινηματογράφου. Η καρδιά μου είναι υπερβολικά γεμάτη για να περιγράψω όσα νιώθω”, είπε κλαίγοντας.

Το ίδιο βράδυ, η McDaniel καθόταν στην άκρη του δωματίου, κοντά στη σκηνή, αλλά μακριά από τα υπόλοιπα πρόσωπα. Για τη McDaniel, η ζωή ήταν μια γιγάντια πορεία πάνω σε τεντωμένο σχοινί, καθώς προσπαθούσε να ικανοποιήσει τον εαυτό της, τα προκατειλημμένα αφεντικά της, και τη μαύρη κοινότητα η οποία ήταν βασανισμένη, διψασμένη για αναγνώριση της ύπαρξής της -επιχειρούσε να είναι τα πάντα για όλους. “Πάντα ήθελα να είμαι σε κοινή θέα. Πάντα είμαι ηθοποιός”, είχε δηλώσει κάποτε όπως αναφέρει η Jill Watts στη σπουδαία βιογραφία της McDaniel “Hattie McDaniel: Black Ambition, White Hollywood”.

Η αξέχαστη Lena Horne (1917-2010, Lifetime Achievement Grammy Award 1989) τη θυμόταν ως “μια τρομερά ευγενική, έξυπνη, και πράα κυρία”. Η McDaniel αναζητούσε την πρόκληση, αλλά η καλλιτεχνική της φιλοδοξία έβρισκε πάντα μπροστά της το φρικτό τείχος του ρατσισμού και του σεξισμού. “Όταν σταματήσεις να θέλεις, σταματάς να ζεις. Όπως όταν κέρδισα το Academy Award”, εξήγησε όπως αναφέρει η Watts. “Κάθεσαι και σκέφτεσαι τώρα τα έχεις όλα, όλα όσα θέλεις. Αλλά φυσικά, αυτό δεν ισχύει”, είχε συμπληρώσει.

Πληγές του Πολέμου

Οι φρίκες της σκλαβιάς και του αμερικανικού εμφυλίου στοίχειωναν την οικογένεια της Hattie McDaniel. Και οι δυο γονείς της, Susan και Henry, είχαν γεννηθεί σκλάβοι του Νότου. Στη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου, ο πατέρας της έγινε μέλος του Tennessee 12th U.S. Colored Infantry Regiment, παλεύοντας για το Union στη σκληρή Μάχη του Nashville του 1864. Σύμφωνα με τη Watts, το σαγόνι του Henry διαλύθηκε στη διάρκεια της μάχης, αφήνοντας μια ανοιχτή πληγή στο στόμα του η οποία μολύνθηκε. Υποφέροντας και από άλλα τραύματα, ο Henry έλαβε ελάχιστη έως καθόλου ιατρική φροντίδα και παρά τους φρικτούς χρόνιους πόνους του, μετά τον πόλεμο συνέχισε να εργάζεται σκληρά.

Όταν το τελευταίο παιδί του ζευγαριού, η Hattie, γεννήθηκε το 1893, η οικογένεια McDaniel είχε εποικίσει προς τη Δύση, στο Kansas. Σύμφωνα με την Hattie McDaniel, η οικογένειά της ήταν τόσο φτωχή ώστε η ίδια είχε γεννηθεί υποσιτισμένη, ζυγίζοντας μόλις 1,58 κιλά! Έφυγαν για το Denver, όπου ο πατέρας της McDaniel -με την υγεία του να χειροτερεύει συνεχώς- κατόρθωσε να λάβει μια μικρή σύνταξη από την αμερικάνικη κυβέρνηση για την προσφορά του στον εμφύλιο πόλεμο, έπειτα από προσπάθειες δεκαετιών.

Παρά το γεγονός πως η οικογένεια McDaniel συχνά πεινούσε, όλα τα μέλη της παρέμεναν δημιουργικά και ανθεκτικά. Η Hattie μεγάλωσε τραγουδώντας τη χορωδία της εκκλησίας και πήγε σε σχολείο με παιδιά που ήταν και λευκά και όχι. “Γνώριζα ότι μπορώ να τραγουδήσω και να χορέψω. Το έκανα τόσο πολύ που η μητέρα μου μερικές φορές με πλήρωνε για να σταματήσω”, είχε ανακαλέσει η ίδια.

Παράλληλα, η McDaniel βοηθούσε τον πατέρα της να συμπληρώσει ερωτηματολόγια από μέλη της κυβέρνησης, τα οποία συνεχώς τον απέτρεπαν από το να λάβει τη σύνταξή του και το επίδομα αναπηρίας το οποίου δικαιούταν βάσει νόμου. Το 1908, ένας υπάλληλος της κυβέρνησης των ΗΠΑ είχε γράψει ένα οργισμένο γράμμα στον Henry, απαντώντας του πως δεν μπορούσε να πάρει σύνταξη διότι δεν υπήρχε έγγραφο που να επιβεβαιώνει πως ήταν 70 ετών. “Μου είναι αδύνατο να βρω πιστοποιητικό γέννησης, γεννήθηκα σκλάβος, δεν εκδόθηκε ποτέ κάτι τέτοιο”, είχε γράψει στην απάντησή του ο πατέρας της McDaniel.

The Old Pep Machine

Παρά τις συνεχείς κακουχίες και τις διακρίσεις, τα παιδιά των McDaniel κατόρθωσαν να γίνουν πρωτοπόροι του entertainment στην περιοχή του Denver. Σήκωσαν θεατρικά έργα και άλλα events για τη μαύρη κοινότητα της περιοχής. Το 1914, η Hattie και η αδερφή της Etta, με το όνομα McDaniel Sisters Company, είχαν το δικό τους, all-female show. Σύμφωνα με τη Watts, η Hattie γέννησε τον χαρακτήρα της Mammy τότε, ένα άτομο το οποίο υπέφερε από τον ρατσισμό και το οποίο αργότερα έγινε ο ρόλος με τον οποίο έφτασε την κορυφή των Oscars. Το κοινό απολάμβανε τις παραστάσεις όσο ελάχιστα άλλα πράγματα, βλέποντας τα δυο κορίτσια να ασκούν καυστική κριτική στον ρατσισμό και στην ακραία υποκρισία ανωτερότητας των ρατσιστών της χώρας.

Για τις επόμενες δυο δεκαετίες, η McDaniel έζησε τη σκληρή ζωή ενός καλλιτέχνη του δρόμου. “Στη ζωή μου”, είπε αργότερα, “Ο θεός έρχεται πρώτος, η δουλειά δεύτερη, και οι άνδρες τρίτοι.” Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, η McDaniel επαναπροσδιόρισε τον εαυτό της σε τραγουδίστρια blues, με τα ψευδώνυμα “The Old Pep Machine” και “Sepia Sophie Tucker.” Ανάμεσα στην εργασία της σε μαύρα θέατρα Βοντβίλ και στην ηχογράφηση τραγουδιών όπως τα “Boo Hoo Blues” και “Dentist Chair Blues”, έπαιρνε δουλειές ως οικιακή βοηθός ή μαγείρισσα για να βγάζει χρήματα.

Το 1929, ταξιδεύοντας ανά τη χώρα ως μέλος της ομάδας “Show Boat” του Florenz Ziegfeld, όμως το μεγάλο κραχ ανάγκασε τον διάσημο παραγωγό να απολύσει σχεδόν όλους τους performers του. Μένοντας χωρίς δουλειά στο Milwaukee, η McDaniel βρήκε δουλειά ως καθαρίστρια στο κλαμπ “Sam Pick’s Suburban Inn”. Ένα βράδυ, όλοι τα άτομα που τραγουδούσαν είχαν φύγει πριν κλείσει το μαγαζί, και οι ιδιοκτήτες χρειάζονταν κάποιον στη σκηνή. Η McDaniel πήρε την πρωτοβουλία, συγκλόνισε το κτίριο με τη δική της ερμηνεία του “St. Louis Blues”, προσλήφθηκε επί τόπου, και ήταν πρώτο όνομα στο κλαμπ για δυο χρόνια, πριν το κλαμπ κλείσει λόγω του Depression (παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929).

Για ακόμη μια φορά χωρίς δουλειά, μάζεψε τα πράγματά της και με 20 δολάρια στην τσάντα της, ανέβηκε σε ένα λεωφορείο με προορισμό το Hollywood.

High-Hat Hattie

Πριν φτάσει το τέλος του 1937, η McDaniel ήταν η πρώτη επιλογή όλων για κωμικούς, sassy ρόλους οικιακών βοηθών, ρόλους οι οποίοι σύμφωνα με τη Watts ήταν συνήθως “υποτιμητικοί και παρέπεμπαν στη δουλεία.” Έπειτα από χρόνια ταλαιπωρίας και αβεβαιότητας, η McDaniel είχε πλέον γίνει πραγματιστική: “Μπορώ να είμαι οικιακή βοηθός για 7 δολάρια την εβδομάδα, ή μπορώ να υποδύομαι μια οικιακή βοηθό για 700 δολάρια την εβδομάδα.

Το 1937, αυτό που συγκέντρωνε τα περισσότερα βλέμματα και προκαλούσε τις περισσότερες συζητήσεις στο Hollywood ήταν η προσπάθεια του David O. Selznick να βρει το cast για την εκδοχή του “Gone With the Wind” της Margaret Mitchell. Όπως αναφέρει η Watts:

Μια καλή πρόταση ήρθε από τον καλό φίλο του Sam McDaniel [αδερφός της Hattie, επιτυχημένος ηθοποιός του Hollywood τότε], Bing Crosby. Γιατί όχι, ρώτησε ο Crosby των Selznick, να μην χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γυναίκα που έπαιξε την Queenie στην πρόσφατη εκδοχή της ταινίας Show Boat; Ο διάσημος τραγουδιστής είπε πως δεν γνώριζε το όνομά της αλλά πίστευε ότι θα ήταν μια καλή επιλογή.

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε πως παίρνει τον ρόλο, η McDaniel βρέθηκε στο επίκεντρο και της ασκήθηκε σκληρή κριτική από σημαντικά μέλη της μαύρης κοινότητας. “Νιώθουμε υπερήφανοι για το γεγονός ότι η Hattie McDaniel έλαβε τον ρόλο της Mammy”, έγραψε ο Earl Morris στην The Pittsburgh Courier. “Αυτό σημαίνει περίπου 2.000 δολάρια για την κυρία McDaniel σε ατομική πρόοδο… και απολύτως τίποτα σε φυλετική πρόοδο”, είχε συμπληρώσει.

Η πλειονότητα του cast έμενε μαζί στη διάρκεια των σκληρών γυρισμάτων. Τα persons of color ήταν ιδιαίτερα υποστηρικτικά το ένα για το άλλο, στήριζαν το ένα το άλλο στη διάρκεια των διαφορετικών σκηνών τους, και χειροκροτούσαν όταν οι κάμερες σταματούσαν να γράφουν. Η McDaniel έγινε η εκπρόσωπος του studio στην προσπάθεια να εφησυχάσουν οι ηγέτες της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των persons of color πως η ταινία δεν θα προωθούσε ρατσιστικά στερεότυπα και ιδεολογίες. “Μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει τίποτα σε αυτή την ταινία που θα προκαλέσει κακό στους μαύρους ανθρώπους. Αν υπήρχε, δεν θα ήμουν σε αυτήν”, είχε ξεκαθαρίσει η ίδια σε Δελτίο Τύπου που είχε εκδώσει το στούντιο.

Όταν η συμπρωταγωνίστριά της, Butterfly McQueen, διαμαρτυρήθηκε για υποτίμηση του χαρακτήρα της, Prissy, λέγοντας επίτηδες λάθος λόγια και απαιτώντας η Vivien Leigh να της ζητήσει συγγνώμη για χαστούκι, η McDaniel συμβούλευσε να υπάρχει προσοχή. “Η McQueen αργότερα ισχυρίστηκε πως η McDaniel την πήρε στην άκρη και την προειδοποίησε πως δεν θα επιστρέψει ποτέ στο Hollywood επειδή διαμαρτύρεται πολύ”, γράφει η Watts.

Γρήγορα, ο Selznick κατάλαβε πως η McDaniel θα ξεχώριζε στην ταινία. Παρόλα αυτά, συναίνεσε στην απαίτηση της πόλης της Atlanta να μην παραστούν μαύροι ηθοποιοί στην πρεμιέρα της ταινίας στις 15 Δεκεμβρίου 1939. Αντ’ αυτού, η McDaniel έλαβε αργότερα τηλεγράφημα από τη συγγραφέα του Gone With the Wind, Margaret Mitchell, το οποίο ανέφερε: “Εύχομαι να μπορούσες να έχεις ακούσει το χειροκρότημα.

“Έπαινος για τη φυλή μου”

Η ιστορική απονομή του Oscar στη McDaniel ήταν δίκοπο μαχαίρι. Την ανάγκασε σε μια συνεχώς πιο έντονη προσωπική διαμάχη με τον ηγέτη του NAACP (National Association for the Advancement of Colored People), Walter White. Μαύροι αλλά και λευκοί διαννοούμενοι της εποχής διαμαρτύρονταν ανελλιπώς για την ύπαρξη υποτιμητικών, στερεοτυπικών ρόλων που έπαιζαν η McDaniel, ο Lincoln Perry (“Stepin Fetchit”), και η καλή φίλη της McDaniel, Lousie Beavers. Ο White κάλεσε τους μαύρους ηθοποιούς να σταματήσουν να “παίζουν τους κλόουν για την κάμερα.”

Σε συνάντηση του NAACP στο Los Angeles το 1942, μπροστά σε 10.000 άτομα -ένα εκ των οποίων και η McDaniel- ο White στάθηκε στη σκηνή μαζί με το νέο πρόσωπο του Hollywood, τη Lena Horne, την οποία ο ίδιος θεωρούσε την ιδανική μαύρη σταρ του κινηματογράφου. Στον λόγο που έβγαλε, εξήγησε πως διαπραγματευόταν με τα στούντιο παραγωγών να υπάρξουν αλλαγές στους ρόλους που ήταν διαθέσιμοι για persons of color στο Hollywood.

Η McDaniel ήταν εξοργισμένη, θεωρώντας πως η ίδια και άλλες και άλλοι ηθοποιοί θα έπρεπε να συμμετέχουν σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, όχι ο White. “Δεν έχω κανένα πρόβλημα με το NAACP ή τα άτομα που διαμαρτύρονται για τους ρόλους που κάποιοι από εμάς αναλαμβάνουμε, αλλά φυσικά και με ενοχλεί το να με αγνοούν. Έχω παλέψει 11 χρόνια για να ανοίξω δρόμους για τους ανθρώπους μου και να κερδίσω επαίνους για τη φυλή μου, τόσο εντός όσο και εκτός σκηνής”, είχε πει.

Όπως έχει αναφέρει η Watts, η McDaniel ήταν εμφανώς ενοχλημένη με το γεγονός ότι ο White ανέφερε μόνο το δικό της όνομα και έκανε πόλεμο μόνο σε αυτήν. Τον κατηγόρησε πως την μεταχειριζόταν “με τον τόνο και τον τρόπο που ένας στρατιώτης του νότου θα μεταχειριζόταν τον αγαπημένο του σκλάβο!

Πράγματι, ο White δεν έκανε πολλά για να εξομαλύνει την κατάσταση. Αφού είδε το “In This Our Life”, την ταινία του 1942 όπου η McDaniel υποδύεται τη μητέρα ενός πανέξυπνου αγοριού το οποίο είναι θύμα ρατσισμού και επιθέσεων, ο White δεν επικοινώνησε καν μαζί της. Έγραψε όμως γράμμα στη συμπρωταγωνίστριά της, Olivia de Havilland, για να την συγχαρεί για την ταινία. Τον Γενάρη του ’46, όταν ο White διοργάνωσε συνάντηση μαύρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων η Lena Horne και ο Sam McDaniel, η κόντρα έφτασε στην κορύφωσή της.

Η Hattie McDaniel δεν παρέστη. “Δεν μπορώ να αποδεχθώ την πρόσκληση να κάτσω στο ίδιο τραπέζι με τον Walter White”, έγραψε, “Διότι έχει ανοιχτά προσβάλει τη νοημοσύνη μου.” Βαθύτατα πληγωμένη από το γεγονός πως ο White δεν αναγνώριζε τα καλλιτεχνικά της επιτεύγματα, είχε πει: “Ο θεός μου έχει δώσει και άλλα ταλέντα, τα οποία ούτε ο White ούτε κανείς άλλος δεν γνωρίζουν, και δεν είναι ταπεινά όπως είχε πει ο ίδιος.”

Βασίλισσα του Sugar Hill

Ενώ η κόντρα της McDaniel με τον επικεφαλής του NAACP ήταν ενεργή, η ηθοποιός συνεργαζόταν με το NAACP του Los Angeles για να σώσει την έπαυλή της στο Sugar Hill, μια γειτονιά με σπίτια από τη βικτωριανή εποχή που είχε μετατραπεί στο Beverly Hills των persons of color. “Είμαι η Mammy στην οθόνη. Αλλά στο σπίτι μου είμαι η Hattie McDaniel”, είχε πει στη Lena Horne. Γενναιόδωρη μέχρι λάθους, ήταν γνωστή υποστηρίκτρια της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των μαύρων ατόμων. “Έχω φίλους που αγαπώ και χρειάζομαι και ελπίζω και εκείνοι να νιώθουν το ίδιο για εμένα”, είχε πει.

Θεωρούταν εξαιρετική οικοδέσποινα. Στο σπίτι της διοργάνωνε πάρτι με τους κοντινούς της φίλους, μεταξύ των οποίων έβρισκε κανείς τους Clark Gable, Cab Calloway, Louella Parsons, Paul Robeson, Bing Crosby, Louise Beavers, Duke Ellington, και Esther Williams. “Το νότιο Harvard έγινε το μέρος όπου οι μαύροι καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένης της οικοδέσποινας, μπορούσαν να αποτάξουν την λευκή καταπίεση των ταλέντων τους”, γράφει η Watts.

Το 1945 όμως, οι λευκοί κάτοικοι της περιοχής ξεκίνησαν μια προσπάθεια απομάκρυνσης των μαύρων κατοίκων από τα σπίτια τους. Ισχυρίστηκαν πως υπήρχαν νόμοι που τους απαγόρευαν να βρίσκονται σε αυτή τη γειτονιά. Η McDaniel πρωτοστάτησε στην καταπολέμηση αυτής της ρατσιστικής επίθεσης, οργανώνοντας γείτονες όπως οι Louise Beavers και Ethel Waters, και διοργανώνοντας συγκεντρώσεις στο σπίτι της. Στις 5 Δεκεμβρίου 1945, η McDaniel και μια ομάδα 200 υποστηρικτών στάθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου ο θρυλικός δικηγόρος Loren Miller τόνισε πως τα έγγραφα σπιτιών που απαγόρευαν μαύρα άτομα να κατοικούν σε αυτά ήταν αντισυνταγματικά, και έτσι -όπως αναφέρει η Watts- άνοιξε η πόρτα για το τέλος του φυλετικού διαχωρισμού σε ότι αφορά την ιδιοκτησία κατοικιών από άκρη σε άκρη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής!

Τα πάντα εκτός από άρπα

Έως το τέλος της δεκαετίας του 1940, η McDaniel ήταν σε δίλημμα επαγγελματικά και προσωπικά. Είχε μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη το 1951 και δυο αποτυχημένους γάμους. Σύμφωνα με την καλύτερή της φίλη, Ruby Goodwin, υπήρχαν “πικρά χρόνια μοναξιάς όταν πίστευε πως η φυλή της δεν εκτιμά την τέχνη της.” Συνέχισε να υπερασπίζεται τη δουλειά της και την προσφορά της. Το 1949 είχε ρωτήσει δημοσιογράφο: “Πώς γίνεται κάποιος στο δικό σας επάγγελμα να μην γνωρίζει πως υπάρχουν εκατομμύρια μαύρα άτομα σε αυτή χώρα που υποδύονται οικιακούς βοηθούς; Σίγουρα δεν πιστεύετε πως οι ρόλοι που υποδύομαι είναι ξεπερασμένοι;

Παρόλα αυτά συνέχισε το κοινό της να αποτελείται κυρίως από λευκά άτομα. Το 1947 ανέλαβε το ρόλο της Beulah στο ομώνυμο σόου του CBS, όπου υποδυόταν μια πρόσχαρη υπηρέτρια για μια λευκή οικογένεια, βρίσκοντας συνεχώς λύσεις σε προβλήματα. Έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950, η επιπλοκές του διαβήτη από τον οποίο υπέφερε αλλά και ο καρκίνος του μαστού που εμφανίστηκε την ανάγκασαν να γίνει το πρώτο μαύρο άτομο που γίνεται κάτοικος του Motion Picture Country Home, οίκο φροντίδας ευπαθών και ηλικιωμένων ηθοποιών. Αστειευόμενη είχε πει πως ήθελε η ταφόπλακά της να γράφει “Έπαιξα τα πάντα εκτός από την άρπα.

Η McDaniel όρισε πως ήθελε να ταφεί στο Hollywood Forever Cemetery, όπου λευκοί αστέρες του σινεμά όπως ο Douglas Fairbanks και ο Rudolph Valentino είχαν ταφεί. Σύμφωνα με τη Watts, η McDaniel ήταν πάντα ρεαλίστρια και γνώριζε πως το αίτημά της θα απορριπτόταν. Έτσι, επέλεξε το Rosedale Cemetery ως δεύτερη τελευταία κατοικία. Σύντομα, έπεσε σε κώμα και έφυγε από τη ζωή στις 26 Οκτωβρίου του 1952. Ο τάφος της βρίσκεται στο Rosedale, όμως ένα κενοτάφιο τοποθετήθηκε στο Hollywood Forever το 1999.

Αφησε πίσω της μια αξιοθαύμαστη, περίπλοκη κληρονομιά καλλιτεχνίας, πάθους, και επιμονής. Σε ένα ποίημά της, αναφέρει:

“Εκπαιδευμένη στον πόνο και την τιμωρία/ Έχω βρει το δρόμο μου μέσα στη νύχτα/ Αλλά η σημαία κυματίζει ακόμη στη σκηνή μου/ Και μόλις ξεκίνησα να πολεμάω.”

Η Hattie McDaniel συμμετείχε σε περισσότερες από 300 ταινίες στη διάρκεια της καριέρας της. Το όνομά της αναφέρθηκε σε μόλις 83 εξ αυτών. Αποτέλεσε ένα σύμβολο του αγώνα κατά του ρατσισμού, υπέρ της ισότητας των φυλών και των φύλων, και πάλεψε ακόμη και απέναντι σε άτομα της δικής της φυλής. Γεννήθηκε παιδί απελευθερωμένων σκλάβων, αγωνιστών της ζωής και κατατρεγμένων, και έως το τέλος της ζωής της αγωνίστηκε σθεναρά απέναντι σε κάθε μορφή αδικίας. Ήταν η πρώτη μαύρη γυναίκα που τραγούδησε σε ραδιόφωνο στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το όνομά της δεν φιγουράρει αρκετά συχνά στις ειδήσεις, τα αφιερώματα, και ακόμη σπανιότερα αναφέρεται ως αυτό ενός συμβόλου του αγώνα των μαύρων ανθρώπων και των γυναικών συνάμα για κατάκτηση ίσων δικαιωμάτων, αξιοπρεπούς ζωής, αμοιβής, και σεβασμού. Η ιστορία της είναι γνωστή στα persons of color που τιμούν τα άτομα που πάλεψαν και έδειξαν τον δρόμο, και θα πρέπει να αποτελεί σημαντικό κομμάτι του αγώνα που κάνουν άτομα κάθε φυλής, φύλου, και σεξουαλικότητας για ισότητα, σεβασμό, και αγάπη, δίχως όρια. Δίχως στεγανά.

Τελευταία