Αρχική POP CULTURESERIESThe Witcher seasons 1-2 (review): Καλογυαλισμένο Camp

The Witcher seasons 1-2 (review): Καλογυαλισμένο Camp

Με το πέρας του πολιτιστικού οδοστρωτήρα που αποτέλεσε το Game Of Thrones, στον συλλογικό νου που αποτελεί την δυτική κουλτούρα δημιουργήθηκε ένα κενό ισχύος. Μια άδεια θέση στην εξουσία όλων αυτών που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον του κόσμου στους κινηματογραφικούς και τηλεοπτικούς δείκτες. Το HBO που στέγασε την δημιουργία των David Benniof και Dan Weiss αποπειράθηκε πριν λήξει η σειρά φαινόμενο να θεσπίσει μια νέα εμμονή για τις μάζες με την δημιουργία του Westword. Το δε Westworld παρά την αριστουργηματική και εξαιρετικά επιτυχημένη πρώτη σαιζόν κατέληξε μια σκιά του εαυτού της που αφενός δεν κατόρθωσε να κρατήσει το ενδιαφέρον όλων όσων αιχμαλώτισε με την εξαιρετική αρχή του και αφετέρου κατέληξε μια σκία του εαυτού του, ένα δήθεν φιλοσοφικό και εξαιρετικά επιφανειακό μα απολαυστικό στα όρια της σαπουνόπερας. Τώρα το HBO προσπαθεί να επανακτήσει το fantasy κοινό με το επερχόμενο προοίμιο του Game of Thrones, House of Dragon και τα μύρια prequel/spin-off στα σκαριά, όμως ταυτόχρονα λοιποί κολοσσοί της βιομηχανίας έσπευσαν να καλύψουν το κενό. Η Disney εύλογα έδωσε στον κόσμο κάτι νοσταλγικά γνώριμο μα και απρόσμενα φρέσκο με το The Mandalorian το οποίο αποτέλεσε την απόλυτη σειρά της τηλεόρασης υψηλού προϋπολογισμού κερδίζοντας τόσο τους θαυμαστές του Star Wars που είχε απωθήσει το πρόσφατο κινηματογραφικό περιεχόμενο της Lucasfilm αλλά και θεατές που δεν επιθυμούσαν καμία επαφή με το franchise.

H Amazon έχει καθοδόν ένα prequel του Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, έχοντας ήδη ξοδέψει περίπου ένα δισεκατομμύριο στις δυο πρώτες σαιζόν, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να κερδίζει το σκληροπυρηνικό fantasy κοινό με το εξαιρετικό Wheel of Time. Ωστόσο ως παίκτης έχει ήδη μονοπωλήσει το ενδιαφέρον με την απόλυτα ταιριαστή στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα και αδέκαστη, σάτιρα The Boys. Και φτάνουμε την περίπτωση του Netflix που έπλασε το Stranger Things μια σειρά που έπρεπε να τελειώσει ευθύς αφότου έληξε ο πρώτος κύκλος μα συνεχίστηκε και κατέληξε κάτι καλτ με ένα ξέχωρο τομέα ειδών, αφιερωμένων στη σειρά σε κάθε μαγαζί Pull and Bear. Όμως το Netfix είχε άλλο ένα άσο στα σκαριά. Έναν άσο που κατόρθωσε να καταπλήξει ακριβώς γιατί σε σύγκριση με το Game Of Thrones είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό.

Παρά το υψηλό budget (μεγάλο μέρος του οποίου πήγε την μίσθωση του πρωταγωνιστή) και τις φαντασμαγορικές ευρωπαϊκές και βαλκανικές τοποθεσίες όπου έλαβαν χώρα τα γυρίσματα, το The Witcher είναι περισσότερο ένα πιο καλογραμμένο Xena The Warrior Princess από άποψη δομής και θεματολογίας. Η σειρά της Lauren S. Hissrich παρά το γεγονός ότι στηρίζεται και στα βιβλία του Andrzej Sapkowski αλλά και στις video game μεταφορές αυτών, «ανθίζει» κυρίως όταν αφοσιώνεται στην έμφυτη camp υπόσταση του είδους της φαντασίας. Αν ο θεατής αναμένει να δει τον πρωταγωνιστή να σφάζει δαίμονες και τερατουργήματα με εξαιρετικά στυλιζαρισμένο τρόπο τότε δεν θα απογοητευθεί. Το The Witcher έχει αρκετές αριστουργηματικές, ως προς την κινηματογράφηση και χορογραφία τους, σεκάνς μάχης που αναδεικνύουν τόσο την αφοσίωση του επιτελείου των ηθοποιών και συντελεστών όσο και αναπληρώνουν σε αρκετά σημεία για το ομολογουμένως αδύναμο CGI. Παρά το γεγονός ότι τα κουστούμια δεν είναι εντελώς πειστικά και σε αρκετές σκηνές μοιάζουν με κάτι που θα έβλεπες σε τουρκικό σήριαλ εποχής, τα σκηνικά είναι αρκετά μελετημένα και προσεγμένα και σε συνδυασμό με το υπέροχο soundrack του John Paesano το οποίο έχει αρκετή από την ατμοσφαιρική ένταση της δουλειάς του συνθέτη στο Daredevi, συμβάλλουν στο να βυθίσουν τον θεατή στον κόσμο όπου πλανάται ο Geralt of Rivia και οι σύντροφοι του.

Ο δε Geralt τον οποίο υποδύεται ο Henry Cavill σε μια ερμηνεία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια οντισιόν για τον ρόλο του επόμενου Wolverine, είναι αρκετά χαρισματικός ώστε να αναδείξει εις το έπακρον την γοητεία του ηθοποιού με όλους τους τρόπους που η ερμηνεία του ως Superman αμέλησε να κάνει. Η υποκριτική της σειράς είναι αρκετά ασυνεπής όσον αφορά την ποιότητα της, όμως πρέπει να αναγνωριστεί το γεγονός ότι παρά την φιλότιμη και εν τέλει ικανοποιητική προσπάθεια του Cavill, ο Geralt επισκιάζεται από την Yennefer της Anya Chalotra η οποία παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία που ανορθώνει το πρότυπο υλικό και σφυρηλατεί έναν περίπλοκο, δυναμικό μα και συναισθηματικά εύθραυστο χαρακτήρα κερδίζοντας ευθύς την προσοχή του θεατη.

Όμως η σειρά του Netflix δεν είναι μια εντελώς επιτυχημένη προσπάθεια. Οπότε τείνει να εστιάζει σε σοβαρές μα και ανιαρές συζητήσεις περί της γεωπολιτικής αυτού του φανταστικού κόσμου και των μηχανισμών υπό των οποίων λειτουργούν τα διάφορα μαγικά φαινόμενα, το γράψιμο δεν είναι αρκετό για να διατηρήσει το ενδιαφέρον των θεατών. Η επιμονή επίσης της σειράς να εστιάζει σε χαρακτήρες που δεν φέρουν τον δραματολογικό πλούτο των Geralt και Yennefer για μεγάλα διαστήματα δημιουργούν μια τεραστία κοιλιά και στερούν από μια σχετικά καλή ροη. Σε αυτές τις πτυχές της, το The Witcher όντως θυμίζει μια φθηνή απομίμηση του Game Of Thrones και είναι σίγουρο ότι θα ήταν καλύτερα αν επέμενε από την αρχή έως το τέλος στα cheesy σημεία της.

Ωστόσο αν και όχι ένα αριστούργημα, είναι σίγουρα μια διασκεδαστική εμπειρία τόσο για λάτρεις του genre αλλά και το ευρύ κοινό. Ως σειρά είναι σα μια πίτα με φαλάφελ. Θρεπτικό και σχετικά υγιεινό γεύμα αν και θα μπορούσε να μην έχει τόση τηγανητή μελιτζάνα.

Rating:


Xώρα: Η.Π.Α., Μ. Βρετανία, Πολωνία
Χρώμα: Έγχρωμο
Δημιουργός: Lauren S. Hissrich

Πρωταγωνιστούν: Henry Cavill, Anya Chalotra, Freya Allan

Τελευταία