Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Dazed And Confused

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Dazed And Confused

Στο Spring Breakers είχαμε μια ρομαντική ματιά πάνω στους νεαρούς Αμερικανούς millennials μέσα σε όλο τους το ξεσάλωμα, τα ναρκωτικά, το σεξ, την παραβατικότητα αλλά βασικά την ανάγκη τους για να ζήσουν πέραν από κάθε πλαίσιο μιας συντηρητικής κοινωνίας. Σήμερα περνάμε στη γενιά των γονιών τους, στο μακρινό πλέον 1976, πατώντας σε παρόμοια θεματική αλλά σ’ ένα πολύ πιο προσγειωμένο και αισιόδοξο σύμπαν.

Το Dazed And Confused ήταν η πρώτη μεγάλη ταινία για τον σκηνοθέτη του Richard Linklater αλλά και για αρκετά μέλη του cast που στη συνέχεια θα γίνουν αστέρες του Hollywood συμπεριλαμβανομένων των Ben Affleck, Woody Harrelson και Mila Jovovich. Το coming of age και η γραμμή ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ενηλικίωση είναι μια θεματική που θα ακολουθήσει τον μετέπειτα σκηνοθέτη των School Of Rock και Boyhood. Προσωπικά δεν πιστεύω πως το εξερεύνησε ποτέ καλύτερα από την ταινία που μας απασχολεί σήμερα.

Είχα ανακαλύψει την ταινία σαν μια απ’ τις αγαπημένες ταινίες του Quentin Tarantino όντας ακόμη κι εγώ στο σχολείο. Στις μέρες που είχαμε αρχίσει να ανακαλύπτουμε τα torrent, συνεπώς την είδα σχεδόν άμεσα. Όντας ένας όχι και τόσο δημοφιλής έφηβος που άκουγε κυρίως ροκ και μέταλ μουσική αλλά και μοιραζόταν πολλές από τις επιθυμίες και τις ανησυχίες των χαρακτήρων που εμφανίστηκαν μπροστά μου, αποτέλεσε για πολλά χρόνια μια απ’ τις πολύ αγαπημένες ταινίες μου.

Βρισκόμαστε σε μια μικρή πόλη του Τέξας και στην τελευταία μέρα της σχολικής χρονιάς. Η ταινία μας μπάζει με το Sweet Emotion των Aerosmith και μας συστήνει τις σχολικές παρέες. Τους τελειόφοιτους αθλητές Dawson (Sasha Jenson), Benny (Cole Hauser), Melvin (Jason O. Smith) τους οποίους απασχολούν, κυρίως, τα καψώνια που θα περάσουν τους πρωτοετείς του λυκείου αλλά κι η καλοπέραση σ’ αυτή την πρώτη μέρα του καλοκαιριού.

Έχουν βέβαια υπογράψει μια δέσμευση στον προπονητή τους ώστε να μην πιούν ή να επιδοθούν σε «παρανομίες» όλο το καλοκαίρι που αποτελεί και το ηθικό δίλλημα για τον έναν, εκ των δύο, πρωταγωνιστών μας Randall “Pink” Floyd(Jason London). Είναι ο πιο ανήσυχος απ’ την παρέα σχετικά με το τι κάνει και το που πάει σ ’ αυτή τη συντηρητική κοινωνία αλλά κι ο πιο cool καθώς συνδέεται εξίσου με τους συναθλητές του όσο και με την παρέα των, πιο συνεσταλμένων και φιλοσοφημένων, Mike(Adam Goldberg), Tony(Anthony Rapp) και Cynthia(Marissa Ribisi). Όσο μ’ αυτούς τόσο και με τους μπαφιάρηδες από τους οποίους ξεχωρίζει ο Slater(Rory Cochrane) αλλά ακόμα και με τον Wooderson(Matthew McConaughey) ο οποίος παρόλο που παρουσιάζεται ως ακόμα πιο cool κι από τον Pink, είναι κι ο creepy ενήλικας που αράζει με τα λυκειόπαιδα.

Ο Pink θα δείξει και τη μεγαλύτερη συμπόνια επί των καψωνιών στον έτερο πρωταγωνιστή μας Mitch (Wiley Wiggins) του οποίου η αδελφή, Jodi (Michelle Burke), ζητάει από τους τελειόφοιτους να μη το παρακάνουν, έχοντας το αντίθετο αποτέλεσμα και ξεκλειδώνοντας όλο το σαδιστικό μένος του O’Bannion (Ben Affleck) τον οποίον τον νοιάζει μόνο η βία προς τα μικρότερα παιδιά σε μια μέρα που όλοι οι υπόλοιποι, λίγο ή πολύ, κοιτάνε να περάσουν καλά, κοιτάνε να είναι παιδιά παρά την εμπρόσθια χρονική μετάβαση που σηματοδοτείται.

Στην υπόλοιπη διάρκεια από την οποία λείπει σε μεγάλο βαθμό η πλοκή, καθώς οι χαρακτήρες απλά αράζουν και περιηγούνται, θα δούμε ένα ευρύ και nuanced φάσμα ψυχολογιών. Μέσα στην προβληματικότητα αυτής της κοινωνίας που κληρονομείται από γενιά σε γενιά, το κάθε άτομο αναδεικνύεται ως μοναδικό πέραν από την κιμαδομηχανή στην οποία βρίσκονται, αυτό το απάνθρωπο εφαλτήριο για την υπόλοιπη ζωή. Όλα αυτά προκύπτουν δυναμικά, μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους κι ενώ οι διάλογοι δεν είναι επιτηδευμένοι ή διδακτικοί, έχουν αρκετό χιούμορ και ψήγματα σοφίας από τους νεαρούς παρατηρητές της ζωής.

Ο Linklater δεν τραβάει την προσοχή με την σκηνοθεσία του, δείχνει απλά ό,τι χρειάζεται με αποτέλεσμα οι μικρές στιλιστικές πινελιές όπως slow-motion ή παραμόρφωση του ήχου να υπογραμμίζουν την ατμόσφαιρα της στιγμής που εμφανίζονται. Αντίστοιχα ξεχωρίζει κι η άριστη χρήση των μουσικών κομματιών της εποχής για τα οποία ξοδεύτηκε το 1/6 του προϋπολογισμού. Τραγούδια των War, των Foghat, των KISS κι αρκετών ακόμα σημαντικών για την δεκαετία συγκροτημάτων μεταφέρουν τον παλμό της και το ρυθμό για το καστ μας.

Ένα καστ που ο Linklater εμπιστεύεται και βασίζει την επιτυχία της ταινίας στην φυσικότητα τους. Όταν βγήκε η ταινία, όπως προανέφερα, ακόμα κι οι μεγαλύτεροι μελλοντικοί σταρ του καστ ήταν άσημοι. Κατά συνέπεια, μας μένουν τελικά στη συνείδηση ως παιδιά που το ζουν. Εν τέλει μια ταινία πάνω σ’ αυτό το συναίσθημα. Το συναίσθημα της ροής πάνω στις λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς που μπορούμε να βρούμε σε μια κοινωνία που απ’ την αρχή της παιδικότητας μας επιβάλει την προετοιμασία για την ενηλικίωση ταυτόχρονα σαν ευλογία και καταδίκη. Πράγμα που υπογραμμίζεται ξεκάθαρα και στην αντίθεση της κατάληξης κάθε χαρακτήρα από τους πιο εμμονικούς στους πιο χαλαρούς. ?μα δεν αφεθείς μόνο κακό στον εαυτό σου κάνεις.

Livin! L-I-V-I-N!” λέει ο Wooderson προς το ξημέρωμα της επόμενης μέρας όπου τελειώνει η περιήγηση των ηρώων μας. Το πέρασμα του χρόνου είναι διαρκές, οι υποχρεώσεις δεν σταματάνε αλλά απλά μετασχηματίζονται και πιο τελικά το νόημα; Το γέλιο, ο έρωτας, τα μικρά εγκεφαλικά χασίματα πέραν από το πλαίσιο που αποτελεί τον μόνο νόμο σε κάθε άλλη στιγμή. Ακόμα και σήμερα, η ταινία μου αφήνει μια απελευθερωτική αίσθηση. Στη βοή που μας περικλείει συνέχεια κι αδυσώπητα, ας πάρουμε μια ανάσα κι ας χάσουμε λίγο το χρόνο μας στα «ασήμαντα». Η ζωή είναι ένα ανομοιογενές σύνολο αλλά κι η παραζάλη της παιδικότητας είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής.

Τελευταία