Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑSuspiria: Αναστεναγμοί σε ματωμένο φόντο

Suspiria: Αναστεναγμοί σε ματωμένο φόντο

Κάποιες ταινίες ξεφεύγουν από τα όρια του φιλμικού ιδιώματος που εκπροσωπούν. Καταλήγουν στεγανά της έβδομης τέχνης και αποτελούν «υποχρεωτικές» προβολές για να κατανοήσει κάποιος τα όριά της. Ο Λώρενς της Αραβίας δεν είναι απλά μια ιστορική ταινία, Ο Καλός, Ο Κακός Και Ο Ασχημος δεν είναι απλά ένα γουέστερν, οι Μοντέρνοι Καιροί δεν είναι απλά μια κωμωδία και το Blade Runner δεν είναι απλά επιστημονική φαντασία. Είναι ταινίες στις οποίες καλώς ή κακώς πρέπει να ανατρέξουμε ανεξαρτήτως του αν είμαστε ή όχι οπαδοί του εκάστοτε ιδιώματος για να καταλάβουμε ποιες είναι οι κορυφές αυτής της τέχνης συνολικά και να καταλάβουμε ότι το σελιλόιντ είναι κάτι παραπάνω από ένα μέσο ψυχαγωγίας. Είτε με αποκαλέσετε υπερβολικό είτε όχι, κάπου εκεί θα συμπεριλάβω και το Suspiria.

Για τον Dario Argento έχουμε μιλήσει στο παρελθόν. Τον άνθρωπο που μετέτρεψε το θέαμα του φόνου σε υψηλή τέχνη με ένα ολότελα προσωπικό σκηνοθετικό στυλ το οποίο σόκαρε και δίχασε, αναλαμβάνοντας άτυπα το ρόλο του αρχιερέα των ταινιών giallo και επεκτείνοντας τη φόρμουλά τους πέρα από τα αρχετυπικά whodunit όρια. Ταξιδεύοντας σε πόλεις της Ευρώπης ενώ παράλληλα διάβαζε το δοκίμιο του Thomas De Quincey, Suspiria De Profundis, εικόνες και σκέψεις σχετικά με την παρουσία δυνάμεων ανώτερων από αυτές που ο συνειδητός νους μπορεί να συλλάβει άρχισαν να γεννιούνται στο κεφάλι του. Σκέψεις που με τη σειρά τους θα αποτελούσαν την έναρξη μιας σειράς ταινιών όπου το μαγικό και το απόκρυφο θα βρουν χαράδρες για να εισχωρήσουν στα καρέ του και να γεννήσουν ταινίες που ακροβατούν ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό, εντείνοντας τον τρόμο που μέχρι τότε πρόσφερε.

Το Suspiria του 1977 αποτελεί την αρχή μιας τριλογίας η οποία θα συνεχιστεί με το Inferno του 1980 και θα ολοκληρωθεί (άδοξα θα έλεγε κανείς) το 2007 με το Mother of Tears. Θέμα της τριλογίας, οι τρεις μητέρες-μάγισσες που αποτελούν πρόσωπα λατρείας σε διαφορετικές ευρωπαϊκές πόλεις τις οποίες ελέγχουν με τις υπερφυσικές τους δυνάμεις. Η συγκεκριμένη ταινία διαδραματίζεται στο Freiburg της Γερμανίας όπου μια νεαρή Αμερικανίδα καταφθάνει για να σπουδάσει μπαλέτο σε μια αλλόκοτη σχολή όπου μυστηριωδώς κοπέλες πεθαίνουν με φρικτούς τρόπους. Προσπαθώντας να ανακαλύψει την αλήθεια, έρχεται ενώπιον εικόνων που καταρρίπτουν την όποια λογική και φανερώνουν τα σκοτεινότερα μυστικά.

Ο Argento στη συγκεκριμένη ταινία χτίζει μια ατμόσφαιρα μεθυστική στα όρια της ψυχεδέλειας και συνάμα αποπνικτική. Ο τρόμος δεν αφορά τον μακάβριο, ανθρώπινο παράγοντα και τη διαστροφή που μπορεί να κρύβει ο ανθρώπινος νους. Αντιθέτως μετατρέπεται σε ένα συναίσθημα σχεδόν πρωτόγονο, όπου τα φαντάσματα που κρύβονται στο σκοτάδι μεταφράζονται σε σεκάνς που κόβουν την ανάσα, τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Συνδυάζοντας ευρηματικά τα σκηνικά με τους φωτισμούς και τοποθετώντας την κάμερα σε γωνίες λήψεις που μπορούν να παραμορφώσουν την πραγματικότητα, καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα που ακροβατεί ανάμεσα στο εξπρεσιονιστικό δέος και στο μπαρόκ μεγαλείο. Τα θύματα χάνουν τη ζωή τους με γκροτέσκα ευρηματικούς τρόπους, το Freiburg μετατρέπεται σε μια γεωγραφικώς ορισμένη απειλή, οι χαρακτήρες μοιάζουν αναξιόπιστοι. Είναι όλα γεννήματα ενός νου σε κρίση ή όντως αυτός ο κόσμος διακατέχεται από άλλους κανόνες; Τι είναι φαντασία και τι πραγματικότητα εν τέλει;

Επί της ουσίας, αυτό που επιτυγχάνει ο σκηνοθέτης στη συγκεκριμένη ταινία είναι να αποδώσει με τον κατάλληλο, ενήλικο τρόπο τον παιδικό τρόμο. Η ίδια η ιστορία, οι τρομακτικοί χαρακτήρες, το ανεξήγητο κακό που φωλιάζει στο σκοτάδι δεν είναι κάτι το οποίο εγκαταλείπει ποτέ οριστικά τον άνθρωπο. Κατοικεί για πάντα στο υποσυνείδητό του μέσα από αρχέτυπα τα οποία βγαίνουν στην επιφάνεια και τον επαναφέρουν σε αυτή την κατάσταση που ξανά αισθάνεται αδύναμος και απροστάτευτος μπροστά σε ανεξήγητες δυνάμεις. Και στο Freiburg του Argento, καμία σανίδα σωτηρίας δεν υπάρχει πραγματικά.

Φυσικά δε γίνεται να μην αναφερθώ σε έναν από τους βασικούς πυλώνες που μετατρέπουν την όλη εμπειρία σε ένα αρτιότατο συνολικά φιλμ και αυτός δεν είναι άλλος από την αναγνωρίσιμη πλέον μουσική που οι Goblin συνέθεσαν για την ταινία. Ένα συγκρότημα που έχει χαράξει τη δική του ρότα στα κιτάπια του progressive rock με τον ιδιαίτερο ήχο του, εδώ μετατρέπεται στην ορχήστρα που κάθε σκηνοθέτης τρόμου θα ήθελε για την ταινία του. Πιο κινηματογραφικοί από ποτέ, ντύνουν την ταινία με ένα soundtrack απόκοσμα ατμοσφαιρικό, που αποτελεί την τέλεια ηχητική εικόνα της σκιάς που βλέπεις στον τοίχο ξυπνώντας και πετάγεσαι από το κρεβάτι. Μεθοδικά κορυφούμενο, ανατριχιαστικά υποχθόνιο στην ολότητά του και με την αίσθηση του μεγαλείου να εμποτίζει τις κορυφώσεις του, είναι ένα πραγματικό μνημείο της κινηματογραφικής μουσικής.

Ανά τα χρόνια η ταινία γνώρισε την καταξίωση που της αξίζει και το 2018 ο Luca Guadagnino επιχείρησε να σκηνοθετήσει ένα remake της το οποίο δίχασε περισσότερο το κοινό. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, καθώς πλέον το Suspiria δικαιωματικά θεωρείται μια από τις ταινίες που μετατρέπουν τον τρόμο σε ένα πρώτης κλάσης, απέριττο θέαμα που ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια της αιματοχυσίας και μετατρέπεται σε έναν αυτάρκη κινηματογραφικό οργανισμό. Είτε είστε λάτρεις του τρόμου είτε όχι, το Suspiria απευθύνεται σε εσάς. Και 45 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, δείχνει πιο μεστό από ποτέ.

Τελευταία