The Batman - Review

** Η παρακάτω κριτική δεν περιέχει spoilers, αλλά διαβάστε με προσοχή **

“For the Batman”
. Αυτό γράφουν τα φακελάκια που βλέπουμε να αφήνει ο μυστηριώδης και υπερβολικά ανισόρροπος -σε σημείο αγνού τρόμου- Γρίφος σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Είναι επίσης σε τρεις λέξεις η μεγαλύτερη επιτυχία της νέας ταινίας Batman σε σκηνοθεσία Matt Reeves. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης έφτιαξε μια από τις πιο χορταστικά σπουδαίες ταινίες για τον Μπάτμαν. Γύρω από εκείνον κινείται όλο το φιλμ και μάλιστα ενόσω νομιζαμε ότι είμαστε μπουχτισμένοι από το συγκεκριμένο ήρωα. Η αλήθεια είναι πως συνήθως ο Μπάτμαν κάπως περιοριζόταν στο πλάι μιας που οι ανταγωνιστικοί ρόλοι, συνήθως παραπάνω αβανταδόρικοι (ειδικά στον κόσμο των κόμικ) του έκλεβαν τη δόξα. Πολύχρωμοι, με πιο σύνθετες ψυχολογικές προσωπικότητες και ταυτόχρονα λίγο πιο θελκτικοί ως εκείνοι που προσπαθούν ν’ανατρέψουν το εκάστοτε status quo.

Ο Μπάτμαν δε, διαθέτει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες λίστες με ανταγωνιστές, τόσο αισθητικά, όσο και χαρακτηρολογικά. Πέραν του σχεδόν αναπόφευκτου Τζόκερ, ο Γρίφος ή Riddler αν προτιμάτε, είναι εκείνος που θα βουτούσε μια καλή ιστορία Μπάτμαν στο είδος του ψυχολογικού τρόμου, θα θύμιζε θρίλερ. Χωρίς σπλάτερ, αλλά με έναν εγκεφαλικό κακό, κάποιον που θα τσιγκλούσε τη διανοητική πλευρά του ήρωά μας. Και πόσο σωστά κι οργανικά έγινε αυτό στην ταινία. Ο Γρίφος, είναι μια μασκαρεμένη απειλή, που προσπαθεί να χτυπήσει τη βρωμιά στην πόλη, χτυπώντας όμως εκείνους που θεωρεί υπεύθυνους για την παρακμή της Γκόθαμ. Και το χάος, θα αρχίσει να ξεχειλίζει, μη αναστρέψιμο.


Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί να χρειαζόμαστε μια ακόμα ταινία Μπάτμαν μετά τις τέσσερις πρώτες και την τριλογία Νόλαν, ενώ μερικά χρόνια μετά είχαμε το Ben Affleck στο κομμάτι του DCEU. Εδώ όμως, η απάντηση είναι ηχηρά δυνατή. Αυτός ο Μπάτμαν είναι ένας Μπάτμαν βγαλμένος από τα σπλάχνα των κόμικ, ως προσφορά στους φαν των κόμικ. Λειτουργεί αυτόνομα ως κινηματογραφική πρόταση, αλλά είναι παράλληλα, με διαφορά, το φιλμ για που κρατάει σθεναρά τις ρίζες του στο άλλο μέσον. Ρεαλιστικό, αλλά χωρίς αποτιναγμένο το κομιξικό ύφος, το οποίο σχεδόν είχε αποκηρύξει ο Νόλαν στις δύο από τις τρεις ταινίες του, δεν ξεχνάει από πού ήρθε και κυρίως, ξέρει πού θέλει να πάει το χαρακτήρα.

Γι’ αρχή, η ταινία καταφέρνει να επενδύσει σε σημαντικά στοιχεία του ήρωα που δεν έχουμε δει σε τέτοιο βαθμό στη μεγάλη οθόνη πρότερα. Ακούγεται έντονα η λέξη “νουάρ” κι ενώ υπάρχουν κάποιες σαφείς νύξεις, δε θα τη χαρακτηρίζαμε ακριβώς έτσι. Υπάρχει ένα χωνευτήρι ειδών, με στοιχεία θρίλερ, δράσης και μυστηρίου, το οποίο λειτουργεί απόλυτα πετυχημένα εδώ. Το The Batman είναι πρώτα και κύρια μια ταινία για τον ήρωά του. Αν ο σκηνοθέτης τον σκιαγραφήσει σωστά, κι έχοντας ως οδηγό το εξαίσιο κόμικς The Long Halloween, αλλά και τη φανταστική τετραλογία video game Arkham Series τότε το νουάρ στοιχείο είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, φαντάζει (και είναι) εγγενές στοιχείο του τέκνου των Bob Kane & Bill Finger από το 1939.

Η ατμόσφαιρά της είναι βγαλμένη από τις σκοτεινότερες σελίδες, υπάρχει μια αποπνικτική μιζέρια στην οποία βυθίζεται η Γκόθαμ Σίτι και οι λίγοι εναπομείναντες χαρακτήρες παλεύουν ουσιαστικά με τον εαυτό τους για να μη βουλιάξουν ή απορροφηθούν από τη γλυκιά παρανομία. Ο Μπρους Γουέιν, σκιά του εαυτού του από τότε που έχασε ως παιδί τους γονείς του, ακόμα δεν υπάρχει ως οντότητα. Ο Robert Pattinson, σηκώνει άνετα το ρόλο του Μπάτμαν/Μπρους Γουέιν στις πλάτες, παρόλα τα τυπικά μουρμουρητά που ακούστηκαν στην ανακοίνωση του ονόματός του, λες και είναι κάποιου είδους περίεργη παράδοση -από την εποχή του Michael Keaton- να υπάρχουν παραπονούμενοι για το κάστινγκ. 


Ο Μπάτμαν του Ριβς είναι άψητος, μόλις στο δεύτερο χρόνο που περιπολεί τους δρόμους της Γκόθαμ. Είναι πολύ πιο θυμωμένος, χωρίς πάντα την ιδανική λύση για να γλιτώσει από μια δύσκολη κατάσταση, φαίνεται ότι αυτοσχεδιάζει και προσπαθεί να μάθει το ρόλο και τη χρησιμότητά του για την πόλη. Ο Μπρους Γουέιν όπως είπαμε, είναι ακόμα σκιά του εαυτού του, απόμακρος, σχεδόν ερημίτης. Η έμφαση ωστόσο, κι εδώ είναι που διαφοροποιείται αρκετά η ταινία του Ριβς, είναι πως για πρώτη φορά βλέπουμε πολύ περισσότερο το Μπάτμαν και όχι τον Γουέιν. Η πραγματική μορφή του Μπρους Γουέιν είναι ο Μπάτμαν, ειδικά γι'αυτόν τον πρώιμο, πρωτάρη Γουέιν που δε θέλει να ζήσει καμία ζωή εκτός από όταν βρίσκεται κάτω από την προστασία της περσόνας και της μάσκας. Ο Πάτινσον βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για έναν από τους πιο comic accurate Μπάτμεν, πολύ κοντά στον Μπεν 'Αφλεκ, που όμως δεν απέκτησε ποτέ τη δική του ταινία στο σύμπαν της DC. Αυτό όμως που είχε φανεί από το μακρινό πια 1989 και το δίδυμο Τιμ Μπάρτον- Μάικλ Κίτον (ο πιο αντισυμβατικός και προσωπικά αγαπημένος Μπάτμαν), είναι πως όταν ο σκηνοθέτης έχει ξεκάθαρο όραμα, τότε ο ρόλος του Μπάτμαν θα πετύχει.

Γενικότερα όμως, το καστ και οι επιλογές είναι μια προς μια άκρως επιτυχημένες. Κανένας δεν ξεχωρίζει, όχι όμως από μια γενική μετριότητα, αλλά από μια ξεκάθαρα καλοκουρδισμένη συμφωνία. Η Zoe Kravitz, μια εξαίρετη Κατγουμαν, με γνώριμα και μη στοιχεία του πασίγνωστου χαρακτήρα, δένει άψογα ως θύτης και θύμα της Γκόθαμ με τον Πάτινσον, αλλά λειτουργεί εξίσου καλά και σόλο. Ο Γρίφος του Paul Dano, κρυμμένος στη γωνία, νιώθεις ότι βρίσκεται ένα κλικ μπροστά απ’ όλους και κλιμακώνει τα χτυπήματά του στα ψέματα της Γκόθαμ, σε μια ανατριχιαστική ερμηνεία. Πότε ήρεμος σαν παιδί, πότε φρικαλέος σαν αγρίμι με ασίγαστο θυμό, το απρόβλεπτο και το σκοτάδι του είναι διαφορετικά, αλλά ίσως όχι και τόσο διαφορετικά από εκείνα του Μπάτμαν. Ο επιθεωρητής Γκόρντον του Jeffrey Wright, κάνει πιθανώς την ωραιότερη απεικόνιση του πραγματικού συμμάχου του Batman (είναι χέρι-χέρι με τον θαυμάσιο Gary Oldman στην τριλογία Νόλαν) με αρκετά ενεργό ρόλο στην πλοκή και μια δυναμική ερμηνεία. Από κοντά και ο πάντα κομβικός πιστός “πατέρας” του Μπρους, λφρεντ με τον Andy Serkis στο ρόλο, χωρίς να έχει πολλά να κάνει, καταφέρνει να τονίσει το δέσιμο των δύο ανδρών.

Σπουδαία και καθόλου αμελητέα χάιλαϊτ της ταινίας, οι ερμηνείες και το βάθος των δύο αρχιμαφιόζων Καρμάιν Φαλκόνε και Πιγκουίνου. Και οι δυο τους είναι λες και ξεπηδάνε από τις σελίδες των κόμικς, με τους John Turturro και Colin Farrell να κεντάνε ερμηνευτικά και να δίνουν επιτέλους μια φανταστική απεικόνιση του διαβρωτικού εγκλήματος που ελέγχει το Γκόθαμ. Ο δε Farrell με το μεϊκάπ του αναγνωρίζεται μόνο όταν διαβάσεις το όνομά του. Πλήρως θαμμένος μέσα στο ρόλο, μαφιόζος απ’ άκρη σ’ άκρη με όλους τους αντίστοιχους κώδικες, έτοιμος για κάτι σπουδαιο στη spin-off σειρά που ετοιμάζεται πάνω του. Εντελώς διαφορετικός από εκείνον του Danny DeVito στο απόλυτα υπέροχο Batman Returns, όπως και η αξεπέραστη Κατγουμαν της Michelle Pfeiffer είναι διαφορετική από αυτή της Kravitz, πολύ πιο κοντά στο κόμικ αμφότεροι οι καινούριοι.

Το άκρως εντυπωσιακό επίσης, είναι πως η ταινία "ζυγίζει" στα 175 λεπτά. Πολύ φιλμ, αλλά διόλου κουραστικό. Απόλυτα χορταστικό, γεμάτο κλιμάκωση και με το Reeves να κρατάει γερά τη μπαγκέτα του μαέστρου. Κάτι που ίσως λυγίσει τους μη φαν του Μπάτμαν και ίσως να αποτελέσει παράπονο για κάποιους, η διάρκεια όμως είναι απόλυτα δικαιολογημένη γιατί πρέπει να αναπτυχθούν σε βάθος οι σχέσεις όλων των σημαντικών χαρακτήρων. Ναι η ταινία είναι για τον Μπάτμαν, αλλά δεν υπάρχει χωρίς τους αντίστοιχους εγκληματίες. Κι εδώ έρχεται ίσως το δυνατότερο χαρτί της ταινίας. Ο ήρωας πρέπει να χρησιμοποιήσει εντελώς διαφορετικά πράγματα από τη δύναμη και τις γροθιές του. Η εξυπνάδα, η πονηριά, η παρατήρηση, η ματιά του ντετέκτιβ, είναι πράγματα που χαρακτήριζαν ανέκαθεν το Μπάτμαν, αλλά εδώ τα βλέπουμε -επιτέλους- σε πλήρη δράση, παρατηρούμε πώς τα ακονίζει και πώς αξιοποιεί τη βοήθεια άλλων. Ο ρόλος του μπλέκεται ανάμεσα στο δίπολο καλού/κακού και η ταινία χωρίς να αποτελεί origin story, χωρίς να μας δείχνει ξανά και ξανά τη γέννησή του, μας δείχνει αντ’ αυτού την ωρίμανσή του.


Οι πολιτικές απολήξεις υπάρχουν και σε τούτο το φιλμ, ως απόρροια και του χαμού που έκανε το Joker του Todd Phillips το 2019. Τυπικά αντι-Τραμπικές, θίγουν το ζήτημα της αυτόκλητης υπεράσπισης απέναντι στην αποπνικτική αδικία, ωστόσο η ταινία έχει εστιάσει αλλού, σε σημείο που θα μπορούσαμε να μην το αναφέρουμε καν. Ώρες-ώρες, η αισθητικοποίηση του σινεμά φαντάζει να τσαλαπατά το διάλογο που μπορεί να ανοίξει μια ταινία (ή να δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις ως προς αυτό) και η αλήθεια είναι πως αυτό συμβαίνει εδώ σε κάποιο βαθμό, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως δε χρειάζεται κάθε ταινία να πρέπει να ανοίγει βαθυστόχαστους πολιτικούς διαλόγους. Ακόμη μια από τις παγίδες που είχε πέσει ο Νόλαν (ειδικά στο τρίτο φιλμ), ο Ριβς εδώ φαίνεται να τη γλιτώνει κάπως πιο ελαφριά, ο Μπάρτον είχε βγει αλώβητος (εντελώς άλλη εποχή/προσέγγιση βέβαια).

Η μουσική του Michael Giacchino επίσης, κάνει με μεγάλη επιτυχία τη δουλειά της. Ντύνει τις στιγμές, θέτει την αίσθηση της σκηνής και παντρεύει με ήχους τον κάθε χαρακτήρα. Σαφέστατα επηρεασμένη τόσο από την απόλυτη μελωδία του Danny Elfman, ειδικά στα μουσικά θέματα της Κατγουμαν, αλλά και από τα φοβερά σάουντρακ των Hans Zimmer και James Newton Howard από την τριλογία Νόλαν, ανανεώνει τις μελωδίες θυμίζοντας, αλλά παράλληλα δημιουργώντας κάτι νέο. Και παίρνω πάσα από αυτό για να πω το εξής: Επειδή θα αναλωθούμε σε αυτές τις συγκριτικές συζητήσεις, που συνήθως δεν έχουν σημασία, το νέο Μπάτμαν είναι μια από τις καλύτερες ενσαρκώσεις του χαρακτήρα, πιθανώς η πιο αντιπροσωπευτική “ταινία Μπάτμαν” που έχουμε μέχρι στιγμής, αλλά σίγουρα έφτασε εδώ που έφτασε πατώντας στα χνάρια τόσο των ταινιών του Τιμ Μπάρτον όσο κι εκείνων του Κρίστοφερ Νόλαν. Δεν είναι ζήτημα ανταγωνισμού, αλλά ζήτημα μιας διαρκούς εξέλιξης κι ωρίμανσης πάνω σ' ένα χαρακτήρα που μάλλον δε θα βαρεθούμε ποτέ να βλέπουμε, γιατί ακόμα και σε μια τόσο μαύρη περίοδο, καταφέρνει να πετύχει έναν από τους βασικότερους στόχους του κινηματογράφου. Το να δραπετεύσουμε. Το μόνο που αρκεί για κάποιους από εμάς είναι ένα σινιάλο στον ουρανό.

Rating:


Xώρα: Η.Π.Α.
Έτος: 2022
Σκηνοθεσία: Matt Reeves

Πρωταγωνιστούν: Robert Pattinson, Zoe Kravitz
, Colin Farrell, Paul Dano, John Turturro, Jeffrey Wright, Andy Serkis

Διάρκεια: 175'

Τελευταία