Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Nymphomaniac

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Nymphomaniac

Σχεδόν τρεις μήνες από την τελευταία φορά που γράφτηκε αυτή η στήλη, επιστρέφουμε με τη σύνδεση της παρούσης μ’ εκείνη την έκδοση. Η αποξένωση από την κοινωνία λόγω της σεξουαλικότητας, το έντονο πνευματικό στοιχείο και φυσικά η τεράστια διάρκεια είναι οι συνδέσεις που μας πηγαίνουν από το Love Exposure στο Nymphomaniac, το προκλητικό έπος σε δύο μέρη που έβγαλε στον κόσμο ο Lars Von Trier το 2013. Οι διαφορές είναι στον τόνο, σκοτεινός κι ασήκωτος, αναμενόμενο πράγμα για το μεγαλύτερο έργο που καταπιάστηκε ποτέ ο σκηνοθέτης που ες αεί μας υπενθυμίζει το χειρότερο πρόσωπο της ανθρωπότητας. Είναι όμως κι από τα πιο ισορροπημένα του έργα, το πιο οικουμενικό του και για τον γράφοντα που το είδε τρίτη φορά ολόκληρο για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, σίγουρα το καλύτερο του. Εκεί θα βασιστώ για να σας μεταδώσω τη σπουδαιότητα του. Στην εξέλιξη του μέσα μου κατά τη διάρκεια σχεδόν μιας δεκαετίας.

Η ταινία ξεκινάει με ήχους σε μαύρη οθόνη και στη συνέχεια μας δείχνει ένα υγρό και χιονισμένο σοκάκι. Οι φυσικοί ήχοι διακόπτονται από την industrial metal των Ramstein και βλέπουμε την Joe (Charlotte Gainsbourg) να κείτεται χτυπημένη καθώς ο έτερος πρωταγωνιστής μας Seligman (Stellan Skarsgaard) βγαίνει από το σπίτι του για κάποια βραδινά ψώνια. Η μουσική διακόπτεται μόλις την ανακαλύπτει. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια αναδρομή σ’ ολόκληρη τη ζωή της με δύο βάσεις. Τον αυτοπροσδιορισμό της ως νυμφομανούς και ως κακού ανθρώπου. Ο Seligman αποτελεί το αντίθετο της. Ένας ερημίτης των βιβλίων που ζει μακριά απ’ τους ανθρώπους. Θα δείξει όλη την καλή διάθεση για να την ακούσει και θα προσπαθήσει να την πείσει πως δεν είναι κακή. Παράλληλα, δεν μπορεί παρά να συνδέσει τις εμπειρίες της με τα διαβάσματα του, αντιπαραβάλλοντας ιστορίες και θεωρίες σ’ ό,τι ακούει, δημιουργώντας ένα πλέγμα οικουμενικότητας και πνευματικότητας γύρω απ’ τη ζωή της.

Αυτή είναι μια πολύ καλή βάση ώστε ο Trier να χρησιμοποιήσει την αγαπημένη του δομή σε κεφάλαια. Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη ταινία που έκανε ποτέ, αφήνει στα δύο μέρη της χώρο για όλα τα υπόλοιπα σήματα κατατεθέντα του. Η κάμερα του Δόγματος που είναι σαν μύγα στο χώρο σε συνδυασμό με το επιτηδευμένα εσφαλμένο σπασμωδικό μοντάζ. Η αντιπαραβολή αυτού του οπτικού στυλ με απόλυτα στυλιζαρισμένες σεκάνς, ακόμα και μίας ασπρόμαυρης. Η τρανταχτή χρήση της μουσικής από ένα ευρύ φάσμα ειδών αλλά με την ορχηστρική/κλασσική να ξεχωρίζει. Η χρήση ενός διεθνούς καστ σε ρόλους που δεν περιμένουμε απαραίτητα, με τον Shia LeBeouf να ξεχωρίζει στο ρόλο του Jerome, του άντρα που καθόρισε τη ζωή της πρωταγωνίστριας.

Θεματικά, μια γυναίκα που βάλλεται από όλο το περιβάλλον γύρω της και στην στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανένα άλλον. Με την ειδοποιό διαφορά, από τις προηγούμενες, της ύπαρξης του Seligman, ενός άντρα που φιλτράρει τα πάντα πριν φτάσουν σ’ εμάς. Αυτό το τελευταίο γεγονός μου θύμισε το ζευγάρι που μας είχε παρουσιάσει ο Trier στο Antichrist αλλά σε μια υπερβολική μορφή, λες κι ο Seligman είναι ένα avatar του ίδιου του Trier για να μοιραστεί όλη την παραφιλολογία που δεν θα χώραγε σε μία ευθεία αφήγηση της ιστορίας της Joe.

Όλα αυτά ήταν μάλλον κι ο ένας από τους δύο λόγους που είχα ενθουσιαστεί στην πρώτη μου, back to back, θέαση των δύο ταινιών. Ήταν και είναι, η απόλυτη ταινία ενός απ’ τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Συμπεριλαμβάνει και πάει παραπέρα ό,τι τον χαρακτηρίζει, πράγμα που νομίζω το αποδεικνύει κι ότι αποτέλεσε τη βάση για το πιο πρόσφατο πόνημα του, The House That Jack Built, όπου η καλογυαλισμένη και μελετημένη κορυφή του Nymphomaniac εκτροχιάζεται στην meta αυτοαναφορικότητα και αυταρέσκεια.

Ο άλλος, πιθανότατα υποσυνείδητος, ήταν η σκληρότητα του έργου και ο πάτος που έχει πιάσει η Joe μέχρι να αρχίσει να αφηγείται την ιστορία της. Είχα κατάθλιψη τότε και νομίζω πως η ταινία λειτούργησε όπως οι ταινίες τρόμου που ανθούν σε καιρούς πολέμου. Η φρίκη ομοιοπαθητικά στη φρίκη σε μορφή καλοκουρδισμένης γροθιάς στα μούτρα. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το παιδικό κέφι με το οποίο βγήκα απ’ την αίθουσα. Ακόμα κι αν δεν το έβαλα σε λόγια τότε, αφού επιβίωσε η Joe, ίσως να τα κατάφερνα κι εγώ.

Στη δεύτερη μου θέαση, πρόπερσι, λίγο πριν ξεκινήσει η πορεία μου στο Depart, είχα γράψει σχεδόν αυτολεξεί: Οι περισσότερες ταινίες του Trier είναι φιλόδοξες από άποψη παραγωγής και επιτηδευμένης νοηματοδότησης. Δείχνει πάντα, τα τόσο άθλια και τερατώδη του ανθρωπίνου γένους και τη μοιραία εξάλειψη της μίας εκ των δύο δυνάμεων που συγκρούονται, τη νίκη του κακού. Εδώ τον βρίσκω, εν αντιθέσει, λίγο πιο αισιόδοξο. Σαν να μας λέει πως το εκάστοτε κακό υπάρχει και θα υπάρχει αλλά τονίζεται η ανάγκη για πάθος, για ζωή στην πιο βασική της μορφή, να ακούει ο καθένας το σώμα και την ψυχή του. Η ζωή είναι το κυνήγι της ανακούφισης και της οριστικής ανύψωσης που περνάει χίλια κύματα στην καθεστηκυία ηθική αλλά η επιζήσασα στέκεται. Το ταξίδι έχει γίνει προορισμός και το έπος συνεχίζει. Η ταινία αλλάζει προσωπεία ανάμεσα στην οπερετική τραγωδία και το νατουραλιστικό ψυχόδραμα περνώντας από βούρκους βίας κάθε είδους, που όσο πιο αδυσώπητη γίνεται τόσο ενισχύει τη μαρτυρική λύτρωση που ζητάει η ηρωίδα. Αυτή δεν έρχεται, παρά μόνο η συνειδητοποίηση.

Οι σκέψεις για την επιβίωση ήρθαν αμέσως και τώρα, στην τρίτη μου θέαση με τη διαφορά ότι αναδύθηκαν μέσα από ένα πιο ώριμο ψυχολογικό πρίσμα. Η συνειδητοποίηση που αναφέρω στο τέλος, είναι από τη μία ο βαθμός στον οποίον η Joe έβλαψε τον εαυτό της κι από την άλλη ότι πλέον μπορεί να έχει την ουσιαστική της αυτοδιάθεση. Σε μια κομβική σκηνή της ταινίας, η Joe βλέπει στον καθρέφτη την παιδική μορφής της κι αποφασίζει να μην προδώσει την ταυτότητα της νυμφομανούς που κουβαλάει από τότε. Μόνο που οι άνθρωποι ωριμάζουν για να ανταπεξέλθουν στη ζωή. Το βράδυ που περνάει με τον Seligman λειτουργεί ουσιαστικά σαν μια μεγάλη ψυχοθεραπευτική συνεδρία που αλλάζει την προοπτική της κι ανοίγει ένα μονοπάτι για να πορευτεί από ‘δω και πέρα. Αν μιλήσουμε για μοίρα αυτή η νύχτα αποτελεί την κατάληξη της πρώτης της ζωής.

Έχει ξαναδεί όλη τη ζωή της και μπορεί να είναι χαρούμενη, απλά και μόνο επειδή τα κατάφερε, αναγνωρίζοντας και τα λάθη της. Ουσιαστικά αυτή είναι η νίκη απέναντι στους υπόλοιπους, είτε τους άντρες που την χρησιμοποίησαν, είτε τις γυναίκες που την εξοστράκισαν. ?λλη μια συμβολική εικόνα που μας έχει δώσει ο Trier, αυτή του δέντρου που φυτρώνει πάνω σ’ ένα βράχο κι έχει αντέξει ασταμάτητους ανέμους από την αρχή της ύπαρξης της. Η καθαρότητα της συνειδητοποίησης που παρέχει αυτή η σπάνια ηρεμία και ανάλυση στο σπίτι του Seligman την κάνει επιτέλους κυρία του εαυτού της. Η καταληκτική τραγική ειρωνεία του φινάλε είναι το απλούστερο φεμινιστικό σχόλιο με τον πιο σαρδόνια μαύρο τρόπο που θα μπορούσε.

Μάλλον θα προσέξατε ότι φτάσαμε στο τέλος του κειμένου και έχω αναφερθεί περισσότερο στη βία παρά στο σεξ. Αυτό συμβαίνει απλούστατα, γιατί η ηθική όπως καθορίστηκε από τις μεγάλες θρησκείες θεωρεί χειρότερο το σεξ από τη βία και ουδείς πιο απάνθρωπος στα μάτια της από μια γυναίκα που έχει ως παντιέρα της το πρώτο. Η επιλογή του Trier να έχει κανονικές σκηνές σεξ στο director’s cut του είναι πιστεύω και το μεγαλύτερο κατηγορώ που κάνει με αυτό το υπέρτατο δημιούργημα του. Τι μνημειώδης αποτυχία της ανθρωπότητας να είναι κανονικοποιημένη η έκθεση στο θάνατο και στον πόνο κι όχι στην απόλαυση και στον έρωτα.

Τελευταία