Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΔΙΣΚΟΚΡΙΤΙΚΕΣAmenra/Cave In/Marissa Nadler - Songs of Townes van Zandt Vol III

Amenra/Cave In/Marissa Nadler - Songs of Townes van Zandt Vol III

“As brothers our troubles are

Locked in each others arms

And you better pray

They never find you

Your back ain't strong enough

For burdens doublefold

They'd crush you down

Down into nothin'”

Ο Townes Van Zandt και η μουσική του θυμίζουν λίγο την ιστορία που έχει ένα διαμάντι. Η πρώιμη ακατέργαστη όψη του μπορεί να ξεγελάσει τον ανυποψίαστο που θα το παραμερίσει σαν μια κοινή πέτρα, αγνοώντας την αξία και την δύναμη του. Η επεξεργασία για να αποκαλυφθεί η αλήθεια του χρειάζεται μία στοιχειώδη γνώση και κάποιο άτομο κατάλληλο να την εφαρμόσει και να την μεταδώσει. Το αποτέλεσμα είναι αναμφίβολα εκθαμβωτικό, παρόλα αυτά η ουσία αυτής της διαδικασίας δεν βρίσκεται μόνο στην τελική “γυαλάδα” αυτής της πολύτιμης ύλης αλλά και στην επικοινωνία, στις σχέσεις που δημιουργούνται από αυτήν και στο αίσθημα ολοκλήρωσης που επιφέρει η ανακάλυψη μιας τέτοιας αλήθειας. Ο Townes Van Zandt ήταν πάντα υποτιμημένος. Η ωμότητα της πραγματικότητας του, αλλά και η λυρική τρυφερότητα μέσα από την οποία μπορούσε να την εκφράσει, ήταν ταυτόχρονα “ευλογία και κατάρα”. Μπορούσε να σε τραβήξει σαν μαγνήτης ή να σε σπρώξει μακριά, αν δεν είχες ετοιμαστεί για κάτι τέτοιο.

Από την πρωτοχρονιά του 1997 και σε ηλικία μόλις 52 ετών, δεν βρίσκεται πια στον μάταιο τούτο κόσμο αφού ο πολύχρονος εθισμός του στο αλκοόλ και την ηρωίνη, δημιούργησαν ένα μονόδρομο προς το τέλος παρά τις προσπάθειες που κατά διαστήματα κατέβαλλε για να αποτοξινωθεί. Στα τελευταία του χρόνια, παραδεχόταν πως για περισσότερο από μία δεκαετία άκουγε στο μυαλό του “μουσικές φωνές” και αυτό εξηγεί πράγματα για τον ίδιο και το έργο του. Ήταν συχνά περικυκλωμένος από “δαίμονες” και οι πράξεις του μαρτυρούσαν μία αμφιλεγόμενη ζωή με ιδιαίτερα σκοτεινές πτυχές. Οι στίχοι του ήταν πιστή απεικόνιση αυτών των στιγμών, περιέγραφαν αμέτρητες ώρες απελπισίας, πολλές προσπάθειες για “διάλογο” με την εκλιπούσα μητέρα του και την πίκρα από ανεκπλήρωτους ή τοξικούς έρωτες, που θα μπορούσαν να σε “τσακίσουν” αν το επέτρεπες.

Την δεκαετία του ‘90 είχε σχεδόν αφιερωθεί στα blues με περισσότερα από ένα μουσικά όργανα, όμως η αρχή ήταν αρκετά διαφορετική. Η συνεισφορά του στην country, μέσω της οποίας ουσιαστικά πρωτοεμφανίστηκε και το πέρασμα του στις αχανείς και απροσδιόριστες “πεδιάδες” της βορειοαμερικάνικης folk με μία κιθάρα στα χέρια, είχαν προηγηθεί χρόνια πριν. Οι συνθέσεις του ήταν κυρίως βιωματικές, ταίριαζαν απόλυτα στην δυναμική της φωνητικής του χροιάς και στο άκουσμα της μπορούσες να αφουγκραστείς μεταξύ πολλών άλλων, τις σκέψεις και τα σκληρά συναισθήματα των πρώτων εποίκων μπροστά στην θέα μιας άγνωστης κι εν μέρει ανεξερεύνητης γης. Σκέψεις για μια ζωή με θεωρητικά απεριόριστες δυνατότητες, μα χωρίς καμία δικλείδα ασφαλείας. Ο Erich Fromm αρκετά αργότερα κι από μια άλλη οπτική, θα τις συνόψιζε στην φράση “φόβος μπροστά στην ελευθερία”.

Η ζωή και το έργο του βορειοαμερικάνου τραγουδοποιού παρουσιάστηκε σε αρκετά αφιερώματα. Ταινίες, ντοκιμαντέρ και κάποια βιβλία έδειξαν έμπρακτα πως η αξία του ήταν παραπάνω από εμφανής σε όποιον ήξερε που και πως να κοιτάξει. Τα περισσότερα από αυτά δημιουργήθηκαν πριν τον θάνατο του, κάποια από αυτά είναι μεταγενέστερα. Περίπου δέκα χρόνια πριν και καθόλου τυχαία πιστεύω, οι Scott Kelly και Steve Von Till των Neurosis μαζί με τον “Wino” των Obsessed, αποφάσισαν να κάνουν ένα μουσικό αφιέρωμα για τον Townes Van Zandt μοιράζοντας μεταξύ τους 9 συνθέσεις. Η ψυχοσύνθεση αυτής της τριάδας και η σύνδεση της με το έργο του καλλιτέχνη, είναι παραπάνω από εύλογη. Ειδικά για τον Von Till, η εμβάθυνση του στην folk έχει ήδη εκφραστεί μέσα από μία solo παρουσία 22 χρόνων, σε τέτοιο βαθμό που πραγματικά δεν υπάρχει κάποια έκπληξη εδώ. Ο καθένας τους πιάνει από μία κιθάρα και αποδίδει αυτό το έργο σχεδόν ατόφιο. Στο “Songs of Townes Van Zandt Vol. I” δεν υπάρχει κανένας αυτοσχεδιασμός και οι διαφορές από τις πρωτότυπες συνθέσεις είναι λίγες. Η πρόθεση τους δεν ήταν μία μεταμοντέρνα αλλαγή την αυθεντικών εκτελέσεων μέσω εντυπωσιακών δεξιοτήτων, ούτε όμως η ανούσια αντιγραφή. Ο αυτοσκοπός ήταν – και έτσι ακριβώς έγινε - η μετάδοση ενός πολύ σημαντικού μηνύματος, όσο πιο πιστά και ευλαβικά γίνεται. Το μήνυμα αυτό έψαχνε σοβαρούς αποδέκτες για να αρχίσει να σχηματίζεται ένας δημιουργικός κύκλος.

Το 2014 οι John Baizley (Baroness), Nate Hall (USX) και Mike Scheidt (YOB) δέχονται την “πρόσκληση” και ηχογραφούν το “Songs of Townes Van Zandt Vol. II”. Αυτοί ήθελαν να κάνουν κάτι με μεγαλύτερη απεύθυνση. Η “πρώτη ύλη” φυσικά έχει την ίδια άγρια υφή, προσπάθησαν παρόλα αυτά να “λειάνουν” τις μυτερές γωνίες. Με την βοήθεια των Katie Jones και Dorthia Cottrell που πρόσθεσαν τις φωνές τους, αυτή η εξομάλυνση έγινε πιο κατορθωτή και το αποτέλεσμα πιο προσιτό για τις μάζες. Ενώ στο Vol. I η folk και η country είχαν τον κυριότερο λόγο, στο Vol. II επιλέγονται κάποιες blues συνθέσεις και σε κάποιες άλλες γίνονται οι ανάλογες ενορχηστρώσεις πάνω σε αυτή την βάση. Η προσπάθεια να εισάγουν κάτι ιδιαίτερο είναι σεβαστή και κάπως αυτονόητη, όμως η συγκεκριμένη απόπειρα πατάει εμφανώς στο προηγούμενο project κι αυτό περιέχει μία αντίφαση. Στην πραγματικότητα, η κίνηση που όντως κάνει την διαφορά γίνεται 8 χρόνια μετά και είναι ταυτόχρονα η αιτία για αυτό το κείμενο. Τα παραπάνω έπρεπε να γραφτούν κι ας κούρασαν λίγο, ο πυρήνας του όμως είναι το “Songs of Townes Van Zandt Vol. III” που κυκλοφόρησε στις 22 Απριλίου. Amenra, Cave In και Marissa Nadler παίρνουν τη σκυτάλη και φτιάχνουν ένα αρκετά ετερόκλητο trio. Επιχειρούν με την σειρά τους να δώσουν στις συνθέσεις του Van Zandt όσα περισσότερα μπορούν από τις προσωπικότητες τους, προσπαθώντας στο μέτρο του δυνατού να μην χάσουν το πολυπόθητο “κέντρο”. Αυτό δεν είναι άλλο από την αποτύπωση του έργου του καλλιτέχνη και θεωρώ πως αυτή η ισορροπία τελικά βρέθηκε.

Οι Amenra είναι Βέλγοι στην καταγωγή και υποψιάζομαι ότι η βορειοαμερικάνικη country και folk δεν είναι οι ήχοι με τους οποίους γαλουχήθηκαν στα μικράτα τους. Αυτό φυσικά δεν τους εμπόδισε να αφήσουν για λίγο τις post metal ανησυχίες και να κατανοήσουν την φύση των συναισθημάτων που προκαλεί ο Van Zandt, ακόμα κι αν αυτό έγινε με κάποια καθυστέρηση. Το “Black Crow Blues” είναι η απόδειξη για αυτό καθώς πήραν ένα ατόφιο folk blues κομμάτι που θυμίζει Bob Dylan και μας το μεταφέρουν σχεδόν απείραχτο. Στο “Kathleen” άλλαξαν το βιολί με τσέλο και πρόσθεσαν indie φωνητικά κάνοντας το συρτό και μελαγχολικό. Η αυθεντική εκτέλεση έχει κλασσικό χαρακτήρα και παραπέμπει στην υπέροχη Nina Simone. Διασκευάστηκε αρκετά, με τους Tindersticks να έχουν κάνει κατά την γνώμη μου, την καλύτερη δουλειά. Οι Amenra στην τρίτη συμμετοχή τους κάνουν μια indie folk διασκευή του “Flyin’ Shoes”, αντικαθιστώντας το πρωτότυπο πιάνο με μία synth μελωδία και βάζοντας μικρά ambient περάσματα. Οπως ανέφερα παραπάνω, υπάρχουν πολλές στιγμές στο LP που δεν παραπέμπουν σε αφιέρωμα στον Van Zandt και αυτό το κομμάτι έχει αρκετές από αυτές.

Οι τεχνικές ικανότητες των Cave In και η ευκολία να φτιάχνουν δισκάρες με οποιοδήποτε μουσικό ιδίωμα κι αν καταπιαστούν είναι γνωστή. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της πρότασης, η φαινομενική απλότητα του “Songs of Townes Van Zandt Vol. III” φαντάζει κάπως δυσανάλογη της φύσης της μπάντας, σύμφωνα όμως με το δεύτερο σκέλος η συμμετοχή τους είναι κατά κάποιο τρόπο και η ουσία της ύπαρξης της. Ίσως βοήθησε και η απώλεια του Caleb Scofield το 2018, που βύθισε στο πένθος τα μέλη, ώστε να συνδεθούν σε ένα βαθμό με την τραγικότητα των στίχων του Van Zandt. Όπως και να ‘χει, ο Stephen Brodsky αναφέρει σε μία πρόσφατη συνέντευξη, πως η πρώτη επαφή με τον τραγουδοποιό έγινε αρκετά νωρίτερα και συγκεκριμένα τον χειμώνα του 2010, σε μία solo περιοδεία με τον Scott Kelly σε Ην. Βασίλειο και Ιρλανδία. Κατά την διάρκεια της, ο Kelly έπαιζε συνεχώς το “Caroline” και του τράβηξε την προσοχή. Η μπάντα μέσω του Brodsky, αρχικά μας παρουσιάζει σε ζωντανή εκτέλεση μία λίγο ηλεκτρισμένη εκδοχή του “Nothin’” που γενικά δεν το έχουν αλλάξει ιδιαίτερα. Στα φωνητικά ο ίδιος δίνει πολύ καλή ερμηνεία και είναι ο δικός του άμεσος τρόπος για να αποδώσει “φόρο τιμής” στο project. Το “The Hole” ξεχωρίζει κάπως σαν την “μύγα μες στο γάλα”. Το αυθεντικό είναι μια μεταγενέστερη blues σύνθεση του Van Zandt με έντονα Eric Clapton στοιχεία. Η διασκευή του ξεφεύγει αρκετά και οι Cave In φτιάχνουν ένα υποχθόνιο κομμάτι με gothic ατμόσφαιρα και μία υπόνοια ψυχεδέλειας. Το gothic είναι επίσης η βάση για το “At My Window” που πλησιάζει τα 8 λεπτά διάρκεια, οι πεταλιέρες “δίνουν ρέστα” κι ένα πιανάκι προς το τέλος που θυμίζει Nick Cave, μας δίνει ίσως την πιο ανορθόδοξη εκτέλεση του LP.

Για να είμαι ειλικρινής δεν γνώριζα την Marissa Nadler. Αυτή η άγνοια είναι και η “αχίλλειος πτέρνα” μου για ό,τι αφορά την ακρόαση αυτού του album. Διαπίστωσα όμως πως σε σχέση με τους υπόλοιπους συντελεστές, η ίδια και η αξιόλογη μουσική της πορεία μέσα από indie folk καταβολές, είναι ότι πιο κοντινό σε Van Zandt μπορείς να ακούσεις στο Vol. III. ?σχετα πάντοτε με το τι μας αρέσει και τι όχι, καλό είναι να (ανα)γνωρίζουμε όσους και όσες βρίσκονται κάποια βήματα μπροστά από μας. Έτσι ξεκινούν συνήθως οι επικερδείς συζητήσεις που περιέχουν πραγματική ανταλλαγή γνώσεων. Η Marissa Nadler επιλέγει τρεις κλασσικές country folk συνθέσεις με αναφορές σε γυναίκες (“Sad Cinderella”, “None But The Rain”, “Quicksilver Daydreams of Maria”) και κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. “Ρευστοποιεί” την ατμόσφαιρα τους με dreamy pop μελαγχολία, δίνοντας αυτήν την αιθέρια αίσθηση που συναντάμε συνήθως στην αρχή ή το τέλος ενός ονείρου. Δεν είναι τυχαίο που οι εκτελέσεις της είναι η αφετηρία και ο τελικός προορισμός σε αυτό τον 40λεπτο μουσικό περίπατο. Ίσως η παρουσία μίας τέτοιας διάστασης να ήταν μία από τις αρχικές επιδιώξεις αυτής της συνεργασίας. Ποιος ξέρει;

Το “Songs of Townes Van Zandt Vol. III” είναι μία αρκετά ομαλή μα αναγκαστική προσγείωση. Μία καλή ντόπα αυτογνωσίας και υπενθύμισης της μικρής μας θέσης στο Σύμπαν. Φτιάχτηκε με τον απαραίτητο σεβασμό όμως δεν έμεινε σε αυτό. Δεν φοβάται την αποτυχία γιατί διαθέτει πηγαίο θάρρος, που δύσκολα βρίσκεται σε μουσικά αφιερώματα με συνεργασίες. Δεν μπορώ να παραλείψω όμως την απουσία συνοχής σε κάποια σημεία του κι αυτή η ατέλεια με κάνει δικαιολογημένα να απορώ, όταν σκέφτομαι τα 8 χρόνια που έδιναν ζωτικό χώρο και απεριόριστες δυνατότητες σε αυτούς κι αυτές που θα το ετοίμαζαν. Παρόλα αυτά δεν θα παραλογιστώ, την ελάχιστη αυστηρότητα που με χαρακτηρίζει θα την εκφράσω μόνο εκεί και πουθενά αλλού.

Συνολικά μιλάμε για τρία αφιερώματα, όμως ελπίζω να υπάρξει τέταρτο και να έρθει σύντομα. Ακόμα κι αν έχω άποψη πάνω σε αυτό, δεν θα βάλω θέμα σύγκρισης μεταξύ τους γιατί πολύ απλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Θα ήταν τουλάχιστον γελοίο να αναλωθώ σε κάτι τόσο ανούσιο, ενώ εδώ και μία δεκαετία γράφεται μουσική ιστορία από αξιόλογους καλλιτέχνες με ανάλογο εκτόπισμα. Γνωρίζω πως ο χρόνος που διαθέτουμε για να γεμίσουμε την ψυχή μας με καλά πράματα, μειώνεται όλο και περισσότερο με κάθε μέρα που περνάει. Επομένως ρισκάρω να φανώ αστείος αν σας προτείνω να ξοδέψετε σημαντικό μέρος του για να ακούσετε και τα τρία album. Το κατανοώ πλήρως αλλά θα επιμείνω πάραυτα. Ακόμα θα σας πρότεινα να κάνετε μία περιήγηση στα μονοπάτια που χάραξε ένας σπουδαίος και χαρισματικός τραγουδοποιός, που κατάφερε να διακρίνει την Ομορφιά μέσα από την αυτοκαταστροφή που φέρνουν οι εξαρτήσεις και να την φέρει μπροστά μας σχεδόν άθικτη. Ένας από τους λίγους που ευτυχώς δεν χρειάστηκε να φύγουν από κοντά μας για να αναγνωριστεί η ευφυΐα τους.

Ψαχουλέψτε τους στίχους του, ταυτιστείτε μαζί τους και κάντε συνειρμούς παρέα με λίγο αλκοόλ της τάξης του 40%, δεν είναι κακό. Βγάλτε όποιο ηθικό δίδαγμα θέλετε κι αν είναι τελικά να κρατήσετε στην μνήμη σας κάτι από όλα τα παραπάνω, ας είναι η μεγάλη και ταλαιπωρημένη καρδιά του Townes Van Zandt, που πάντα κρατούσε μέσα της λίγο χώρο για τους ηττημένους. Καλή ακρόαση.

Rating: 

 8.0

 
Label: Neurot Recordings, My Proud Mountain
Genre: Indie Folk, Dark Folk, Country, Tribute
Παραγωγός: Gilles Demolder, Cave In, Nick Cageao
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 22/04/2022
Band Links: Website | Instagram | Bandcamp

Τελευταία