Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑSpider-Man 3: 15 χρόνια από το τέλος μιας αρχής

Spider-Man 3: 15 χρόνια από το τέλος μιας αρχής

Ο Sam Raimi είναι ο ιθύνων σε μεγάλο βαθμό για το τωρινό σκηνικό του blockbuster κινηματογράφου. Οι υπέρ-ήρωες δεν θα είχαν εισχωρήσει τόσο καλά στην συλλογική νόηση του κοινού δίχως την ύπαρξη της λεγόμενης “Holy Trilogy”, της τριλογίας του άλλοτε horror maestro πάνω στον χαρακτήρα του Spider-Man. Ως επί το πλείστον ο γενικότερος αντίκτυπος των ταινιών αυτών είναι τεράστιος. Από άποψη κινηματογραφικής επιρροής σε μοντέρνες ταινίες έως και την επιβίωση του στο internet την εποχή του Instagram και TikTok μεσω memes. Για την τελευταία αυτή πτυχή της ανάλυσης του φαινόμενου που αποτελεί η προαναφερθείσα τριλογία, η μερίδα του λέοντος των σχετικών «αστείων εικόνων στο διαδίκτυο» είναι δουλειά του τρίτου και πιο αμφιλεγόμενου κεφαλαίου της κατά τα άλλα καθολικά αγαπητής σειράς ταινιών.

Το Spider-man 3 συγκριτικά με τους προκάτοχους του, εκείνα τα φαύλα μεν αριστουργηματικά δε δημιουργήματα, είναι σίγουρα μια καλλιτεχνική αποτυχία. Μια αποτυχία που ωστόσο δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του σκηνοθέτη. Φυσικά όπως πάντα οι δόλιες σκευωρίες άκαρδων κεφάλων στούντιο και μελοπαραγωγών, άσκησαν πίεση σε ένα δημιουργό προσπαθώντας να φιμώσουν την φωνή του και να σμιλεύσουν κάτι πιο κοντά σε αυτό που εκείνοι πιστεύουν ότι είναι το ιδανικό. Για να κατανοήσουμε πως ένα όραμα αποσυναρμολογείται και νερώνεται ώστε να αρμόζει τις απαιτήσεις του εκάστου συμβουλίου, πρέπει αν μη τι άλλο να κάνουμε μια σύντομη παραπομπή στον Avi Arad.

Ο Ισραηλινός παραγωγός είναι εκ μιας άποψης οραματιστής. Ήταν ο πρώτος που στις ζοφερές αρχές της δεκαετίας του ’90 είδε τις υποσχέσεις που προσέφεραν οι χάρτινοι ήρωες της Marvel. Ξεκινώντας με την δημιουργία και στήριξη της διαφημιστικής μηχανής μεγατόνων ως προς την πώληση παιχνιδιών που αποτέλεσε η σειρά κινουμένων σχεδίων με πρωταγωνιστές τους X-men, στήριξε πίσω από την κάμερα την δημιουργία των ταινιών Blade, X-men, Fantastic Four και Spider-man. Όμως είναι και ήταν προφανές ότι ο κύριος δεν ήταν ένας δημιουργός. Εν αντιθέσει με τον Kevin Feige που θεμελίωσε την κυριαρχία του Marvel Cinematic Universe, ο Arad δεν είχε καμία επίγνωση της συνέργειας άλλα και της καλλιτεχνικής ελευθερίας που απαιτείται ώστε να λειτουργήσει ένα εγχείρημα ακόμη και κάτι το οποίο έχει εξαρχής την πρόθεση να είναι «εμπορικό». Η αρχή του κακού είχε γίνει θα έλεγε κανείς με το Fantastic Four του 2005, ένα λαμπερό μα και νερόβραστο έργο το οποίο έκανε περισσότερο κακό παρά καλό στην πλούσια προϊστορία των ομώνυμων ηρώων. Μια ταινία που έχει το αποτύπωμα του επιχειρηματία σε κάθε καρέ της, με τον ίδιο τρόπο που το έχουν οι τελευταίες συνεισφορές του ως παραγωγού στην εβδόμη τέχνη , Venom και Morbius. Όμως το πραγματικό του έγκλημα είναι το πώς εκβίασε ουσιαστικά τον Raimi να προσθέσει στην αρχική εκδοχή του Spider-man 3 όλα εκείνα τα στοιχειά που θα καθιστούσαν το έργο, έναν σάκο του μποξ για κριτικούς κινηματογράφου.

Η ύπαρξη τόσων πολλών κακών στο σενάριο, οι πολλές αρκετά βεβιασμένες κωμικές σεκάνς και η γενικότερη πλοκή αποτελούσαν σε μεγάλο βαθμό πράγματα που επιβλήθηκαν από τον Arad. Όμως ακόμη και με όλα αυτά… το τρίτο κεφάλαιο αυτής της τριλογίας είναι ένα επικό και άκρως ικανοποιητικό φινάλε.

Είναι ένα έργο μεστό με τον Raimi για πολλοστή φορά να μεγαλουργεί. Επικά εντυπωσιακές σκηνές δράσης, άπλετο συναίσθημα και ένταση, στην πλειονότητα του επιτυχημένο χιούμορ και φυσικά μια Νέα Υόρκη που φαντάζει συνάμα ζωντανή μα και άκρως φανταστική. Όλα εκείνα τα στοιχειά που αγαπήσαμε στα προηγούμενα επεισόδια είναι εδώ. Για άλλη μια φορά βρισκόμαστε στο γλυκό καταφύγιο νοσταλγίας και cheesy ‘60s αφέλειας που είναι ο κόσμος που έπλασε ο δημιουργός. Κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι παρόμοιο. Κανείς δεν θα μπορούσε να αιχμαλωτίσει αυτό το πνεύμα. Μόνο ο Raimi. Και ρε φίλε, είναι πανέμορφο.

Και φυσικά για άλλη μια φορά το καστ είναι εδώ και δίνει τον καλύτερο του εαυτό. Ο Tobey Maguire παραμένει ο ήρωας που μας γαλούχησε και αγαπήσαμε σαν μεγάλο αδελφό. Ο Willem Dafoe είναι παρόν για μερικά λεπτά αλλά κλέβει με άνεση την παράσταση. Ο Thomas Haden Church είναι στιβαρά αφοσιωμένος και σπαράζει την καρδιά του κοινού με την τραγικότητα του. Και φυσικά ο Topher Grace ακόμη και με το γεγονός ότι αποτελεί μια ατυχή επιλογή για τον ρόλο του Eddie Brock, διασκεδάζει τον ρόλο του κακού και προσφέρει τουλάχιστον θέαμα στον θεατή.

Η κληρονομιά αυτής της ταινίας είναι σπιλωμένη. Είναι υπερβολική η κατακεραυνώσει της ως ένα τερατούργημα. Είναι εγκληματικό που η αντίδραση των φανατικών θαυμαστών έχει ωθήσει έναν δημιουργό να ζητά συγγνώμη για το παιδί του. Ένα παιδί που έπλασε με μεράκι και αγάπη ακόμη και υπό την πίεση που δέχονταν. Δεν έχουμε μια κακή ταινία. Σε καμία περίπτωση δεν φάνηκε αντάξια των υψίστων προσδοκιών, μα σε καμία περίπτωση δεν είναι κακή ή σκουπίδι. Έχουμε σε κάθε περίπτωση μια ταινία λίγο λιγότερο καλή από τους προκάτοχους του. Που όμως ακόμη και σε αυτό το επίπεδο παραμένει μια σπουδαία και απολαυστικά θεαματική ταινία.