Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣDoctor Strange In The Multiverse Of Madness: Βlockbuster από άλλη διάσταση

Doctor Strange In The Multiverse Of Madness: Βlockbuster από άλλη διάσταση

Δεν μπορούμε να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλο μας. Ο κόσμος έχει κουραστεί από το Marvel Cinematic Universe. Πάνε δεκατέσσερα χρόνια από την αρχή του μεγαλύτερου franchise στην ιστορία του κινηματογράφου κι ό,τι φαινόταν συναρπαστικό τότε, σήμερα φαίνεται τετριμμένο. Ιδιαίτερα στην μετά covid εποχή και την έναρξη των σειρών της Marvel, παράγουμε περισσότερη Marvel απ’ όση μπορούμε να καταναλώσουμε, συχνά με άσχημα αποτελέσματα. Προσωπικά, ανησυχούσα περισσότερο για τις ταινίες της περιόδου. Η Black Widow έμοιαζε γερασμένη πριν καν βγει στις αίθουσες, ο Shang-Chi ήταν μια συμπαθητική εισαγωγή χαρακτήρα που απευθυνόταν, κυρίως, σε πιτσιρίκια αλλά μέχρι εκεί κι αρκεί να δείτε το Rotten Tomatoes των Eternals ώστε να καταλάβετε πόσο δίχασε. Ήρθε όμως ο Δεκέμβρης και το διαχρονικό πουλέν της εταιρίας ξελάσπωσε. Η τελευταία περιπέτεια του Spider-Man ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες, με μια ιδανική ισορροπία νοσταλγίας και συνέχειας για την σειρά. Βρίσκω ταιριαστό που ο σκηνοθέτης της επόμενης ταινίας στο franchise, η οποία θα μας απασχολήσει σήμερα, είναι ο άνθρωπος που ευθύνεται για την πρώτη μεταφορά του Ανθρώπου-Αράχνη σε blockbuster, πίσω, στο μακρινό 2002. Ο Sam Raimi, με εκείνη την τριλογία του, χαράχτηκε στη συνείδηση της γενιάς μου όπως είχε χαραχτεί στης προηγούμενης με την τριλογία των Evil Dead. Είναι ένας δημιουργός που ακροβατούσε, πάντα, ανάμεσα στον ανατριχιαστικό τρόμο, στο βροντερό γέλιο και στο εντυπωσιακό θέαμα. Μετά το, άνισο, τρίτο μέρος του Spider-Man του αρκέστηκε περισσότερο στην ιδιότητα του ως παραγωγός, έχοντας μόνο δύο σκηνοθετικά credit μεγάλου μήκους. Με την βιομηχανία και, ίσως σημαντικότερα για τις ευαισθησίες του, την τεχνολογία να έχουν προχωρήσει, έφτασε και πάλι η ώρα του να μετρηθεί στη μεγαλύτερη δυνατή σκηνή. Είναι όμως το Multiverse Of Madness η επιστροφή του βασιλιά ή άλλη μια ευκαιρία για γκρίνια στο υπέρ-κορεσμένο, υπέρ-ηρωικό τοπίο του 2022;

Η ταινία ξεκινάει με έναν Doctor Stephen Strange (Benedict Cumberbatch), ο οποίος εμφανώς δεν είναι ο δικός μας, μαζί με την μικρή America Chavez (Xochitl Gomez) να περιδιαβαίνουν μια κατακερματισμένη πραγματικότητα προσπαθώντας να φτάσουν σε ένα μαγικό βιβλίο, κυνηγημένοι από ένα πλοκαμωτό τέρας. Όταν το τέρας σκοτώσει τον Strange, η America θα βρεθεί μέσα σε μια πύλη κι ο δικός μας Strange θα ξυπνήσει. Αυτό ήταν το όνειρο του αλλά είναι η μέρα του γάμου της πρώην του Christine (Rachel McAdams). Μετά το πέρας της τελετής, ένα άλλο πλοκαμωτό τέρας θα εμφανιστεί έξω απ’ το μέγαρο κι ο Strange θα βουτήξει στη δράση. Μες το χαμό θα εμφανιστεί ο Wong (Benedict Wong), ο τωρινός Sorcerer Supreme, κι αφού εξοντώσουν την απειλή θα γνωριστούν με την μικρή ταξιδεύτρια του Multiverse.

Ύστερα από τις απαραίτητες εξηγήσεις σχετικά με την ιδιότητα της κι ότι στα όνειρα βλέπουμε τους εαυτούς μας από άλλα σύμπαντα, πράγμα που αποδεικνύει χάρη στο πτώμα του άλλου Strange, γίνεται ξεκάθαρο στους δύο άντρες ότι αυτό που την καταδιώκει έχει να κάνει με witchcraft. Συνεπώς, ο Strange θα απευθυνθεί στην witch που ξέρει, στην Wanda Maximoff (Elisabeth Olsen). Η ήρεμη επανασύνδεση τους θα κρατήσει ελάχιστα, καθώς γίνεται ξεκάθαρο πως η Wanda έχει παραδοθεί πλήρως στο ρόλο της Scarlet Witch και είναι εκείνη που καταδιώκει την America, ελπίζοντας να εκμεταλλευτεί τη δύναμη της, ώστε να επανασυνδεθεί με εκδοχές των παιδιών της από άλλα σύμπαντα. Μία σεκάνς όπου θα επιδείξει όλη την δύναμη της αργότερα, Strange κι America γλυτώνουν στην κόψη του ξυραφιού κι αρχίζουν το ταξίδι τους στο Multiverse.

Αυτή η πρώτη πράξη θέτει το πατρόν για την υπόλοιπη ταινία, την ισορροπία ανάμεσα στη δράση, στις διαλογικές σκηνές και την αγωνία. Είναι ένα δουλεμένο σενάριο που δεν χάνεται σε κάτι απ’ τα τρία αλλά αντιθέτως φροντίζει το κάθε στοιχείο να συμπληρώνει το άλλο. Είναι τιμή του σεναριογράφου Michael Waldron (ο οποίος δημιούργησε και τη σειρά Loki) ότι δίνει τις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες ώστε να καταλάβουμε που βρίσκονται οι χαρακτήρες όταν ξεκινάμε, χωρίς απαραίτητα να έχουμε δει ό,τι έχει προηγηθεί στο franchise και μετά προχωράει στην ανάπτυξη των arc τους και την συναρπαστική πλοκή.

Αναφορικά με το δεύτερο, οι διαφορετικοί κόσμοι του δίνουν την ευκαιρία να κάνει κάποια πράγματα που δεν έχουν ξαναγίνει στο MCU από άποψη world building και ταυτόχρονα, κάθε νέο κομμάτι world building, του επιτρέπει να χτίσει εφευρετικές σκηνές δράσης ή αγωνίας που πατάνε στη λογική όσων έχουμε ήδη δει. Εντυπωσιάστηκα που μπόρεσα να βρω μόνο δύο στιγμές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως σεναριακές τρύπες, ένα φαινόμενο που έχουμε μάθει να συγχωρούμε στα blockbuster και μια παγίδα που συχνά πέφτουν οι ταινίες του MCU. Εν τέλει, ένιωσα αρκετό κίνδυνο, πράγμα σπάνιο για τέτοια ταινία όπου ξέρουμε πως όλα θα πάνε καλά στο τέλος. Μ’ έκανε ν’ αμφισβητήσω το ατόφιο happy end και δεν θα γινόταν κι αλλιώς με την τραγικότητα που περικλείει του δύο βασικούς χαρακτήρες μας και τα σκοτεινά βάθη που θα φτάσουν.

Γιατί ναι, καλά όλα τ’ άλλα, αλλά εδώ έχουμε το ταξίδι του Stephen και της Wanda προσπαθώντας να ξεφύγουν απ’ το παρελθόν και την κοσμική τους μοίρα. Ο πρώτος, πλασάρεται ως ο νέος Iron Man. Πανίσχυρος, γηραιότερος των εναπομεινάντων ηρώων και καθοδηγητής των νεότερων αλλά ταυτόχρονα επιπόλαιος με μια αλαζονεία που προκύπτει από υπερτίμηση των δυνάμεων του και την συχνή επιλογή του να αγιάσει τα μέσα λόγω του σκοπού. Τα γεγονότα που είδαμε στο Spider-Man: No Way Home και το Infinity War, ωχριούν κιόλας μπροστά σε ό,τι έχουν κάνει οι άλλοι Strange που θα συναντήσει, ενισχύοντας αυτή την αίσθηση αβεβαιότητας και κινδύνου που προανέφερα. Πως ο Strange θα υπερβεί τον κοσμικό του χαρακτήρα και θα σώσει την κατάσταση;

Όπως γίνεται ξεκάθαρο, από το exposition, η Scarlet Witch, είναι η μεγαλύτερη απειλή που έχουμε δει μέχρι τώρα στο MCU. Αυτό όμως δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε ο πόνος της Wanda Maximoff. Η Wanda είναι ένα παιδί που ξεκίνησε ως θύμα πολέμου, έγινε αιχμάλωτη με στόχο την οπλοποίηση της κι οι σωτήρες της, τελικά, την χρησιμοποίησαν ως αυτό το όπλο, αναγκασμένη να εξολοθρεύσει το μόνο πλάσμα που αγάπησε για τον σκοπό που αγιάζει τα μέσα. Παρόλο που χρησιμοποιεί τη δικαιολογία της τραγικής μάνας, αυτό είναι μόνο ένα σαθρό αφήγημα που έφτιαξε το τραυματισμένο παιδί. Λάτρεψα το γεγονός ότι αφήσαμε πίσω τα daddy/mommy issues που καθόρισαν την ψυχολογία των περισσότερων ηρώων μέχρι τώρα κι έχουμε την πιο ακατάλληλη γι’ αυτό το ρόλο, να γαντζώνεται από την ταυτότητα του γονέα. Αυτό το εκρηκτικό κοκτέιλ στοιχείων χαρακτήρα, είναι ο έτερος λόγος που ίδρωνα πριν το φινάλε. Πως θα σταματήσει η ιερή οργή της Scarlet Witch κι υπάρχει ακόμα η Wanda, κάπου, εκεί μέσα;

Στην σκηνή κορύφωσης, αποκαλύπτεται η θεματική ιδέα της ταινίας με καταλύτη την America Chavez. Θα προτιμούσα να είχε αναπτυχθεί περισσότερο ο χαρακτήρας της κι ο ρόλος της να μην εξυπηρετούσε, απλά και μόνο, την πλοκή αλλά αυτή είναι η κατάρα του MCU, όπου ήδη μπαίνουν οι βάσεις για μια ταινία Young Avengers. Αυτό που λέει η ταινία μέσω της και καθρεφτίζει στους πανίσχυρους μάγους μας, είναι ιδιαιτέρως όμορφο και ουσιώδες. Είναι ο υπέρ-ήρωας μέσα μας. Είναι οι “remarkable people” τους οποίους μάζεψε ο Nick Fury ως Avengers. Ο βασικός σκοπός και δύναμη κάθε ήρωα, είναι η ανάγκη του να κάνει καλό. Είναι και το επιχείρημα ενάντια σε όσους κριτικάρουν τους υπέρ-ήρωες ως «Αμερικάνους Σωτήρες». Δεν είναι έτσι, υπέρ-ήρωας είναι όποιος έχει ανιδιοτέλεια και αυτοθυσία.

Αν αυτό δεν σας θυμίζει το Spider-Man 2 του Sam Raimi, τότε μάλλον δεν το έχετε δει. Ο σκηνοθέτης λοιπόν επιστρέφει στο είδος που καθόρισε την καριέρα του και μ’ όλα τα όπλα τις σύγχρονης τεχνολογίας και πατώντας πάνω στο, ίσως, πιο πλήρες φαντασίας σενάριο που έχει γραφτεί για το είδος σολάρει. Ξέρει να χειριστεί και τις πολύχρωμες και τις σκοτεινές στιγμές, δημιουργώντας την πιο ενδιαφέρουσα οπτικά ταινία του MCU από τα Guardians Of The Galaxy του James Gunn. Παράλληλα, είναι ένας άνθρωπος που κατέχει και το κωμικό timing και το suspense, ώστε να κάνει αυτές τις στιγμές της ταινίας μέγιστα αποτελεσματικές. Με την κωμωδία πιο υποτονισμένη και τον τρόμο πιο υπερτονισμένο από ποτέ στο franchise, μας κάνει να γελάσουμε με τα λιγότερα και να ανατριχιάσουμε με όση φρίκη του επιτρέπει το PG rating της ταινίας. Με ένα sound design, οπτικά εφέ, χρήση πλάνων και μοντάζ που θυμίζουν τα Evil Dead με το μεγαλύτερο δυνατό budget αλλά και το θέαμα των υπέρ-ηρωικών μαχών του Spider-Man, με κερασάκι στην τούρτα καρέ όμοια με ζωγραφικούς πίνακες που απλά δεν βλέπουμε συχνά στα σύγχρονα blockbuster. Απ’ όλες τις εφευρετικές σεκάνς του, θα ξεχωρίσω τη μάχη μες τους ήρωες μιας άλλης Γης κι αυτή με τις μουσικές νότες, θα καταλάβετε όταν τις δείτε. Ο άνθρωπος έχει να σκηνοθετήσει blockbuster δεκαπέντε χρόνια και φαίνεται σαν να είναι ο πιο πεινασμένος και τρελός εικοσάχρονος δημιουργός.

Κλείνοντας, οφείλω να αναφέρω κι ότι οι «εκπλήξεις» που περιμένουμε πάντα πλέον σε ταινίες του MCU, ήταν οι αγαπημένες μου γιατί ήταν ακριβώς αυτές που περίμενα σαν γλυκό μαλλί της γριάς που παίρνουμε πάντα στο λούνα-παρκ και μόνο εκεί. Για τους οπαδούς του σκηνοθέτη υπάρχει και το cameo(ξέρετε) και μάλλον φαίνεται η ηλικία μου, αφού ήμουν ο μόνος στην αίθουσα που ενθουσιάστηκε με αυτό. Η αγάπη μου για την ταινία μπορεί να συνοψιστεί απλά σε μια φράση. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που ενθουσιάστηκα με την ταινία Marvel κι όχι με την σειρά Marvel. Σαν υπερ-ηρωική ταινία, σαν πολύπλευρη ταινία είδους και σαν ταινία του Sam Raimi, δεν μου έλειψε σχεδόν τίποτα και παρακαλώ το Πολύ-Σύμπαν, να αρχίσουμε να τον βλέπουμε και πάλι, συχνά στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Rating:


Xώρα: Η.Π.Α.

Έτος: 2022

Χρώμα: Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Sam Raimi

Πρωταγωνιστούν: Benedict Cumberbatch, Elizabeth Olsen, Xochitl Gomez, Rachel McAdams

Διάρκεια: 126'

Τελευταία