Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Prince Avalanche

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Prince Avalanche

Η παρούσα έκδοση της στήλης είναι η 16η συμπληρώνοντας μια ολόκληρη σελίδα στο site. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που αυτό το πρώτο milestone συμπίπτει με την κάλυψη μιας από τις πέντε αγαπημένες μου ταινίες, κατ’ αντίστοιχο τρόπο που η στήλη ξεκίνησε απ’ την αγαπημένη μου. Η σύνδεση με την προηγούμενη βδομάδα; Είναι κι αυτή ένα remake. Τα σημαντικά remake, αυτά που πετυχαίνουν το σκοπό τους, όπως το Scarface και το Cape Fear που έχουμε καλύψει, κρατάνε τη βάση απ’ το αρχικό έργο αλλά διαφοροποιούνται με προσωπικό κι αποτελεσματικό τρόπο ώστε να στέκονται αυτόνομα.

Επί της παρούσης, έχοντας δει αυτό το remake πολλές φορές απ’ όταν βγήκε, δεν μου δημιουργήθηκε ποτέ η ανάγκη να δω την αρχική, Ισλανδική, ταινία. Το τρέιλερ της μου δίνει να καταλάβω πως κρατήθηκε μεγάλο μέρος της πλοκής και του διαλόγου με εμφανή τη διαφορά στη μουσική και την, βραβευμένη στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, σκηνοθεσία του David Gordon Green. Ας δούμε τι κάνει αυτή την coming of age, ιστορία αντρικής φιλίας να ξεχωρίζει από τον σωρό του είδους.

Ο Alvin (Paul Rudd) και ο Lance (Emile Hirsch), περνάνε το καλοκαίρι του ’88 βάφοντας τη σήμανση από τους δρόμους, στην επαρχεία του Texas, αφότου αυτή είχε καταστραφεί από μια μεγάλη φωτιά. Ο πρώτος έφερε στη δουλειά τον δεύτερο επειδή είναι ο αδελφός της καλής του. Οι διαφορές τους είναι άμεσα εμφανείς. Η αποτελεσματικότητα, η μελέτη κι η προετοιμασία για το μέλλον χαρακτηρίζουν τον Alvin ενώ ο νεότερος Lance μοιάζει λίγο με το παιδί που δεν θέλει να πάει σχολείο, το μυαλό του είναι στα σαββατοκύριακα που θα επιστρέψει στην πόλη για να τον βρέξει, “squeeze the little man” στο πρωτότυπο. Σύντομα θα μας γίνει ξεκάθαρο, μέσα από τις κόντρες τους, ότι τελικά ίσως να μην διαφέρουν τόσο πολύ και μάλλον έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον.

Τα βασικά στοιχεία τους που συγκρούονται είναι η αλαζονική ανωτερότητα του Alvin, επειδή έχει σταθερή εργασία, ξέρει να επιβιώνει στη φύση κι έχει πρόγραμμα, με την αθώα επιπολαιότητα του Lance που φαίνεται να μένει στις απολαύσεις της στιγμής. Πλείστες οι αφορμές ώστε το πλαίσιο του ενός να αντιδράσει με την ρευστότητα του άλλου και παρόλο που γίνονται έντονοι, παράλογοι κι επιθετικοί μέχρι την κορύφωση της κοκορομαχίας πάντα μ’ αγγίζουν οι στιγμές που ο ένας ή άλλος είναι θλιμμένος. Οι πράξεις τους στο σύνολο μπορεί να μας ξενίσουν σ’ ένα βαθμό αλλά σ’ αυτές τις στιγμές, λάμπει η ενσυναίσθηση. Φαίνεται πόσο καλόπιστοι μπορούν να γίνουν παρά τη συναισθηματική τους ανωριμότητα. Είναι άντρες ή καλύτερα, αγόρια, που μπορούν να ακούσουν μόλις κουμαντάρουν λίγο τον εγωισμό τους, αν κι η παιδικότητα τους κάνει τη δυναμική τους να θυμίζει δύο ζωάκια μέσα στην άγρια φύση που βρίσκονται.

Σ’ αυτή την άγρια φύση, ακόμα κι η καταστρεπτική φωτιά που πέρασε φαίνεται σαν ευκαιρία για αναγέννηση. Αυτό καθρεφτίζεται και στα δραματικά arc τους. Οι ζωές του αλλάζουν, υπάρχουν συντρίμμια ψυχής που μοιάζουν, προς στιγμήν, αντίστοιχης σημασίας με τα πραγματικά γύρω τους. Είναι ακόμα εκεί όμως, συνεχίζουν και βασικά έχουν ο ένας τον άλλον. Η φωτιά στην καρδιά τους φουντώνει κι ηρεμεί, στις ροές που παρουσιάζει η ταινία και τελικά φτάνουν την άλλη άκρη σαν αδέλφια. Με τον μικρό που μπορεί να βασιστεί στον μεγαλύτερο, τον μεγαλύτερο να μάθει απ’ τον μικρότερο, να αγκαλιαστούν αφού έχουν τσακωθεί, παίξει, μοιραστεί πόνους και χαρές, αφού το έχουν ζήσει. Πλανάται και μια παρουσία συμπαντικού κάρμα στην πορεία τους όπως πλανώνται κι οι γυναίκες παρά τη φυσική απουσία τους.

Στην παρούσα θέαση μου θύμισε το Digger, πως είναι μια ταινία για την γυναίκα, παρόλο που βλέπουμε δυο άντρες στο δάσος. Αξιακά στο Prince Avalanche η αρρενωπότητα, όσο γλυκιά κι αν καταλήγει, αναδύεται μέσα από τον Αμερικάνικο τρόπο ζωής, τη σύζυγο ως συμπλήρωμα και πυξίδα. Έτσι κουμπώνουν κι οι άλλες δύο φυσικές παρουσίες της ταινίας, ένας ηλικιωμένος άντρας και μία ηλικιωμένη γυναίκα, που οι χαρακτήρες τους λόγω timing και υποβάθρου, αποκτούν μια μεταφυσική γονεϊκότητα ως τελευταία κομμάτια στο αιθέριο οπτικοακουστικό παζλ που φτιάχνει ο Green.

Η ταινία γυρίστηκε μέσα σε μόλις δεκαέξι μέρες κι ο χειροποίητος χαρακτήρας φαίνεται στην ενέργεια της. Στο μεγαλύτερο μέρος εκμεταλλεύεται την κάμερα στο χέρι, δίνοντας ταυτόχρονα ένταση κι ελευθερία αλλά κάνει και τα σταθερά πλάνα σημεία αντίστιξης, τα λεπτομερειακά κοντινά σημάδια της πυκνότητας του κόσμου που κατασκευάζει. Υπάρχει ένας διαλογιστικός ρυθμός που ανταποκρίνεται στις λιακάδες και τις βροχές, στις ψυχολογίες των ηρώων και κορυφώνεται σε καλοκουρδισμένα μοντάζ περάσματος χρόνου.

Αυτά τα τρία στοιχεία αναδεικνύονται και κάνουν την ταινία αριστούργημα χάριν στο soundtrack του David Wingo σε συνεργασία με τους Explosions In The Sky. Ο πρώτος αποτελεί μόνιμο συνεργάτη του Green κι ενώ στους περισσότερους θα ξεχωρίσει το στίγμα των δεύτερων, αυτό το εκπληκτικό soundtrack δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη συνεργασία τους. Η χρήση του soundtrack είναι, ίσως, το κορυφαίο τεχνούργημα του κινηματογράφου. Το πάντρεμα εικόνας και τραγουδιού, μπορεί να δημιουργήσει τις ισχυρότερες εντυπώσεις ακόμα και στα πιο απλά σενάρια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει για ‘μένα σ’ αυτό το απλούστατο σενάριο, είναι το αγαπημένο μου soundtrack σε οποιαδήποτε ταινία, θα κατοικεί για πάντα στο κεφάλι μου και παραθέτω ένα δείγμα του, ώστε να καταλάβετε.

Ο Green μάλλον δεν θα επιστρέψει στο arthouse σινεμά, της απλότητας και της Αμερικάνικης επαρχίας. Από ‘κει ξεκίνησε με το George Washington κορυφώθηκε με το Prince Avalanche, παράλληλα γύρναγε αληθινές ιστορίες και κάφρικες κωμωδίες. Πλέον, έχει αποδημήσει στο horror με μεγάλη επιτυχία, κατά τη γνώμη μου, αλλά πιθανότατα τίποτα δεν θα ξεπεράσει το παρόν πόνημα του, μέσα μου. Μ’ έκανε να τον ανακαλύψω σαν δημιουργό και πόσο τoν υποτιμάνε οι βαθμολογίες των όποιων κριτικών site αλλά σημαντικότερα, αποτελεί μια αναλλοίωτη φωλιά παρά τις πολλές θεάσεις. Ένας άνθρωπος του χώρου μου είχε πει πως είναι μια ταινία που δεν αφορά κανέναν αλλά, απλούστατα, δεν αφορούσε εκείνον. Το εσωτερικό παιδί που δοκιμάζεται μέσα στη φύση και δια ζώσης μεγαλώνει, δεν είναι κάτι που απλά αγγίζει την ψυχή μου, είναι κάτι που ταυτίζω με τον κύκλο της ζωής ολάκερης.

Τελευταία