Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΗ vintage φρεσκάδα του Nick Waterhouse

Η vintage φρεσκάδα του Nick Waterhouse

Σπάνια τρέφω εκτίμηση σε solo καλλιτέχνες, ίσως μιλάει ο μεταλλάς μέσα μου που ούτως ή άλλως ανάγει τα πάντα σε μπάντες. Όμως, υπάρχουν συγκεκριμένες καλλιτεχνικές μορφές που μου κινούν το ενδιαφέρον. Για να μου συμβεί αυτό οι απαιτήσεις μου είναι μεγάλες, οριακά υπερβολικές, αφού «απαιτώ» από ένα καλλιτέχνη να λειτουργεί και να παράγει έργο συνόλου και όχι να δρα ως μονάδα. Σκεπτόμενος τα παραπάνω, καταλαβαίνει κάποιος από που πηγάζει η μεγάλη αγάπη που τρέφω σε μορφές όπως οι Nick Cave, David Bowie, Björk, και εσχάτως ο Nick Waterhouse.

Ο Αμερικάνος που θα επισκεφθεί σε μερικές ημέρες την χώρα μας, αποτελεί έναν συνεχιστή της μουσικής κληρονομιάς των ‘50s & ‘60s, επηρεασμένος από συνθέτες όπως οι Leiber και Stoller. Γεννημένος στις δυτικές ΗΠΑ, από μικρός θυμάται να είναι ο παρίας του Orange County στο οποίο μεγάλωνε μέχρι το rock & roll να μπει στη ζωή του. Όμως, ο πρωταγωνιστής μας δεν αρκέστηκε σε μία μουσική αναβίωση, κατάφερε να προσαρμόσει τα στοιχεία του σήμερα στη μουσική του τότε. Αν φέρουμε στον νου μας τον πρώτο του δίσκο, το “Time's All Gone” του 2012 ακούμε τον ταλαντούχο Καλιφορνέζο να αναδημιουργεί τον κλασικό ήχο μουσικών όπως οι Little Richard, Jerry Lee Lewis, Fats Domino και Bo Diddley και να εκπονεί έναν δίσκο όποιος τρέχει με γοργό ρυθμό.

Φυσικά, πίσω στα ‘50s, τα είδη μουσικής δεν είχαν αναπτυχθεί τόσο όσο στο σήμερα, σε αρκετές κυκλοφορίες τις εποχής άκουγες τη συνύπαρξη διάφορων σχολών. Αυτό ίσως αποτελεί και τον μεγαλύτερο ανασταλτικό παράγοντα για να παίξεις τέτοια μουσική σήμερα. Ο Nick αυτό το λύνει με πολύ εύκολο τρόπο, αφού πετυχαίνει η ευφορία που διέπει το album να κυριαρχεί του «μπερδέματος». O δίσκος, όπως και το σύνολο της δουλειάς του Αμερικανού, βρίθει ευχάριστων αντιφάσεων. Για παράδειγμα, αν κάποιος το ακούσει για πρώτη φορά, αγνοώντας οπουδήποτε στοιχείο για τον δημιουργό του, θα πιστέψει ότι ανακάλυψε κάποιον ξεχασμένο θησαυρό των ‘50s – ‘60s. Συγχρόνως, λόγω του αυθορμητισμού που το διακρίνει, ακούγεται ολόφρεσκο, κατανοείς πως έχει γραφτεί από κάποιον νου του σήμερα.

Η κυκλοφορία του παρθενικού του δίσκου θα του ανοίξει τον δρόμο για μία μεγάλη καριέρα, αφού μόλις έναν χρόνο αργότερα θα επισκεφθεί την ήπειρο μας για μία πανευρωπαϊκή περιοδεία. H ορμητική του εκκίνηση θα του δώσει μεγάλη φόρα, έτσι το ίδιος έτος, με το πέρας των εμφανίσεων του στη Γηραιά Ήπειρο, μπαίνει εκ νέου στο studio. Το “Holly” που κυκλοφορεί το 2014 είναι φαινομενικά ένα σύνολο vintage R&B, όμως, η «καρδιά» του Αμερικανού κιθαρίστα & τραγουδιστή είναι rock. Δεν ξεφεύγει από τις αρχές του ντεμπούτου του, όμως, οι κιθάρες του “Holly” μοιάζουν σαν να είναι καλύτερα «ακονισμένες», οι μελωδίες είναι περισσότερες και ο ρυθμός ακριβέστερος.

Είχε αναφέρει ότι ο δεύτερος δίσκος είναι εμπνευσμένος από την ταινία Chinatown του Polanski, και δεν έχει άδικο, αφού όπως οι ερμηνείες των Jack Nicholson & Faye Dunaway βοηθούν στο να ξεδιπλωθεί μία ταινία γεμάτη ζωή και μυστήριο, με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν η φωνή και η κιθάρα του Waterhouse, με τη διαφορά ότι αυτός κάθεται και στην καρέκλα του σκηνοθέτη και σαν άλλος Robert Towne, υπογράφει και το σενάριο.

Κάπου είχα διαβάσει ότι αν κάποιος ήθελε να περιγράψει τον Nick Waterhouse, δε θα υπήρχε καλύτερος όρος από το «μουσικός χίπστερ». Το “Never Twice” του 2016 έρχεται να ρίξει φως σε γωνίες του ταλέντου του που μέχρι τότε παρέμεναν κρυφές. Η πρώτη διαφοροποίηση με τους προκατόχους του είναι η εισαγωγή ρυθμών με latin επιρροές. Επίσης ακούμε μελωδίες βαθιά επηρεασμένες από gospel, οι οποίες μάλιστα είναι τόσο καλές που θα έκαναν τον Ray Charles να χαμογελάσει. Μάλιστα, με την κυκλοφορία του συγκεκριμένου δίσκου, στη γενέτειρα ανοίγει μία κουβέντα του κατά πόσον είναι κοντά να «τρυπήσει το ταβάνι» του underground.

Ο ίδιος όμως απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο αφού περιέγραψε τη διαδικασία σύνθεσης ως έξης: «Αυτός ο δίσκος είναι διαφορετικός γιατί αυτήν τη φορά ήμουν εντελώς απελευθερωμένος. Όχι μόνο γιατί δεν είχα την αγωνία να αποδείξω κάτι αλλά και διότι όταν έγραφα τον δίσκο, το μεγαλύτερο διάστημα κοιμόμουν σε καναπέδες φίλων μου σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ.

Όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσουμε τον δίσκο, σκέφτηκα ποια θα ήταν η ομάδα των ονείρων μου για κάτι τέτοιο, τι εξοπλισμό θα χρειαζόμουν και σε ποιον χώρο. Σκέψου πως όταν όλα ήταν έτοιμα για να αρχίσουμε ηχογραφήσεις, πήγα και νοικιάσαμε έναν χώρο ιστορικής σημασίας (Hyde Street Studios) παρότι δεν είχε καθόλου εξοπλισμό. Υπό μία έννοια, ήταν σαν να δημιούργησα μία κοινότητα, που βρίσκεται σε έναν χώρο όπου ρολόγια και παράθυρα απουσιάζουν».

Τον Μάρτιο του 2019, ο Nick Waterhouse κυκλοφορεί τον τέταρτο προσωπικό του δίσκο ο οποίος φέρει το όνομα του. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται την πένα του ο Waterhouse σε αυτό το album είναι πιο οξύς από ποτέ. Το “Waterhouse” είναι σίγουρα η αγαπημένη μου δουλειά σε σύνολο του Αμερικάνου, αφού ενώ για πρώτη φορά κάνει βήματα μακριά το R&B των προηγούμενων δεκαετιών, δεν παύει να διατηρεί τον vintage χαρακτήρα του.

Επίσης είναι πιο απλό από τα υπόλοιπα, και ενώ κάποιοι μπορεί να το εκλάβουν αυτό ως αρνητικό, εγώ από την πλευρά μου εκεί βλέπω όλη του την ομορφιά. Το γεγονός ότι δεν απαιτεί προσπάθεια στο να απολαύσει κάποιος την ακρόασή του είναι και ο καλύτερος λόγος για να το πράξει πολλές φορές. Ομολογουμένως, δεν είναι μία κυκλοφορία που θα σε προκαλέσει, αλλά για όσους από εμάς έχουμε παραφορτωμένη καθημερινότητα, απαιτητική δουλειά, πιέσεις και deadlines, ίσως απλά να θέλουμε μία μουσική για να μας διασκεδάσει, και ακριβώς αυτό προσφέρει ο Nick Waterhouse.

Εν έτει 2021 μπορεί ο Nick να επιθυμεί να παραμένει underground, όμως, η φήμη & αποδοχή του έχουν μεγαλώσει σημαντικά. Το γιγάντεμα αυτό θα οδηγήσει και στη συνεργασία του με περισσότερους από 20 μουσικούς για τις του “Promenade Blue”. Εδώ ο Waterhouse έχει επιστρέψει στον αρχικό του ήχο και το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος βγαλμένος από τις εποχές του γραμμοφώνου. Ξεχωριστή μνεία αξίζει να γίνει και στον παραγωγό του δίσκου, Paul Butler, με τον οποίο συνεργάζεται εκ νέου και είναι υπεύθυνος για τον σεμιναριακού επιπέδου ήχο που ακούμε. Δέκα χρόνια καριέρας, πέντε δίσκοι και μερικές εκατοντάδες χιλιομέτρων ανά τον πλανήτη είναι ο απολογισμός για τον 36χρόνο τραγουδοποιό. Αυτή η τόσο ενδιαφέρουσα μουσικά προσωπικότητα θα επισκεφθεί ξανά τη χώρα μας και αποτελεί μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ένα ξέφρενο πάρτι υπό τον ήχο μελωδιών που γνωρίζουμε μόνο από ταινίες, αν μη τι άλλο θα είναι μία μοναδική εμπειρία.

Τελευταία