Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Hot Fuzz

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Hot Fuzz

Από το odd couple που εργάζεται στην Αμερικανική επαρχία και μέσα από τη δουλειά και τη συντροφικότητα του, δοκιμάζεται και ωριμάζει, πάμε σε ένα αντίστοιχο στην Βρετανική επαρχία. Οι διαφορές, ανάμεσα στις δύο ταινίες, από ‘κει και πέρα δεν θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες, ακριβώς όπως μας αρέσει σε αυτη την στήλη. Αν στο Prince Avalanche είχαμε μια οριακά διαλογιστική κομεντί χαρακτήρων στο Hot Fuzz έχουμε μια ακραία κωμωδία δράσης που ερωτοτροπεί με το θρίλερ. Αποτελεί το δεύτερο μέρος της Cornetto Trilogy, τριλογίας που έβαλε στον χάρτη τον σκηνοθέτη της, Edgar Wright. Σε κάθε μία απ’ τις τρεις ταινίες, μια σκοτεινιά ξεπροβάλει μέσα απ’ την μπαναλιτέ της μικρής πόλης κι εκτροχιάζεται σε ταινία είδους δίχως ορία. Ο Edgar Wright είναι για μένα ο Βρετανός σκηνοθέτης με την πιο έντονη προσωπική γραφή στον αιώνα που διανύουμε κι ο μόνος που τον πλησιάζει σ’ αυτό, για αρκετά διαφορετικούς λόγους, είναι ο Ben Wheatley. Ας δούμε λοιπόν, πως συναντάται αυτή η γραφή σε μια ταινία που περνάει απ’ όλο το φάσμα των συναισθημάτων χωρίς να ξεχνάει ούτε στιγμή να διασκεδάσει κι αποτελεί την προσωπική μου αγαπημένη του.

Ο Nicholas Angel (Simon Pegg) είναι ο καλύτερος μπάτσος του Λονδίνου. Με συλλήψεις 400% υψηλότερες από κάθε άλλον στο σώμα, ντροπιάζει τη μητροπολιτική αστυνομία και σύντομα οι ανώτεροι του (σπαρταριστά cameo από Martin Freeman, Steve Coogan και Bill Nighy) θα του δώσουν προαγωγή αλλά η θέση είναι στην επαρxιακή κωμόπολη του Sanford. Στην πρώτη του νύχτα, πριν καν παρουσιαστεί στο τμήμα, θα συλλάβει μερικούς πιτσιρικάδες που αλητεύουν αφού τους πετάξει απ’ την pub που πίνανε παράνομα αλλά και τον ατσούμπαλο, νεαρό συνάδελφο του Danny Butterman (Nick Frost) για οδήγηση υπό την επήρρεια. Από την επόμενη μέρα κιόλας, θα παρατηρήσει πως όλη η κωμόπολη τον χαιρετάει και θα γνωρίσει τον ιδιοκτήτη του σούπερ μάρκετ με το σαρδόνιο χαμόγελο Simon Skinner (Timothy Dalton). Στο τμήμα θα ανακαλύψει ότι ο Danny είναι συνάδελφος αλλά και γιος του αρχηγού Frank (Jim Broadent). Η εμφανής χαλαρότητα των συναδέλφων του, τον σοκάρει αλλά έρχεται και σ’ αντίθεση με την επαγρύπνηση της N.W.A. (Neighbourhood Watch Alliance) που παρακολουθεί όλο το χωριό με κάμερες που χειρίζεται ο Edward Woodward (Tom Weaver). Σύντομα η εργατικότητα του Nicholas συγκρούεται με την χαλαρότητα απέναντι στα μικροεγκλήματα. Όταν όμως αρχίζουν να συμβαίνουν αιματηρά «ατυχήματα», ο Nicholas είναι σίγουρος πως είναι δολοφονίες και σιγά σιγά, με την βοήθεια του Danny με τον οποίον έρχονται όλο και πιο κοντά, θα αποκαλύψει τι κρύβεται πίσω από τη γυαλιστερή πρόσοψη της κωμόπολης πρότυπο.

Το πρώτο πράγμα που γίνεται αντιληπτό στην ταινία, είναι ο ρυθμός. Η μετάβαση από την πόλη στην επαρχία γίνεται μέσα στο πρώτο τέταρτο της ταινίας και προλαβαίνει να μας δείξει τα γεγονότα που περιέγραψα αλλά κι ένα ιστορικό της καριέρας του Angel, τον αποχωρισμό με την πρώην του και το ταξίδι του. Αυτό το πετυχαίνει μέσα από μονταζάκια περάσματος χρόνου που σφύζουν από ενέργεια, με νευρική κίνηση της κάμερας, λεπτομερή κοντινά με γρήγορα cut και λάμψεις που θυμίζουν Michael Bay. Αυτά επανέρχονται σε όλη την ταινία, ακόμα και κάνουν έντονες φαινομενικά αδιάφορες σκηνές όπως είναι η έρευνα σε βιβλιοθήκη. Πέραν από αυτά όμως, καταφέρνει να κρατάει στην τσίτα τις διαλογικές του σκηνές μέσα από το ατακαδόρικο σενάριο, τις στοχευμένες και οικονομημένες κινήσεις της κάμερας, τη σκηνοθεσία σε βάθος πεδίου και το θεατρικό στήσιμο των ηθοποιών μες το χώρο. Ο εσωτερικός ρυθμός κάθε σκηνής είναι μια κυματομορφή με εξάρσεις όπου τα οπτικά gag ισορροπούνται με την προώθηση της πλοκής, την ανάπτυξη χαρακτήρων και τα λεκτικά αστεία βρετανικού φλέγματος τα οποία οι Wright και Pegg, που υπογράφουν το σενάριο, φροντίζουν να υπάρχουν σε όλες τις σκηνές της ταινίας, ακόμα κι όσο σκοτεινιάζουν κατά τη διάρκεια μέχρι το all guns blazing φινάλε.

Πράγματι, η ταινία συνδυάζει την βρετανική κωμική παράδοση, με το θρίλερ μικρής κοινότητας τύπου Wicker Man και την καθαρή αμερικανική action ταινία στην παράδοση των Point Break και Bad Boys II (και με ευθείες αναφορές), που λατρεύει ο Danny και στα οποία θα μυήσει τον Nicholas, όπως κι αυτός θα του μάθει την ουσία της δουλειάς πέραν από τη δράση που ονειρεύεται. Ένας άλλος σκηνοθέτης μπορεί να χανόταν στο συγκερασμό των διαφορετικών τόνων αλλά ο δικός μας κάνει το κωμωδία/θρίλερ/δράση, απλά Edgar Wright. Δεν σκέφτεσαι στιγμή τα επιμέρους στοιχεία, παρά απολαμβάνεις το όλον. Σ’ αυτό, βοηθάει και η χρήση της μουσικής η οποία χαρακτηρίζει κι όλη την καριέρα του και κορυφώθηκε στα Baby Driver και Last Night In Soho. Στο Hot Fuzz, όπως πάντα, συνδυάζει τα pop τραγούδια που αναφέρονται ευθέως στην πλοκή με το συμπληρωματικό ost που ταιριάζει στις αναφορές είδους με τις οποίες καταπιάνεται. Το ξεκάθαρο σκηνοθετικό όραμα έρχεται να ανυψώσει την υποκριτική του cast που αποτελεί ένα “who’s who” των σύγχρονών βρετανών ηθοποιών, ώστε κι αυτό να συμπληρώσει το κατασκευαστικό μοσαϊκό.

Πέραν από τα ονόματα που προανέφερα, το cast συμπληρώνουν κι άλλοι βρετανοί αστέρες, μεταξύ των οποίων οι Olivia Colman, Bill Bailey, Peter Wight, Joe Cornish, Stephen Merchant, Paddy Considine, Rafe Spall, Anne Reid και David Bradley. Είναι όλοι τους ερμηνευτές που έχουν καθορίσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον (στο οποίο βρισκόμαστε) της Βρετανικής υποκριτικής αλλά στον τελικό λογαριασμό και πολύ χαρακτηριστικές φάτσες. Φάτσες που ο Edgar Wright κάνει να φαίνονται απλοί άνθρωποι της επαρχίας. Δίνει στον καθένα running gags και προϊκονομίες που διέπουν όλη την ταινία αλλά ακόμα και στους μικρούς μια κάποια εξέλιξη μες τα κατακλυσμιαία για το χωριουδάκι, γεγονότα. Παρόλα αυτά, δεν παίρνουν τίποτα μακριά από την εξέλιξη και τον συναισθηματικό πυρήνα των δύο πρωταγωνιστών μας, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη Cornetto Trilogy για το δίδυμο Pegg/Frost.

Ο Nicholas είναι ο άνθρωπος που τον νοιάζει μόνο η δουλειά του, αυτό που έχει μπροστά του. Μια προσήλωση που πηγάζει απ’ την παιδική ηλικία αλλά δεν τον αφήνει να κλείσει τον διακόπτη ποτέ, πράγμα που κατέστρεψε και την ερωτική σχέση που είχε στο Λονδίνο. Ο Danny παρόλο που έχει ενηλικιωθεί είναι ακόμα το παιδί που ονειρεύεται την Χολιγουντιανή διάσταση αυτού που έχει μπροστά του κι όπως κάθε Βρετανός που σέβεται τον εαυτό του, σβήνει την υπόλοιπη πληκτική μονοτονία της ζωής του με λίτρα επί λίτρων μπύρας. Φυσικά κι οι αντιθέσεις τους θα συγκρουστούν αλλά τελικά είναι κι οι δύο συναισθηματικά ανώριμοι και μόνο η αδελφική τους φιλία μπορεί να τους πάει μπροστά. Ο Nicholas βοηθάει τον Danny να ξεκλειδώσει τις πραγματικές του δυνατότητες, να πάρει τη ζωή του στα χέρια του και να προχωρήσει πέραν των αμαρτημάτων του πατέρα του. Ο Danny του το ανταποδίδει δείχνοντας του πως είναι να ζεις και να απολαμβάνεις, πως είναι να είσαι ουσιαστικό κομμάτι μιας κοινότητας και εκπληρώνοντας το ρόλο του ανθρώπου για τον οποίον ο Nicholas νοιάζεται περισσότερο απ’ τη δουλειά του. Κάτι που δεν είχε και το οποίο συντέλεσε στην καταστροφή της σχέσης του. Αξίζει να σημειωθεί σ’ αυτό το σημείο, πως αρχικά στο σενάριο υπήρχε ένα θηλυκό ερωτικό ενδιαφέρον για τον Nicholas το οποίο κόπηκε κι αρκετές του ατάκες μεταφέρθηκαν αυτούσιες στον Danny. Ίσως γι’ αυτό να είναι τόσο τρυφερή η αντρική φιλία τους και σίγουρα ήταν η σωστή απόφαση για μια, εν τέλει, τέλεια ταινία.

Αν δεν το καταλάβατε, εδώ μιλάμε για ένα καθαρό δεκάρι. Ήταν μια από τις ταινίες της εφηβείας μου που μου έδειξαν πως μπορεί να είναι ο άριστος κινηματογράφος. Την είχα ανακαλύψει σε βίντεο κλαμπ, χωρίς να ξέρω πολλά κι αμέσως εκτοξεύθηκε στις αγαπημένες μου, πλάι με ταινίες όπως το Pulp Fiction, το Scarface, το Taxi Driver, το Raging Bull και το There Will Be Blood. Περισσότερο από όλες αυτές όμως, μου έδειχνε ότι ο κινηματογράφος που δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του, μπορεί να είναι ο καλύτερος και να εκπληρώνει ταυτόχρονα με την ανόθευτη διασκέδαση, όλους τους δραματικούς/συναισθηματικούς στόχους των «μεγάλων» ταινιών. Το σημαντικότερο πράγμα που μου έμεινε βλέποντας την μετά από τόσα χρόνια είναι, πως παρόλο που έλειπε το στοιχείο της έκπληξης, το γαϊτανάκι συναισθημάτων ήταν εκεί και διάολε, αυτό είναι πραγματικά σπανιο και μέσα στη ρουτίνα της κριτικής που τα πάντα πρέπει να βλέπονται με αναλυτικό μάτι. Ο Στέφανος σας προτείνει ταινίες για λίγο παραπάνω από έξι μήνες τώρα κι αυτή είναι μία από τις πιο ενθουσιώδεις, αβίαστες και ηχηρές προτάσεις του. Ανακαλύψτε κι απολαύστε και αν το έχετε κάνει ήδη, κάνετε το πάλι.

Τελευταία