Αρχική POP CULTURESERIESLove Death + Robots Volume 3 - Review

Love Death + Robots Volume 3 - Review

Από την πρώτη του σαιζόν κιόλας, το Love Death + Robots έσκασε σαν βόμβα μεγατόνων στο πεδίο των animated σειρών. Δημιουργημένο από τον Tim Miller των Blur Studios και σκηνοθέτη του Deadpool με εκτέλεση παραγωγής από το μεγαλύτερο όνομα που τα τελευταία χρόνια δουλεύει μόνο για λογαριασμό του Netflix, τον David Fincher. Αναμφίβολα κι οι δύο άντρες ήταν ψημένοι στις προηγμένες τεχνολογίες και η οπτικοακουστική ποιότητα της πρώτης σαιζόν σε συνδυασμό με ένα θεματικό περιεχόμενο που δύσκολα θα βρισκόταν σε μια τόσο μεγάλη, mainstream παραγωγή, τους δικαίωσε. Η δεύτερη σαιζόν παρόλο που κράτησε την cutting edge οπτικοακουστική ταυτότητα, απογοήτευσε τους περισσότερους οπαδούς από άποψη κειμένου (εμένα μου άρεσε αρκετά). Λίγη σημασία έχει αυτή τη στιγμή, καθώς η σειρά πέρασε τον τρομακτικό σκόπελο της δεύτερης σαιζόν οπού το Netflix, συχνά πυκνά, ρίχνει το τσεκούρι της ακύρωσης. Η τρίτη σαιζόν είναι εδώ, την είδαμε κι εξ’ αρχής μπορώ να πω ότι η σειρά είναι πιστή στο πνεύμα της. Ας δούμε όμως, ένα ένα και κατά περίπτωση, τα κεφάλαια αυτής της σαιζόν, τι πετυχαίνουν σαν αυτόνομες ταινίες μικρού μήκους και που πηγαίνουν την ανθολογία.

Three Robots: Exit Strategies, σκηνοθεσίας Patrick Osborne

Επιστροφή σε ένα από τα πιο αγαπημένα επεισόδια του κοινού από την πρώτη σαιζόν. Τρία ρομπότ, περιδιαβαίνουν τα απομεινάρια του ανθρώπινου πολιτισμού όπου πλέον κυριαρχούν οι γάτες. Τα δύο εκπληρώνουν το ρόλο των odd couple παρατηρητών, το ένα με πιο προσγειωμένη και το άλλο με πιο χαοτική ενέργεια. Το τρίτο παρέχει όλο το exposition σχετικά με το τι συνέβη στην ανθρωπότητα. Αυτό το, πρώτο, επεισόδιο λειτουργεί σαν καλή εισαγωγή πίσω στα σύμπαντα της σειράς χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις.

Το στυλ του animation το έχουμε ξαναδεί κι ενώ μαζί με τη σκηνοθετική κατεύθυνση δημιουργούν ένα ευχάριστο και χαλαρό οπτικοακουστικό πεδίο, το κείμενο κάπως υστερεί. Αποτελείται από όλα όσα φοβόμαστε και περιμένουμε για την εξάλειψη της ανθρωπότητας με βάση τις αποδεδειγμένες παθολογίες στην πορεία που βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Ακόμα κι αν έχει πλακίτσα η αλληλεπίδραση των χαρακτήρων κι οι δύο τελευταίες λέξεις που ακούγονται είναι ό,τι πιο επίκαιρο, επί της ουσίας πέφτει στο αμάρτημα του διδακτισμού και στην πραγματικότητα μόνο τα παιδάκια δεν θα ξέρουν αυτά που παρουσιάζει, αν κι έχω αμφιβολίες ακόμα και γι’ αυτά. Συμπαθητική αρχή, αν και ένα από τα πιο αδύναμα της σαιζόν, εκτιμούμε το call-back αλλά ας συνεχίσουμε με τα καλύτερα.

Bad Travelling, σκηνοθεσίας David Fincher

Μοναδικό κομμάτι κισμέτ που έγραφα πριν λίγες μέρες για το Alien 3 και τώρα γράφω πάλι για τον David Fincher που σκηνοθετεί ένα απόκοσμο τέρας και την ιστορία επιβίωσης των ανθρώπινων συν-ταξιδιωτών του. Ένα γιγαντιαίο καβούρι αιχμαλωτίζεται στο μπαλαούρο ενός πλοίου. Αφού το πλήρωμα τραβήξει ξυλάκια για το ποιος θα το αντιμετωπίσει, διαδικασία που εκμεταλλεύεται ο πιο σωματώδης της παρέας για να επιβληθεί, στέλνει τον φαινομενικά πιο αδύναμο. Ο Torrin (Troy Baker) έχει όμως κοφτερό μυαλό και διαπραγματεύεται με το τέρας να κρατήσει τη ζωή του με αντάλλαγμα να το πάει σ’ ένα νησί όπου θα τραφεί με τον πληθυσμό του. Σύντομα παίρνει το πάνω χέρι από το πλήρωμα και τραβάει στα άκρα το σχέδιο του να υπάρξουν όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες απ’ αυτή την ιστορία.

Ο Troy Baker αποδεικνύει για άλλη μια φορά γιατί είναι ο voice actor τη γενιάς του, με τόνους nuance στην ερμηνεία του κι ο Fincher διασκεδάζει όπως μόνο ο κορυφαίος ψηφιακός σκηνοθέτης μπορεί όταν κάνει animation. Σε 21 λεπτά(η μεγαλύτερη διάρκεια της σαιζόν) φτιάχνει μια μικρού μήκους είδους με ξεκάθαρη ταυτότητα. Η χρωματική παλέτα ισορροπεί τα χαρακτηριστικά του κίτρινα με το μπλε της νύχτας και της θάλασσας με μπόλικο σκοτάδι να γεμίζει τα κενά. Το γενικότερο στήσιμο είναι σαν b-movie Λαβκραφτιανού τρόμου με εξπρεσιονιστική αλλά κι αρκούντως φωτορεαλιστική animation κατεύθυνση. Στην δράση παθαίνει Zack Snyder με τον καλύτερο τρόπο ή απλούστερα χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την ελευθερία του animation.

Θεματικά η ταινία είναι το φιλοσοφικό trolley problem όπου το υποκείμενο καλείται να διαλέξει αν θα αλλάξει τις ράγες ώστε να χαθούν λιγότερες ζωές αλλά ο θάνατος είναι σίγουρος. Το μικρότερο από τα δύο κακά όμως σε κάθε περίπτωση έχει για τίμημα την ψυχή και μόνο με μια αυθυποβολή δικαιολόγησης θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει ακόμα κι αν έχει πράξει αυτό. Δώστε όλα τα λεφτά του κόσμου στον Fincher να κάνει μεγάλου μήκους animation.

The Very Pulse of the Machine, σκηνοθεσίας Emily Dean

Δύο γυναίκες εξερευνούν έναν ξένο πλανήτη όταν ένα ατύχημα αφήνει τη μία φαινομενικά νεκρή και την άλλη χωρίς όχημα, να πρέπει να διασχίσει το άγονο τοπίο με συντροφιά το πτώμα και λαμβάνοντας φαρμακευτική βοήθεια από την υπερεξελιγμένη στολή της. Αυτό που ακολουθεί είναι κομμάτι παραισθήσεων ή μήπως το ατύχημα ήταν ο καταλύτης για την εκπλήρωση της αποστολής της αλλά και τη συνάντηση με το πεπρωμένο της;

Μια υπέροχη, ψυχεδελική χρωματική παλέτα που μου θύμισε Moebius αλλά σε 3D συναντάει την φιλοσοφική ποιητική, το περιορισμένο ανθρώπινο πνεύμα που αγγίζει την απεραντότητα της ύπαρξης. Πιθανότατα το πιο “Love” επεισόδιο της σαιζόν, έχει όλα αυτά τα στοιχεία που μας κάνουν ανθρώπους αλλά κι ένα πρωτότυπο sci-fi setting. Συγκινητικό, πανέμορφο αλλά κι απόκοσμο, τόσο όσο ν’ αφήσεις έναν στεναγμό εντυπωσιασμού πριν τη λύτρωση. Μέσα στα τρία αγαπημένα μου όλης της σαιζόν.

Night Of The Mini Dead, σκηνοθεσίας Roberto Bisi και Andy Lyon

Ανοίγουμε μ’ ένα πανοραμικό μινιατούρας νεκροταφείου όπου δύο ιερόσυλοι εραστές θα πυροδοτήσουν την ζόμπι αποκάλυψη κάπως όπως στο Army Of The Dead. Από ‘κει και πέρα όμως έχουμε την λογική κατάληξη του World War Z στον κόσμο που ζούμε, η οποία γίνεται ξεκαρδιστικά αστεία λόγω του ρυθμού πολυβόλου, των μικροσκοπικών φωνών που έχουν καταπιεί ήλιο και της συνοδείας κλασσικής μουσικής. Κατασκευαστικά μάλλον ό,τι πιο ιδιαίτερο έχει να επιδείξει αυτή η σαιζόν, απόλυτα σωστό για αυτό που είναι αλλά κάπως προβλέψιμο και προφανές, αν και τα προαναφερθέντα συστατικά χαρακτηριστικά το ανυψώνουν αρκετά ψηλότερα από το πρώτο επεισόδιο που έπεσε σ’ αντίστοιχες νοηματικές παγίδες.

Kill Team Kill, σκηνοθεσίας Jennifer Yuh Nelson

Μια ομάδα Ειδικών Δυνάμεων δέχεται επίθεση από ένα γκρίζλι-ρομπότ μες το δάσος. Γλυτώνουν μόνο όταν ένας στρατιώτης από τη μυστική βάση που προήλθε και το ρομπότ, χρησιμοποιεί ένα ειδικό όργανο για να το απωθήσει. Αργά ή γρήγορα, θα βρεθούν σε μια αναμέτρηση μέχρι τελικής πτώσης.

Το μόνο αμιγώς 2D animation της σειράς είναι ένα ενήλικο G.I. Joe. Με όλο το χυδαίο χιούμορ, τη ματσίλα και την βία που θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο. Οι Joel McHale και Seth Green που δίνουν τη φωνή τους σε δύο από τους χαρακτήρες, δείχνουν την εμπειρία του στην εξωφρενική κωμωδία. Οι ατάκες της ομάδας εκτοξεύονται αδιάκριτα όπως κι οι σφαίρες και φτάνουμε αρκετά σύντομα στην κατάληξη της περιπέτειας. Που δεν έχει και τόσα να πει, πέραν από τη θεματική της εξέλιξης της πολεμικής τεχνολογίας κι αν θα την επιβιώσει η ανθρωπότητα αλλά αυτό αρκεί για μένα καθώς είναι κάτι που εξερευνούν κι άλλα επεισόδια της σαιζόν. Η γενικότερη χαζομάρα γύρω απ’ αυτό θυμίζει παλαιότερες εποχές ενήλικου animation και ταίριαξε ωραία με το προηγούμενο επεισόδιο πριν μπούμε πάλι σε πιο σοβαρά μονοπάτια.

Swarm, σκηνοθεσίας Tim Miller

Ο Tim Miller κράτησε ένα από τα πιο μεγαλειώδη επεισόδια για να σκηνοθετήσει ο ίδιος. Ο Afriel (Jason George) είναι γήινος επιστήμονας που θέλει να μελετήσει ένα σμήνος εξωγήινων, μια ζωντανή φωλιά/κοινωνία που βασίζεται σε μια βασίλισσα, ώστε να το εργαλιοποιήσει και να σώσει την ανθρωπότητα. Συναντά εκεί τη συνάδελφο του Galina Mirny (Rosario Dawson) η οποία έχει περάσει ήδη ένα σημαντικό διάστημα ζώντας με το σμήνος. Το σχέδιο του αρχικά δεν της αρέσει αλλά δέχεται διστακτικά με τη σκέψη ότι, στην τελική, αυτοί οι εξωγήινοι δεν παρά οργανικές μηχανές.

Η βιοποικιλότητα μέσα στο σμήνος σε συνδυασμό με το φωτορεαλιστικό animation, έχουν ως αποτέλεσμα μερικά από τα πιο όμορφα design πλασμάτων που έχουν περάσει απ’ τη σειρά. Η συνολική οπτικοποίηση αυτής της τέλειας κοινωνίας/μελισσιού πατάει πάνω σε βαθύ χτίσιμο κόσμου και lore, το οποίο είναι κι η ουσία και σε κάνει να ξεχνάς ότι το 90% του επεισοδίου είναι exposition.

Αυτή είναι κι η αδυναμία του επεισοδίου. Στις βάσεις του κόσμου που χτίζει, υπάρχει υλικό για ταινία μεγάλους μήκους, ίσως ακόμα και σειρά. Επί της παρούσης, ενώ το επεισόδιο θέτει τα φιλοσοφικά ερωτήματα του κι έχεις ίσως την καλύτερη ισορροπία των τριών θεματικών “Love Death + Robots” , τελειώνει και σ’ αφήνει να σκέφτεσαι όλα όσα δεν είδες, ό,τι θα μπορούσε να ήταν πριν, μετά και γύρω απ’ αυτό το κλάσμα του κόσμου που μας δείχνει. Δεν έκανε κάτι λάθος το επεισόδιο αλλά αυτή η αίσθηση του αφαιρεί αρκετά.

Mason’s Rats, σκηνοθεσίας Jerome Chen και Carlos Stevens

Ο Mason (Craig Ferguson) είναι Σκωτσέζος αγρότης που έχει πρόβλημα με τα ποντίκια στη φάρμα του. Βέβαια τα συγκεκριμένα έχουν φτάσει στο εξελικτικό σημείο να χρησιμοποιούν μικροσκοπικά όπλα οπότε κι αυτός επιστρατεύει ρομπότ αυτόματης εξολόθρευσης που του πουλάει ο γλοιώδης Nigel (Dan Stevens).

Το 3D animation είναι ό,τι πιο κοντά σε Pixar έχει να επιδείξει η σαιζόν και πράγματι ο τόνος είναι ελαφρύς κι υπάρχει χιούμορ παρά τη γενοκτονία ποντικών και τον κλιμακούμενο εσωτερικό διχασμό του Mason. Εν τέλει, παρά την ελαφρότητα και τον εξόφθαλμο καρτουνίστικο χαρακτήρα, υπάρχει και μεγάλη ουσία εδώ αναφορικά με τη σημασία του πολέμου κατά την εξελικτική διαδικασία, τις αδίστακτες εταιρίες που κερδοσκοπούν εξ’ αιτίας του, τα όρια της ανθρωπιάς και της συνύπαρξης. Ένα επεισόδιο που ανέβηκε στη συνείδηση μου απ’ όταν το είδα και έγινε το τρίτο αγαπημένο μου.

In Vaulted Halls Entombed, σκηνοθεσίας Jerome Chen

Ομάδα Ειδικών Δυνάμεων (ξανά) βρίσκεται στα βουνά του Αφγανιστάν με αποστολή να ανακτήσει έναν όμηρο από τρομοκράτες. Όταν μπουν στο σπήλαιο ακολουθώντας τους, θα έρθουν αντιμέτωποι μ’ εκατομμύρια μικροσκοπικές αράχνες κι αυτή είναι μόνο η αρχή του Eldritch τρόμου που κρύβεται εκεί μέσα.

Ναι, είναι ένα από τα δύο πιο φωτορεαλιστικά επεισόδια της σειράς, ένα τρομερό τεχνικό κατασκεύασμα αλλά χάνει πλήρως στο σενάριο. Προβλέψιμο από την αρχή ως το τέλος, με συνηθισμένη εικονογραφία, ένα twist που υπάρχει στη συνείδηση κάποιων από το πρώτο παιχνίδι Diablo και σε άλλους από την ευρύτερη Eldritch μυθολογία του H.P. Lovecraft. Ακόμα και να λείπουν αυτά τα διαβάσματα σε κάποιον θεατή όμως, όσα παρουσιάζονται έχουν γίνει οριακά κλισέ στην horror φιλμογραφία. Με έκανε να σκεφτώ και ανέβασε στη συνείδηση μου το Life Hutch από την προηγούμενη σαιζόν. Πως εκείνο ήταν μια αποτελεσματική μικρή ιστορία επιβίωσης ενώ εδώ ένα πολύ μεγάλο θεματικό concept χαλαλίζει αντίστοιχου επιπέδου cgi. Αφήστε δε, ότι η ίδια κι ίσως καλύτερη γραφική ποιότητα υπάρχει ακριβώς στη συνέχεια και φινάλε της σαιζόν.

Jibaro, σκηνοθεσίας Alberto Mielgo

Ένα πανίσχυρο φινάλε κι ένα από τα δυνατότερα επεισόδια όλης της σειράς. Μια μυθική σειρήνα της λίμνης ξεπαστρεύει με την κραυγή της τάγμα σταυροφόρων που προσπαθούν να ανακτήσουν τα μυθικά πλούτη που φυλάει. Επιβιώνει ένας γιατί είναι κωφός και φτάνει πιο κοντά της από οποιονδήποτε άλλον όμως η εύθραυστη ανθρώπινη φύση του με την οριακά θεϊκή δική της, δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

Ένα εκστατικό επεισόδιο με σκηνοθεσία που τρέχει μ’ εκατό χιλιόμετρα την ώρα, ευρυγώνιες λήψεις, χαοτική κίνηση, υπερέκθεση στον φωτισμό και το προαναφερθέν κορυφαίο cgi που φτάνει στα όρια του live-action. Η ένταση του επεισοδίου μου θύμισε έναν Ben Wheatley με στεροειδή ή έναν Daren Aronofsky που κάνει πάλι χορευτική ταινία. Γιατί πάνω απ’ όλα, η έλλειψη διαλόγου φτιάχνει μια ιστορία κινήσεων που θυμίζουν Pina Bausch (ένα μεγάλο ευχαριστώ στην καλή μου που μου το υπογράμμισε) με μέγιστο επίτευγμα και το motion capturing εδώ.

Οι απελπισμένες κινήσεις των στρατιωτών αλλά κι αυτές που αποτελούν τη μόνη ζωή που ξέρει η σειρήνα, είναι ο χορός θανάτου ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Τη μόνη εκκλησία που κατοικεί το Θείο της ύπαρξης που όσο κι αν το ποθούμε ή ακόμα κι αν αυτό θα ήθελε να μας μοιάσει, παραμένουμε δυο διακριτοί κόσμοι κι έτσι διατηρείται η ισορροπία. Μικρό, γρήγορο και μεστό από κάθε άποψη επεισόδιο. Ίσως θα το ήθελα με μια ελαφρώς πιο συγκρατημένη σκηνοθεσία για να αναδειχθεί ακόμα περισσότερο το ψηφιακό περιβάλλον κι η χορογραφία αλλά αυτό είναι καθαρά προσωπική παραξενιά κι είμαι σίγουρος ότι για πολλούς θα αποτελέσει το αγαπημένο τους επεισόδιο.

Στην ουσία του, το Love Death + Robots είναι η κορυφαία επίδειξη animation μικρού μήκους αυτή τη στιγμή. Η μικρή του διάρκεια ενδείκνυται για binge προβολή, σαν να ήμασταν σε φεστιβάλ, γι’ αυτό κι εγώ χειρίστηκα ένα ένα τα επεισόδια. Η μεγαλύτερη δυνατή οθόνη και τα καλύτερα ηχεία είναι ο βέλτιστος συμβιβασμός αφού αποτελεί μια απ’ τις κορυφαίες παραγωγές στο Netflix και μάλλον δεν θα προβληθεί ποτέ σε σινεμά. Είναι μια σπάνια απόλαυση και το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι η επιτυχία του ώστε να απολαμβάνουμε όλο και περισσότερες σαιζόν κι η τέχνη του animation να πηγαίνει όλο και πιο μπροστά.

Rating:


Xώρα: Η.Π.Α.

Έτος: 2022

Χρώμα: Έγχρωμο

Διάρκεια: 128' (Εννέα επεισόδια από 7 έως 21 λεπτά)

Τελευταία