Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Trainspotting

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Trainspotting

Στυλιζαρισμένοι μπάτσοι στην Αγγλική επαρχία την προηγούμενη εβδομάδα, στυλιζαρισμένα πρεζάκια στην Σκωτία αυτήν. Αν στην περίπτωση του Hot Fuzz η ταινία είδους δεν μας άφηνε να μην γελάσουμε παρά τα σκοτεινά τεκταινόμενα, η κοινωνική και ψυχολογική διάσταση του Trainspotting, εν τέλει, θα μας επιβάλει το αντίθετο παρόλο που υπάρχει κι εδώ μια καίρια και στοχευμένη ελαφρότητα. Γιατί το Trainspotting, σε αντίθεση με το Requiem For A Dream (η άλλη πιο επιφανής ταινία για πρεζάκια), δεν ανάγει τον εθισμό σε αποκαλυπτική αρχαία τραγωδία παρά τον γειώνει στην πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι πάνω απ’ όλα βαρετή κι οι εθισμοί της δίνουν παλμό. Για τους λάτρεις της στατιστικής, είναι η τρίτη φορά που μας απασχολεί η νεαρή παραβατικότητα σ’ αυτή τη στήλη μετά το La Haine και το Spring Breakers.

Αυτή η σύγκρουση φαίνεται αμέσως στην ταινία, από τον “Choose Life” μονόλογο του Renton (Ewan McGregor) όπου μας απαριθμεί τι επιλέγει ο καθημερινός άνθρωπος στην μέσου όρου ζωή. Καταλήγει λέγοντας ότι αυτός επιλέγει την ηρωίνη. Εγώ θα πω, πιο έμπειρος απ’ ότι στην πρώτη θέαση της εφηβείας, κι αυτή επιλέγει τους φίλους του. Δίπλα του ο Spud (Ewen Bremmer) κι ο Sick Boy (Jonny Lee Miller). Ο πρώτος αθώος κι απελπιστικά ειλικρινής στη συμπεριφορά του, ο δεύτερος αλαζόνας και γνήσιος κάλπης όπως θα τον χαρακτήριζε ο J.D. Sallinger. Στο αμέσως από κάτω κλιμάκιο οικειότητας, ο Swanney (Peter Mullan) ή “Mother Superior” όπως τον αποκαλούν μεταξύ τους λόγω του μακροχρόνιου εθισμού του, οργανωτής στο κοινόβιο που βαράνε με τελευταίο μέλος του, την νεαρή μητέρα Alison (Susan Vidler). Η ταινία μιλάει ευθέως για την απόλαυση της πρέζας σε έναν γκρίζο, μονότονο, σύγχρονο, Σκωτσέζικο κόσμο. Υπενθυμίζει τον βασικό λόγο της επιλογής αυτού του τρόπου ζωής. Φυσικά φροντίζει να συμπεριλάβει και δύο «κοινωνικά αποδεκτά» μέλη στην παρέα, τον Tommy(Kevin McKidd) και τον Begbie (Robert Carlyle), παρόλο που ο πρώτος είναι ένα ατυχές γεγονός μακριά απ’ το να γίνει ο χειρότερος πρεζάκιας κι ο δεύτερος πίνει περισσότερο αλκοόλ και καπνίζει περισσότερα τσιγάρα σε μια μέρα απ’ όσα εμείς σε μια βδομάδα ως μοιραία τροφοδότηση των βίαιων ξεσπασμάτων του. Αυτοί περισσότερο υπάρχουν για να τονίσουν την υποκρισία του μικροαστικού ευαγγελίου «εγώ δεν βάζω αυτή τη χημεία στο σώμα μου». Στην πραγματικότητα, ο μόνος οικείος του Renton που έχει έλεγχο στη ζωή του, παρόλο που είναι ανήλικη, είναι η Diane (Kelly McDonald) κι αποτελεί ένα πραγματικό ίσο απέναντι στην συναισθηματική ανωριμότητα των υπολοίπων.

Πρώτα απ’ όλα, όμως, στην ταινία ακολουθούμε την οπτική του Renton καθώς περνάει τους φαύλους κύκλους απεξάρτησης/υποτροπιασμού, προσπαθώντας να μεγαλώσει και μέσα από τη δράση/αντίδραση να πάρει το μεγαλύτερο μάθημα. Η οπτική χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από το voiceover του, το οποίο μας μαθαίνουν να χρησιμοποιούμε σαν τελευταία λύση στις ταινίες αλλά εδώ ο Danny Boyle το χρησιμοποιεί αποτελεσματικά, θυμίζοντας των άλλο κορυφαίο χρήστη του, Marty Scorsese. Ο εσωτερικός μονόλογος του Renton, συμπληρώνει τη δράση, λειτουργεί αντιθετικά σ’ αυτή, θέτει το ρυθμό της ψυχικής του κατάστασης και πολύ σημαντικά, συμπυκνώνει το βιβλίο που βασίστηκε η ταινία σε μιάμιση ώρα παρέχοντας μια εμπειρία σφιχτή γροθιά. Η άλλη πηγή υποκειμενικότητας και στοιχείο που ξεχωρίζει στην ταινία είναι οι σουρεαλιστικές της στιγμές.

Αυτές ταυτίζονται ξεκάθαρα με την πρέζα, είναι οπτικοποίηση της παραίσθησης, της φρίκης, της στρέβλωσης του χρόνου, του κατακερματισμένου μυαλού. Είτε πρόκειται για βουτιά σε τουαλέτα, είτε για βύθιση στο πάτωμα, είτε για ένα άλμα από την μία άκρη της πόλης στην άλλη, είτε για τις εφιαλτικές αλλαγές του δωματίου της απεξάρτησης γίνεται με απλά σκηνοθετικά τεχνάσματα ώστε η στιγμή να φαίνεται οργανική, καθημερινή και λογική παρά τον φαντασιακό παραλογισμό της. Είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση της σκηνοθεσίας του Boyle, η απλότητα που τον χαρακτηρίζει, η μεγάλη οικονομία παρά το στυλιζάρισμα σαν 90’s βίντεο κλιπ που την κάνει κατασκευαστικά επίκαιρη.

Ήταν πράγματι η μεγαλύτερη Βρετανική εισπρακτική επιτυχία του ’96 λόγω του συγκερασμού όλων αυτών των στοιχείων και του αποτυπώματος της εποχής. Το pop soundtrack που περιέχει τραγούδια, μεταξύ άλλων, των Iggy Pop, Lou Reed, Pulp, Blur και Heaven 17 αποτελεί και αφηγηματικό πέρασμα στην ζωή του Rent (σηματοδοτεί το μεταίχμιο παιδικότητας/ενηλικίωσης) αλλά και αναπόσπαστο κομμάτι μια ταινίας που απευθύνεται σε όλους (τους ενήλικες). Ήταν η αρχή της εμπορικής επιτυχίας για τον Danny Boyle, ο οποίος, όσο punk κι αν ήταν, από ‘κει και ύστερα άρχισε μια όλο και πιο εμπορική πορεία μέχρι και τα Όσκαρ του Slumdog Millionaire, με το βλέμμα πάντα στην ανθρώπινη υπόσταση των ιστοριών που επιλέγει ακόμα κι αν πέρασε από ταινίες με ζόμπι, επιστημονική φαντασία ή τη βιογραφία του Steve Jobs. Που είναι και φυσικά, το βασικό στοιχείο του Trainspotting.

Γιατί το προαναφερθέν μεγαλύτερο μάθημα για τον Renton μας, είναι απλό. Είσαι ό,τι κάνεις αλλά το τι κάνεις καθορίζεται απ’ το περιβάλλον. Αμα θες να σπάσεις έναν κύκλο, ετοιμάσου να αλλάξεις ό,τι συνδέεται με αυτόν. Η ζωή αποτελείται από τέτοιους κύκλους, είναι διαρκές σπρώξιμο και για τους φτωχούς αυτής της γης υπάρχει μόνο το μαρτύριο του Προμηθέα, κάνε καινούργιο συκώτι κάθε πρωί για να στο φάνε μέχρι το βράδυ. Όσα ναυάγια κι αν έχεις πρέπει να προσπαθείς. Το φινάλε της ταινίας, τονίζει την αμφισημία στο αν ο Renton έχασε ή κέρδισε απ’ όλη αυτή την ιστορία κι επανέρχεται στον κύκλο του voiceover που μιλάει για την ρουτίνα και σε μια θολούρα. Κάτι πρέπει να λέμε στον εαυτό μας για να συνεχίζουμε στην αβεβαιότητα, αυτό ίσχυε στην Μεγάλη Βρετανία τότε, αυτό ισχύει παντού και πάντα.

Τελευταία