Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣMIDNIGHT EXPRESSΟικειότητα και Ανατριχίλες πίσω στο Midnight Express

Οικειότητα και Ανατριχίλες πίσω στο Midnight Express

Φωτογραφίες: Αννα Βασιλικοπούλου

Η φετινή επιστροφή στο δεύτερο μας σπίτι, την Ριβιέρα και την αγαπημένη οικογένεια του Midnight Express διέφερε αρκετά από την περσινή. Σας είχα μιλήσει και τότε, για την ανάκτηση της Αθηναϊκής νύχτας που μας ήταν απαραίτητη. Οι τωρινές συνθήκες του μεγάλου ανοίγματος της αγοράς χωρίς μέτρα, όμως, και σε συνδυασμό με την απουσία χειμερινής σαιζόν για το Midnight, σύγκλιναν σε μια μεγάλη επιστροφή, αντίστοιχη σε μέγεθος με το κλείσιμο των προβολών του 2020 αλλά ακόμα πιο πανηγυρική κι εν γένει ευτυχή παρά την πραγματικότητα μας που σταθερά δυσχαιρένει.

Ο Ακης Καπράνος έχτιζε το hype αρκετό καιρό τώρα και φυσικά τα χιλιάδες μέλη της ομάδας στο Facebook ανταποκρίθηκαν. Το είχαμε όλοι ανάγκη, το sold out ήταν βεβαιότητα, οι γνωστοί άγνωστοι της συμμορίας (σχεδόν) όλοι εκεί κι όπως κάθε φορά και νέα μέλη. Όποτε κάνω ανταπόκριση στο Midnight σας μιλάω για την πρώτη, απαραίτητη, στάση πριν τη Ριβιέρα για ποτά στο Va.ben.e. Έτσι και τώρα, φυσικά, συναντάω φάτσες που είχα να δω από τις τελευταίες προβολές, τους κοντινότερους αδελφικούς αγαπημένους και για πρώτη φορά έρχεται η κοπέλα μου κι ένας πολύ καλός της φίλος. Αφού μιλήσουμε για το μεσοδιάστημα των ζωών μας, μεθύσουμε κι ενθουσιαστούμε σαν να μην είχαν συμβεί τα τελευταία δύο, συλλογικά τραυματικά, χρόνια, η ώρα πλησιάζει την μία και κάνουμε τα τελευταία λίγα βήματα που απέχει το μπαρ από τον κινηματογράφο. Ένα ζωηρό μελίσσι κουβέντας και ενέργειας είναι μαζεμένο έξω από τη Ριβιέρα, ένας κατάμεστος πεζόδρομος που μας κάνει να αστειευόμαστε για την εστία υπερμετάδοσης κι ότι θα κολλήσουμε τον ιό που έχουμε αποφύγει τόσο καιρό. Δεν το βλέπω σαν συμβιβασμό με τον μαύρο μας κόσμο αυτό, περισσότερο νίκη απέναντι στο φόβο, είμαστε πάλι πίσω κι ο μόνος τρόμος που μας απασχολεί είναι ο φαντασιακής κι ακραίας αισθητικής, δια χειρώς Dario Argento, που θα απολαύσουμε στο Suspiria σε λίγη ώρα.

Διαβάστε επίσης: Suspiria: Αναστεναγμοί σε ματωμένο φόντο

Βλέποντας τις θέσεις της Ριβιέρας, διαπιστώνω με ευχάριστη έκπληξη(δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό) ότι η πληρότητα έχει επανέλθει, οι θέσεις είναι κολλημένες κι όχι δυάδες λόγω μέτρων, βρίσκουμε τέσσερις μπροστά μπροστά όπως μας αρέσει σαν παρέα και καθόμαστε. Ο κόσμος συνεχίζει να μπαίνει, προμηθεύεται απ’ την καντίνα, όλες οι θέσεις γεμίζουν και μετά από περίπου εφτά μήνες, ακούμε το χτύπημα στο μικρόφωνο του Ακη καθώς πλησιάζει την οθόνη για να κάνει τον πρόλογο.

Αφού μας χαιρετάει, απαντάει στο χειροκρότημα μας μ’ ένα “I would like to thank the Academy…” αστειευόμενος. Συνεχίζει μιλώντας για τη μεγάλη σημασία της επιστροφής μας μετά από τόσο καιρό αλλά και της επιλογής της συγκεκριμένης ταινίας για αυτή την 100στή προβολή του Midnight Express. Πηγαίνει πίσω στα βίντεο κλαμπ, όπου έβλεπε τα εξώφυλλα ταινιών τρόμου σαν παιδί δημοτικού ακόμα με αποτέλεσμα να έχει εφιάλτες λόγω της γραφικής βιαιότητας τους. Η αντιμετώπιση του φόβου ήρθε όταν ξεκίναγε το γυμνάσιο κι άρχισε να βλέπει δέκα δέκα τις ταινίες για να το ξεπεράσει. Όταν, λοιπόν, είδε το Suspiria ήξερε πως η δουλειά του και η ζωή του θα είναι ο κινηματογράφος.

Μας την παρουσιάζει σαν μία από τις πιο suis generis ταινίες τρόμου/φανταστικού. Μια ταινία που δεν υπακούει σε καμιά λογική, παρά μόνο στη δική της και μας ρωτάει όπως πάντα, πόσοι βλέπουν πρώτη φορά την ταινία. Πράγμα που του βγάζει ένα πηγαίο γέλιο έκπληξης καθώς δεν την έχουν δει πολλοί, παραδέχεται πόσο τους ζηλεύει. Η βιντεοκασέτα που την είχε δει πρώτη φορά ήταν χιλιοφθαρμένη και μοιράζεται μαζί μας την αίσθηση που του δημιουργούσε η ποίηση της οπτικής φθοράς, όπως την περιγράφει και πως αυτό χάνεται στην εποχή του ψηφιακού πλέον. Λέει πως η σημερινή κόπια είναι αποκατεστημένη και κατά συνέπεια θα τη δούμε στην καλύτερη δυνατή ποιότητα (όπως πάντα στο Midnight) κι ύστερα υπενθυμίζει να αφεθούμε και να μπούμε μες την ταινία, πέραν από τη λογική.

Μας ενημερώνει για την προβολή της επόμενης εβδομάδας, δηλαδή το πρώτο Karate Kid και καταλήγει όπως κάθε φορά λέγοντας μας πως αυτή είναι μια ταινία που θα μπορούσαμε να κάτσουμε σπίτι μας, να την κατεβάσουμε και να τη δούμε. Πήγαμε στη Ριβιέρα παρόλο που ζούμε στην εποχή της πλατφόρμας, αυτή που τα βλέπουμε όλα σπίτι μας και έχουμε γνώμη αλλά, μας λέει, να σκεφτούμε ένα πράγμα.

Αν ήμασταν σκηνοθέτες, είχαμε κάνει μια ταινία και την βλέπαν χίλιοι πεντακόσιοι τύποι και λέγανε τι γαμάτη ταινία είναι αυτή, δεν θα ξέραμε τι ταινία κάναμε, παρά μόνο αν τη βλέπαμε σ’ ένα γεμάτο σινεμά. Γιατί γι’ αυτό ζούμε, γι’ αυτό υπάρχουμε. Για να συναισθανόμαστε και να συνυπάρχουμε με άλλους, αγνώστους και να ζούμε μαζί μια περιπέτεια. Το σινεμά άλλωστε είναι μια περιπέτεια που συναντάμε τους άλλους. Μας ευχαριστεί πολύ που είμαστε εκεί σήμερα και κρατάμε το Midnight Express ζωντανό, μια φάση χωρίς σπόνσορες κι αν σήμερα το κάνουν είναι επειδή το στηρίζουμε όλοι εμείς. Κλείνει μιλώντας για την Midnight Express Records (σημαντική προσπάθεια για στήριξη) και τις δύο κυκλοφορίες της που μπορούμε να προμηθευτούμε στο διάλειμμα και στο τέλος, μία εκ των οποίων το Suspiria, πριν λάβει το τελικό χειροκρότημα.

Τα φώτα πέφτουν και πράγματι η εικόνα είναι κρύσταλλο. Είχα δει την ταινία μια φορά, σε dvd, λίγο μεγαλύτερος απ’ ότι ήταν ο Ακης όταν την είδε και σιγά σιγά μου έρχονται στη μνήμη πράγματα. Το απότομο κοντινό στον μηχανισμό της αυτόματης πόρτας του αεροδρομίου που βγάζει την Suzzy Banion (Jessica Harper) στην καταρακτώδη βροχή της Γερμανίας, σηματοδοτεί και την έναρξη του παρανοϊκού εφιάλτη. Στην άφιξη της στη σχολή χορού βλέπει το πρώτο θύμα να αποχωρεί. Εδώ είναι και μια απ’ τις αρκετές προοικονομίες του σεναρίου(κι ας είναι σχηματικό), το φονικό στη συνέχεια δίνει το βασικό στίγμα της ταινίας.

Η λογική, όντως, φεύγει απ’ το παράθυρο, σημασία έχει το πλάνο, ο ρυθμός, ο ήχος και η ανατριχιαστική μουσική των τεράστιων Goblin. Μη σε νοιάζουν οι ασυνέχειες της πλοκής, άκου και δες, στην αίσθηση είναι η ουσία. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι τα έντονα κόκκινα/μπλε φώτα και, πιο σποραδικά, τα πράσινα/κίτρινα. Είναι το εξώφθαλμο στυλιστικό στοιχείο που δίνει ταυτότητα στην ταινία και φυσικά δεν ανταποκρίνεται σε κανένα ρεαλισμό. Έτσι είναι όμως το τριπάκι. Από φονικό σε φονικό, από τρύπιες καρδιές σε πετσοκομμένα δέρματα στην ανατριχίλα του ζωικού βασιλείου, η οπτικοακουστική ροή σε πάει όπου θέλει κι αν είναι να το πολυσκεφτείς, καλύτερα δες άλλη ταινία.

Με χαρακτηριστικές φιγούρες, άλλης εποχής, στο supporting cast (κι ένα πιτσιρικά Udo Kier), οι ερμηνείες ισορροπούν οριακά στην b-movie υπερβολή χωρίς να ξεφεύγουν στη γελοιότητα με την μεγάλη Alida Valli να ξεχωρίζει στο ρόλο της Miss Taner, της αρτηριοσκληρωτικής καθηγήτριας/επιστάτριας της σχολής. Δεν υπάρχει και δεν χρειάζεται ανάπτυξη χαρακτήρων. Υπάρχουν ουρλιαχτά, υπάρχουν άλλωτε πινελιές, άλλωτε κουβάδες φρίκης, υπάρχουν οι σιωπές κι οι αναπνοές που γεμίζουν τα κενά ανάμεσα στις εξάρσεις. Φτάνουμε σ’ ένα μεγαλειώδες φινάλε που είναι στο μεταίχμιο των παλαιότερων και των νεότερων ταινιών τρόμου. Τελευταία έκρηξη του χειροποίητου σινεμά που φτιάχτηκε με άγνοια κινδύνου, του σινεμά που φαίνονται οι γραμμές κι οι ραφές του, αυτού που έχει χαθεί στην αποστείρωση του σήμερα και τελικά είχε απίστευτα κότσια ανοίγοντας το δρόμο για όλο το μετέπειτα.

Στο πέρας της βραδιάς, μου ήρθε στο μυαλό κι η προβολή του Satanico Pandemonium, πέρσι μετά τις φωτιές. Είναι οι ομοιότητες του μαγικά σουρεαλιστικού έργου που θέλει να δείξει ό,τι έχει να δείξει χωρίς να το νοιάζουν οι συμβάσεις και τελικά, γι’ αυτό είναι ένα αριστούργημα. Είναι και που όσο κι αν δυναμώνουμε στις δοκιμασίες της πραγματικότητας, η παγκόσμια επικαιρότητα μας πάει τραίνο. Ουσιαστικά, όμως, είναι πως μπορούμε να συνυπάρχουμε και να συναισθανόμαστε όπως τόνισε κι ο Ακης. Έχουμε μικρά καταφύγια οικειότητας και τέχνης, που ηρεμούνε την ψυχή. Για ‘μένα αυτό έχει υπάρξει το Midnight Express τα τελευταία, σχεδόν, τρία χρόνια κι ήταν ξεκάθαρο τα μεσάνυχτα του Σαββάτου. Επιστρέψαμε, είμαστε εδώ για να μείνουμε, ελάτε να γίνουμε περισσότεροι. Το σινεμά σώζει.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες

Τελευταία