Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Narc - Εις Μνήμην Ray Liotta(1954-2022)

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Narc - Εις Μνήμην Ray Liotta(1954-2022)

Ο αιφνίδιος θάνατος του Ray Liotta την προηγούμενη εβδομάδα μας έπιασε όλους εξ’ απήνης. Από πολύ μικρά παιδιά, μαθαίνουμε και συμβιβαζόμαστε με τον θάνατο των αγαπημένων μας καλλιτεχνών. Δεν γίνεται να είσαι, για παράδειγμα, οπαδός της ροκ από τη γενιά μου κι εκεί που ανακαλύπτεις αγαπημένα συγκροτήματα που θα λατρεύεις μια ζωή, να μην μάθεις ότι η Janis Joplin, ο Jimi Hendrix κι ο Kurt Cobain έχουν πεθάνει. Βέβαια, έχουμε φτάσει στο 2022 οπότε, πέραν από τους αιφνίδιους θανάτους λόγω καταχρήσεων ή ψυχικής ασθένειας, υπάρχει κι ο παράγοντας ότι οι ήρωες μας έχουν γεράσει. Ούτε δέκα μέρες πριν από τον Liotta, μας άφησε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και την ίδια με τον Ray, ο ντράμερ των Yes, Alan White.

Σε προσωπικό επίπεδο, με επηρέασε πολύ ο θάνατος του Liotta για έναν συνδυασμό λόγων. Ο βασικότερος ήταν πως αποτέλεσε τεράστιο μέρος της παιδικής μου ηλικίας με τους δύο, ίσως, εμβληματικότερους ρόλους του. Δεν ξέρω καν πόσες φορές είδα τον Henry Hill του Goodfellas κι έπαιξα ως Tommy Vercetti του Vice City πριν ενηλικιωθώ. Το έπος του Marty Scorsese κι αυτό του Dan Houser, μου πρόσφεραν πλείστες ώρες απόλαυσης, πλείστες ατάκες που με συντροφεύουν ακόμα κι εν τέλει καθόρισαν σε τεράστιο βαθμό το γούστο και την αισθητική μου. Ο Ray Liotta είναι ένας από τους λόγους που είμαι εδώ, όντας αυτός που είμαι.

Η επόμενη σκέψη που έσπασε την καρδιά σε χίλια κομμάτια ήταν ότι έφυγε πριν καν τα εβδομήντα έτη κι ότι βρισκόταν σε μια αναγέννηση της καριέρας του. Με το θάνατο του αφήνει μ’ έναν λιγότερο ηθοποιό τέσσερις παραγωγές και μόλις πέρσι τον είχα δει στα No Sudden Move και The Many Saints Of Newark στα οποία, παρόλο που δεν μου άρεσαν, ήταν εξαιρετικός. Η ενδοσκόπηση που προέκυψε απ’ όλους τους παράγοντες, μ’ έκανε να σκεφτώ πόσα σήμαινε για μένα παρόλο που δεν τον θεωρούσα ποτέ έναν απ’ τους αγαπημένους μου ηθοποιούς κι έχω δει λίγες ταινίες του, συγκριτικά με άλλους. Ένιωσα πηγαία την ανάγκη να γράψω οτιδήποτε στην μνήμη του και κοιτώντας την φιλμογραφία του, όλα συνέκλιναν, σχεδόν άμεσα, στο Narc.

Αυτή η ταινία υπήρχε, σε dvd από εφημερίδα, στο σπίτι μου, καθ’ όλη την εφηβεία μου. Δεν το είχα δει γιατί ο Ray Liotta δεν ήταν ο DeNiro ή ο Pacino κι οι μπάτσοι δεν ήταν γκάνγκστερ. Το θυμήθηκα γιατί γνώριζα πως ήταν ένας από τους σημαντικότερους και δυνατότερους ρόλους του Liotta. Όταν αποφάσισα ότι θα αποτελέσει τη στήλη αυτής τη εβδομάδας, συνειδητοποίησα κι ότι έχω δει πολλές από τις υπόλοιπες ταινίες του Joe Carnahan αλλά όχι αυτήν, την πρώτη του και, για πολλούς καλύτερη, του. Τέλος, η θεματική των μπάτσων και των ναρκωτικών ταιριάζουν οργανικά με την προηγούμενη και προ-προηγούμενη εβδομάδα της στήλης. Αφού ευθυγραμμίστηκαν όλοι οι πλανήτες, ας δούμε γιατί είναι μια ταινία για την οποία αξίζει να θυμόμαστε τον Ray Liotta αλλά κι ένα αριστούργημα, αυτό καθαυτό.

Η ταινία ξεκινάει με ένα flashback γροθιά στο στομάχι. Σε κατασκευαστικό επίπεδο επειδή δείχνει την έντονα στυλιζαρισμένη σκηνοθετική προσέγγιση του Carnahan και σε αφηγηματικό επίπεδο γιατί δείχνει την χαμηλότερη στιγμή της καριέρας του Nick Tellis(Jason Patric), μυστικού αστυνομικού σε υποθέσεις ναρκωτικών(narc) και πρωταγωνιστή μας. Αυτή κόστισε τη ζωή σε αθώους κι ήταν ο λόγος που ο Tellis αποσύρθηκε απ’ το σώμα. Θα τον ανακαλέσουν και θα του αναθέσουν την εξιχνίαση της δολοφονίας του Michael Calvess(Alan Van Sprang), ενός άλλου narc. Καθώς ψάχνει τα αρχεία της υπόθεσης συναντάει το όνομα του Henry Oak(Ray Liotta), του πρώην συνεργάτη του Calvess. Θα το συζητήσει με τον αρχηγό Cheevers(Chi McBride), ο οποίος δεν θέλει να μπλεχτεί στην υπόθεση ο ασταθής Oak. Κατά τα λεγόμενα του, είναι όσα δεν θα έπρεπε να είναι ένας αστυνομικός αυτή τη στιγμή, σ’ αυτή την πόλη που είναι στα όρια ξεσπάσματος φυλετικής ταραχής.

Παρά την αποθάρρυνση του αρχηγού, οι δύο άντρες θα συναντηθούν και θα αρχίσουν να συνεργάζονται σε μια υπόθεση την οποία νιώθουν πολύ προσωπική. Ο Tellis γιατί σκέφτεται ότι θα μπορούσε να είναι στη θέση του Calvess και είναι κι αυτός σύζυγος και πατέρας. Ο Oak, που του έχει αποκαλύψει τα δύο πιο κομβικά γεγονότα για την προσήλωση του στο σώμα, το θάνατο της γυναίκας του και τη διάσωση ενός μικρού κοριτσιού από κακοποίηση, θέλει δικαιοσύνη για την συνεργάτη του και την οικογένεια που άφησε πίσω. Αυτό που θα ακολουθήσει, είναι ένα neo noir που σε λιγότερο από δύο ώρες, συμπυκνωμένα κι αποτελεσματικά, θα μας δείξει την προσωπική τους τραγωδία, κάθε πτυχή της αστυνομικής δουλειάς και μια δαιδαλώδη πλοκή που δένει όλα τα στοιχεία, δείχνοντας πως αυτός ο κόσμος της ακραίας βίας καταστρέφει ζωές.

Το σενάριο υπογράφεται από τον ίδιον τον Carnahan, συνεπώς έχουμε την πρώτη του δουλειά ως auteur. Από την προαναφερθείσα εισαγωγική σκηνή, χρησιμοποιεί μονοχρωμίες μεγάλων αντιθέσεων για τα flashback τραυματικού περιεχομένου και έντονη κάμερα στο χέρι. Η χρωματική παλέτα γίνεται πιο θερμή στις όμορφες στιγμές και των δύο πρωταγωνιστών ενώ η κίνηση της κάμερας προσαρμόζεται στην ψυχολογία των ηρώων. Μένει σταθερή όταν ο Tellis κάνει συγκεντρωμένη ερευνητική δουλειά, είναι μετρημένη αλλά υπάρχουσα όταν μιλάει ο Oak που ποτέ δεν βρίσκει ηρεμία, ξεφεύγει εντελώς όταν οι δύο μπάτσοι φτάνουν ή ακόμα και ξεπερνάνε τα όρια της νομιμότητας και των προσωπικών τους αντοχών. Στη συνέχεια της καριέρας του, ο Carnahan θα καταπιαστεί κυρίως με το action είδος αλλά η φλέβα φαίνεται, ήδη, από ‘δω από αυτή τη σκληρή ιστορία χαρακτήρων.

Οι δύο άντρες του νόμου, δίνουν το ιδανικό πεδίο κι απαιτούν τη δέουσα ερμηνευτική πολυπλοκότητα ώστε οι Jason Patric και Ray Liotta να ξεδιπλώσουν όλη την μαεστρία τους. Το τόσο μεγάλο φάσμα γεγονότων και συναισθημάτων που υπάρχει στο χαρτί δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με τίποτα λιγότερο. Είναι οι στιγμές αβεβαιότητας, είναι οι στιγμές οργής, οι στιγμές με τα αγαπημένα τους πρόσωπα κι εκείνες που αποτελούν ζήτημα ζωής ή θανάτου για την τρέχουσα κατάσταση τους. Πως περιηγούνται τα πάντα, τραυματισμένοι και πεταμένοι από το σύστημα, ψάχνοντας ο καθένας την προσωπική του λύτρωση και δικαίωση.

Γιατί η ταινία θα μπορούσε να είναι μια ιστορία για βρώμικους μπάτσους που εγκληματούν αλλά αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Στοχεύει στο πολύ πιο nuanced «ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις». Όποιος κι αν είσαι, άμα μπλεχτείς με τα πίτουρα, θα σε φάνε οι κότες. Πόσο μάλλον αν αναλαμβάνεις το ρόλο του εγκληματία όπως ο Tellis κι ο Calvess, πόσο μάλλον αν χρησιμοποιήσεις την εξουσία πάνω στις ζωές των άλλων σαν εκτόνωση και ιερή σταυροφορία όπως ο Oak. Ακόμα κι αν θες την δικαιοσύνη και την προστασία των αδύναμων, η βία γεννάει βία και με μαθηματική ακρίβεια δεν θα αργήσεις να μοιάζεις με τον εχθρό γιατί κι εσύ είσαι ένας άνθρωπος μ’ αδυναμίες.

Ειδικά ο ρόλος του Liotta, προσφέρει μεγαλύτερα βάθη και άκρα, με την προσήλωση του ηθοποιού να φαίνεται σε κάθε καρέ και να συναγωνίζεται μόνο αυτή του ίδιου του χαρακτήρα. Ο Liotta πήρε πολλά κιλά για το ρόλο, φόραγε πάντα και στολή πάχους αλλά και προσθετικά κάτω από τα μάτια για να φαίνεται πιο γερασμένος και κουρασμένος. Παράλληλα, ήταν παραγωγός στη ταινία επειδή πίστευε τόσο στο όραμα του Carnahan αλλά και δούλεψε(όπως κι ο Patric) άνευ αμοιβής για ένα διάστημα ώστε να σωθεί η ταινία αλλά και η μετέπειτα καριέρα του σκηνοθέτη.

Δύο πράγματα έβλεπα να επαναλαμβάνονται απ’ όσους μίλαγαν για την καριέρα και τη ζωή του Ray Liotta την τελευταία εβδομάδα. Πόσο συχνά έπαιζε τον κακό αλλά και πόσο καλή ψυχή ήταν στην πραγματικότητα. Ήταν μια στιγμή στην καριέρα του που αποτελεί χαρακτηριστικότατο παράδειγμα των δύο στοιχείων για τα οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, τον θυμούνται οι περισσότεροι. Η τελευταία εβδομάδα ήταν σίγουρα ένα ταξίδι συναισθημάτων σε σχέση με τον παιδικό μας ήρωα που έφυγε αλλά πλέον μπορώ να πω ήρεμος: Καλό ταξίδι κύριε Liotta κι ευχαριστούμε για ό,τι μας δώσατε και σας κάνει αθάνατο.

Τελευταία