Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Liquid Sky

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Liquid Sky

Η σύνδεση αυτής της εβδομάδας θα ήταν με την πρέζα και το στυλιζάρισμα του Trainspotting αλλά και το Narc, για το οποίο γράψαμε στη μνήμη του Ray Liotta την προηγούμενη εβδομάδα, δεν είναι και τόσο μεγάλη παράκαμψη. Μόνο που αν αυτές οι δύο ταινίες ήταν οι μικρότερες «μεγάλες» ταινίες, με σημαντική ποιότητα παραγωγής και ηθοποιούς μεγάλου βεληνεκούς, στο Liquid Sky που θα μας απασχολήσει σήμερα έχουμε μια μεγάλη «μικρή» ταινία. Με μόνο πεντακόσιες χιλιάδες και κάνοντας ταυτόχρονα τον σκηνοθέτη, τον παραγωγό, τον συν-σεναριογράφο, τον δεύτερο μοντέρ, ακόμα και γράφοντας ένα κομμάτι της μουσικής ο Slava Tsukerman κατασκεύασε μια απ’ τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες του 1983. Αν σκεφτούμε ότι η ταινία πραγματεύεται τα ναρκωτικά, τους εξωγήινους και τον αδίστακτο κόσμο της υψηλής μόδας η επιτυχία της γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή.

Ένας ιπτάμενος δίσκος σε μέγεθος πιάτου προσγειώνεται σε μια ταράτσα της Νέας Υόρκης. Είναι το διαμέρισμα της Adrian(Paula E. Sheppard) και της Margaret(Anne Carlisle). Η πρώτη πουλάει ναρκωτικά, είναι αυτή που βρίσκει ό,τι θες κι έχει πολύ ισχυρό χαρακτήρα. Η δεύτερη και πρωταγωνίστρια μας, είναι ένα ανδρόγυνο μοντέλο, απ’ το οποίο όλοι κάτι θέλουν κι εκείνη απαντάει συνήθως με παθητικότητα. Ο καθρέφτης της είναι ο Jimmy, το yin στο yang της, ένα αντρικό μοντέλο που είναι πάρα πολύ σίγουρο για τον εαυτό του. Όσο η Margaret θέλει την ησυχία της, τόσο αυτός ζητάει την λατρεία όλων. Τον ενσαρκώνει επίσης η Carlisle, το οποίο ενώ δεν έγινε ηθελημένα(παραιτήθηκε ο αρχικός ηθοποιός), προσθέτει μια παραπάνω ανάγνωση για τον χειρότερο εχθρό, τον ίδιο μας τον εαυτό, όσο προχωράνε τα δρώμενα.

Παράλληλα, καταφθάνει στην πόλη ο Johann(Otto Von Wernherr), μελετητής των εξωγήινων. Μας είναι απαραίτητος για το exposition σχετικά με τον επισκέπτη του διαστήματος που λατρεύει την ηρωίνη. Παίρνουμε τις πληροφορίες καθώς τις εξηγεί στην Sylvia(Susan Doukas) στης οποίας το διαμέρισμα έχει καταφύγει για μια καλύτερη οπτική στην ταράτσα της Margaret. Δημιουργείται συνεπώς μια παράλληλη κατάσταση σαν το Rear Window του Hitchcock καθώς παρακολουθούν το διαμέρισμα. Η σύγκριση είναι ταιριαστή γιατί ο εξωγήινος βρίσκει ένα υποκατάστατο της ηρωίνης στον εγκέφαλο των εραστών της Margaret, όταν φτάνουν σε οργασμό, με αποτέλεσμα να τους εξολοθρεύει για να το λάβει. Η ταινία είναι ίσα μέρη camp στην παράδοση του John Waters, εικαστικό project σύγχρονης τέχνης και φθηνό b-movie θρίλερ που θα παιζόταν σε drive-in. Είναι ο συγκερασμός κάθε ετερόκλητου στοιχείου σε ένα ντελιριακό όραμα από τον Tsukerman που την κάνει να λειτουργεί.

Δύο είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζουν από την πρώτη στιγμή μέχρι το τελευταίο καρέ. Τα χρώματα κι η μουσική. Τα πρώτα τα βρίσκουμε στα κοστούμια(ή μεταμφιέσεις όπως θα ειρωνευτεί κάποιος τους δύο αντίζηλους), στα νέον φώτα, στον ουρανό και σημαντικότερα στην οπτικοποίηση της αντίληψης του εξωγηίνου. Ο Tsukerman δεν διστάζει ούτε για μια σκηνή να γεμίσει τα πλάνα του με τον χρωματικό θόρυβο. Ενώ τα κοστούμια, τα φώτα και οι μαύρες σιλουέτες κτηρίων μαζί με ένα κυρίαρχο χρώμα θα μπορούσαν να βρεθούν σε μια σωρεία ταινιών, ο εξωγήινος είναι εκεί που γίνονται οι εκρήξεις και τα πράγματα ξεφεύγουν. Ουσιαστικά σε κάθε «φονικό» βλέπουμε αφηρημένους πίνακες σε κίνηση και στη ματιά του κάτι σαν πολύχρωμη θερμική κάμερα. Εναρμονίζονται και με τα πολύ ταπεινά ειδικά εφέ που παραδόξως δεν χτυπάνε στο μάτι.

Το δεύτερο εξέχον στοιχείο είναι η synth industrial ηλεκτρονική μουσική. Με μινιμαλιστικούς βόμβους και εξωγήινους ήχους, δημιουργεί ένα φάσμα από την εκτέλεση κλασσικών μελωδιών σε αυτό το στυλ μέχρι ένα μπιτ που μπλέκεται με τους διαλόγους και το γενικότερο sound design. Ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα, τρυπάει το τύμπανο μας αλλά σ’ αυτό το σύνολο φαίνεται οργανική κι αναντικατάστατη. Αυτή δίνει το ρυθμό είτε πρόκειται για τις μεγάλες εντάσεις είτε για την εγκαθίδρυση μιας Νέας Υόρκης σ’ ένα παράλληλο σύμπαν όπως επιδιώκει ο Tsukerman. Σημαντικότερα απ’ όλα, γίνεται εκφραστικό μέσο της βίας που δέχεται η Margaret και του ταξιδιού μέσα της.  

Όλοι θέλουν να πάνε μαζί της ενώ εκείνη δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει. Όπως αποκαλύπτει, κοντά στην κορύφωση της ταινίας, πάντα ακολουθούσε τους ρόλους που της δίνανε από το επαρχιακό Κονέκτικατ ακόμα, απ’ όπου κατάγεται. Τι να περιμένει, τι να ελπίζει, σ’ έναν κόσμο που της μάθανε πως κάποιος λευκός ιππότης θα φροντίσει τη ζωή της ή θα την ανακαλύψει καλλιτεχνικά; Είναι κοινωνός του νιχιλισμού στη δίνη των ναρκωτικών που μοιράζονται σαν καραμέλες και σ’ αυτή που όσα άτομα της δόθηκαν από τη μοίρα, στη θέση των λευκών ιπποτών, θεωρούν ότι τους ανήκει λόγω της ανδρόγυνης όψης και της αμφισεξουαλικότητας της. Η ταραχή και η απορία για όποιον εραστή έμεινε άψυχος πάνω της σύντομα γίνεται παιχνίδι και απελευθέρωση. Σε ένα περιβάλλον που διαρκώς την υποτιμάει και όλες οι επιλογές έρχονται από δεύτερο χέρι, ο λευκός ιππότης είναι άυλος και το άλογο του έχει μέγεθος πιάτου.

Η ταινία βέβαια δεν παίρνει τον εαυτό της πολύ σοβαρά, έχει χιούμορ και μια διάσταση σεξοκωμωδίας καταστάσεων. Καθώς περνάει η διάρκεια, όμως, γίνεται ξεκάθαρο. Είναι μια κατάβαση στην τρέλα, για ένα κορίτσι που δεν πρόλαβε να ζήσει κι έχει ως μόνη διέξοδο το ουρανοκατέβατο κενό. Ένα ασφυκτικό περιβάλλον κάνει την διάλυση του και την αυτό-καταστροφή να μοιάζουν μόνες λύσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, παρόλη την εξωφρενικότητα του, το Liquid Sky καταλήγει ένα κοινωνικό slasher. Ο τρόπος που φτάνει εκεί σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διαστάσεις του, είναι κάτι που δεν έχετε ξαναδεί.

Τελευταία