Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣThe Card Counter και η Μαρτυρική Προσήλωση του - Review

The Card Counter και η Μαρτυρική Προσήλωση του - Review

Στους άγριους καιρούς κινηματογραφικής διανομής μετά τον Covid, μπορούμε να δούμε μερικά μοτίβα να αναδύονται, τουλάχιστον για τη χώρα μας. Πολλές ταινίες καθυστερούνται για μήνες ενώ γνωρίζουμε ότι έχουν αγοραστεί από εγχώριο διανομέα, όπως το The Many Saints Of Newark, πάλι από την Odeon που μας φέρνει και το The Card Counter. Βέβαια, περισσότερο από το prequel του Sopranos που ήταν μια ολωσδιόλου αποτυχημένη απόπειρα, το The Card Counter έχει μια αντίστοιχη μοίρα με το Drive My Car. Αποτελούν και οι δύο ταινίες δημιουργών, με πιστοποιημένη την ποιότητα τους ήδη από πέρσι και διαθέσιμες παγκοσμίως ηλεκτρονικά. Κατά συνέπεια ένα μεγάλο μέρος του συγκεκριμένου κοινού που θα είχαν, τις έχει δει και ίσως λόγω της γενικότερης ανέχειας μας, γλυτώσει τα εφτά ευρώ του εισιτηρίου. Το Drive My Car μάλιστα, που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, είναι διαθέσιμο ηλεκτρονικά από την πρώτη Απριλίου κι εμείς το περιμένουμε στην αίθουσα το φθινόπωρο. Ο σκηνοθέτης του, είχε κάνει κιόλας εισπρακτική επιτυχία στη χώρα μας με το, επίσης περσινό, Wheel Of Fortune And Fantasy που ίσως του πιστώσει μια μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία παρά την μεγάλη καθυστέρηση. Εν αντιθέσει με τον Paul Schrader, ο οποίος έχει να βγάλει σημαντική ταινία στις αίθουσες από το First Reformed του 2017. Αν αναλογιστούμε κι ότι αυτή την εβδομάδα είχαμε οχτώ(!) νέες κυκλοφορίες, χώρια των επανεκδόσεων, πολύ φοβάμαι ότι θα έχουμε μια περίπτωση όπως αυτή του After Blue, την προηγούμενη εβδομάδα. Η σπουδαιότερη ταινία της εβδομάδας θα παίξει για πρώτη και τελευταία εβδομάδα.

Θα είναι μεγάλο κρίμα καθώς το The Card Counter μοιάζει να αποτελεί ενός είδους θεματικής κορύφωσης για τον Schrader, σε μια άτυπη τριλογία και διάλογο με το Taxi Driver (που έγραψε) και το προαναφερθέν First Reformed (που έγραψε και σκηνοθέτησε). Ένας βασανισμένος άντρας που κουβαλάει στρατιωτικό παρελθόν ψάχνει μια λύτρωση από την μαρτυρική ύπαρξη του, στην οποία εμμένει με θρησκευτική προσήλωση. Εν προκειμένω, ακολουθούμε τον William Tell (Oscar Isaac), πρώην κατάδικο και νυν αριθμομνήμονα χαρτοπαίκτη, δεξιότητα στην οποία εκπαίδευσε τον εαυτό του κατά τις πανομοιότυπες ημέρες της φυλάκισης του. Ήδη η παραδοχή του πόσο τελικά εκτίμησε αυτή τη ρουτίνα, με κάνει να την παραλληλίσω με τη μοναστική ζωή, μια μεταμόρφωση του αμαρτωλού μέσα από την επανάληψη κι ένα πατρόν για να καταφέρει να ζήσει με τον εαυτό του από ‘δω και πέρα.

Στο από ‘δω και πέρα, στην καριέρα του ως τζογαδόρου, εκεί που οι άλλοι αναζητούν τις εκατοντάδες χιλιάδες δολαρίων, αρκείται στο να φεύγει από το εκάστοτε καζίνο μ’ έναν ελληνικό κατώτατο μισθό αποφεύγοντας να τον στιγματίσουν ως αριθμομνήμονα αλλά και το να γίνει παίκτης σούπερ σταρ. Η τύχη θα φέρει στον δρόμο του τον Cirk (Tye Sheridan), γιο ενός συμπολεμιστή του που είχαν υπηρετήσει μαζί ως βασανιστές στις φυλακές του Αμπου Γκράιμπ υπό τον ταγματάρχη Gordo (Willem Dafoe) που δεν τιμωρήθηκε ποτέ για τα εγκλήματα τους όπως ο William. Ο πατέρας αυτοκτόνησε κι ο Cirk θέλει εκδίκηση. Ο Tell βλέπει την ευκαιρία να τραβήξει τον Cirk μακριά από την εκδίκηση, να του παρέχει χρήματα και καθοδήγηση αλλά βασικά να ξεπληρώσει το ηθικό τίμημα των πράξεων του. Έτσι, θα αποδεχθεί την πρόταση της La Linda (Tiffany Haddish) να μπει στον στάβλο της(ομάδα χαρτοπαικτών που τους χρηματοδοτούν επενδυτές) ώστε να πάει για τα μεγάλα λεφτά και ξαφνικά βρίσκεται με δύο αναπάντεχους συντρόφους στη μοναχική του πορεία. Το τελευταίο στοιχείο που χρειάζεται να ξέρουμε για τον William Tell είναι δύο τατουάζ που έχει. Το ένα είναι Αμερικάνικη σημαία που πιθανότατα συμβολίζει την αφοσίωση στην πατρίδα απ’ το πρώτο κομμάτι της ζωής του. Το δεύτερο γράφει με μεγάλα γράμματα στην πλάτη του «Εμπιστεύομαι τη ζωή μου στη Παροχή Του, εμπιστεύομαι την ψυχή μου στη Χάρη Του». Το βλέπουμε μία φορά αλλά αποτελεί ένα επιστέγασμα που αποκωδικοποιεί κάθε πράξη του.

Οι πράξεις του είναι πάντα υπολογισμένες και εγκρατείς αλλά κρύβουν την ένταση των συναισθημάτων του. Αυτό είναι και το στοιχείο που υπερτονίζει ο Schrader μέσω της σκηνοθεσίας του. Κάθε πλάνο είναι πολύ καθαρό, συνήθως με σημείο φυγής στο κέντρο και σταθερό. Όταν σπάει αυτούς τους κανόνες του τακτοποιημένου κουτιού, φαίνεται και κάτι θέλει να μας πει. Είτε αποτελεί μια ανάσα χαλάρωσης, αντιφατικά με το πειθαρχημένο σύνολο, είτε με ένα απαλό track in που φτάνει από το γενικό σε πολύ κοντινό του προσώπου του Tell, υπογραμμίζει την ένταση κάτω από την επιφάνεια του. Είναι μικρές επιλογές που όμως χτίζουν ατμόσφαιρα και την οπτική γωνία που ακολουθούμε στην σχεδόν δίωρη διάρκεια. Την συμπληρώνουν μόλις πέντε ατμοσφαιρικά μουσικά κομμάτια που αιωρούνται οργανικά από το ambient στο mumble indie rock και δένουν τον υπερβατικό τόνο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα flashback από το Αμπου Γκράιμπ.

Τότε ήταν ο William Tillich (το πραγματικό του όνομα), δοσμένος στην υπηρεσία της πατρίδας βασανίζοντας ανελέητα κρατούμενους κι η οπτικοποίηση της μνήμης του Tell, δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη. Ο πιο ευρυγώνιος fish eye φακός που έχω δει ποτέ σε ταινία κάνει τους βρώμικους διαδρόμους τη φυλακής τεράστιες παραμορφωμένες καμπύλες με ανελέητο death metal στα ηχεία. Είναι το μάτι του μυαλού του που κοιτάει πίσω στην κόλαση που υπηρέτησε ως διάβολος. Αλλοι διάβολοι να τρέχουν ολόγυρα και να χτυπάνε τους κολασμένους που σέρνονται στο αίμα και τα απεκκρίματα τους. Στη μέση, με παροιμιώδη ψυχραιμία, ο Gordo. Η ψυχραιμία του συνειδητά σατανικού, που βλέπει το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας σαν επάγγελμα μέσα από στατιστικά επιτυχίας. Είναι αυτή η απαράλλαχτη ψυχραιμία που δεν κρύβει τίποτα από κάτω, στις λίγες σκηνές που τον συναντάμε, η οποία τον καθορίζει αντιθετικά με τους άλλους δύο άντρες. Είναι η μπάνκα που κρατάει την τράπουλα.

Ενώ ο William Tell, «Έπαιξε τα χαρτιά που του μοιράστηκαν» όπως γράφει και το tagline της ταινίας. Σε συνδυασμό με το τατουάζ του καταλαβαίνουμε ότι ο Θεός που εποπτεύει το σύμπαν του, αίρει τον κάματο της επιλεγμένης μαρτυρικής του φύσης. Όπως ο Travis Bickle προσπάθησε να σώσει την Iris που βρέθηκε στο δρόμο του, έτσι κι ο Tell με τον Cirk. Το τραύμα του Χαρτοπαίχτη, δεν αλλάζει πολύ απ’ αυτό του Ταξιτζή. Ο Schrader για άλλη μια φορά μιλάει για το αρσενικό που οφείλει να συνεχίζει. Που το κυβερνάνε αόρατοι κανόνες, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα φυσικοί σαν την ανάσα αλλά και απόλυτοι σαν καταδίκη. Συνεπώς η κατάληξη είναι παρόμοια κι αναμενόμενη αλλά κι η μεγάλη συμπόνια του Schrader για τον αρχετυπικό καταραμένο άνδρα, μεγαλειώδης. Δεν αθωώνει κανέναν, παρά λέει πως είμαστε οι πράξεις μας και οι ήρωες του διαπράττουν και σκοτεινές, προσφέρουν και φωτεινές. Αν στις τελευταίες σκηνές του Taxi Driver υπήρχε μια αμφισημία, στο φινάλε του The Card Counter ο παππούλης Schrader, που ίσως να έχει μαλακώσει, το κάνει συγκινητικά διαυγές ενώ τα δρώμενα υπήρξαν τραγικότερα. Μπορεί να κουβαλάς την αμαρτία όλου του κόσμου στις πλάτες σου αλλά μπορεί και να άγγιξες στοργικά κάποιους στην πορεία σου. Αρκεί ένας από αυτούς να αναγνωρίσει την, αθέατη προς τον κόσμο, πλευρά της καρδιά σου. Αρκεί ένας από αυτούς να θέλει, να σε αγγίξει όμοια.

Αυτή η ταινία αξίζει την αίθουσα. Την αξίζει η υπολογισμένη μέχρι το τελευταίο καρέ και ήχο κατασκευή της και το χειμαρρώδες συναίσθημα που υπηρετεί. Ο Paul Schrader στα εβδομήντα πέντε του χρόνια και με την επόμενη ταινία του σχεδόν έτοιμη, δημιουργεί με την αίσθηση του κατ’ επειγόντως. Είναι στον εκλεκτό σύλλογο του παλιόφιλου Scorsese, του Ridley Scott και του Clint Eastwood. Αυτοί και άλλοι σκηνοθέτες της παλιάς γενιάς, τιμάνε ακόμα τη θέση τους στην κορυφή με την ποιότητα της δουλειάς τους κι όποτε αποτυγχάνουν, απλά και μόνο με την όρεξη τους να μοιραστούν ακόμη ιστορίες μαζί μας. Είναι οι παππούδες που μας μεγάλωσαν και θέλουν να δώσουν πίσω ό,τι προλαβαίνουν αντιμέτωποι με τον μόνο νόμο της ύπαρξης. Τιμήστε τους και λάβετε, θα είναι ένα από τα πιο άξια εισιτήρια που θα πληρώσετε.

Rating:


Xώρα: Η.Π.Α., Ηνωμένο Βασίλειο, Κίνα, Σουηδία

Έτος: 2022

Χρώμα: Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Paul Schrader

Πρωταγωνιστούν: Oscar Isaac, Tiffany Haddish, Tye Sheridan

Διάρκεια: 111'

Τελευταία