Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣMIDNIGHT EXPRESSΑυτή Η Νύχτα Στο Midnight Express Θα Μείνει

Αυτή Η Νύχτα Στο Midnight Express Θα Μείνει

Φωτογραφίες: Ακης Καπράνος, Φοίβος Κρομμύδας, Κώστας Χανδρινός, Στέφανος Κ. Αρταβάνης

Είναι κάποια κατά γενική ομολογία αριστουργήματα του κινηματογράφου που, παρ’ όλη την σινεφίλ παιδεία μου, δεν τα έχω δει. Η μέγιστη χαρά είναι όταν ο Ακης Καπράνος ανακοινώνει ότι θα παίξει ένα απ’ αυτά στο Midnight Express. Έτσι έγινε και το Σάββατο με το Αυτή Η Νύχτα Μένει, την μνημειώδη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου για τον έρωτα και τη νυχτερινή ζωή της επαρχίας. Δεν διάβασα καν το αφιέρωμα που έγραψε ο Φοίβος πριν την ταινία. Τόσο χρόνια αναμονής θα ξεπληρώνονταν με τον καλύτερο τρόπο, με την μεγάλη οθόνη μπροστά και την ιδιότυπη οικογένειας μας γύρω. Η Ριβιέρα ήταν πάλι γεμάτη, βρήκαμε τις θέσεις μας και σύντομα ο Ακης ξεκίνησε τον πρόλογο μαζί με τον πρωταγωνιστή της ταινίας, Νίκο Κουρή.

Ο Ακης μας χαιρετάει, μας ευχαριστεί και ρωτάει πόσοι βλέπουν την ταινία πρώτη φορά σήμερα. Οι περισσότεροι έχουν την ίδια τύχη με ‘μένα όπως υπογραμμίζει γιατί η ταινία δεν υπάρχει σε ψηφιακή μορφή ώστε να είναι εύκολη η προβολή της. Δεν παίζεται και συχνά, η φήμη της έφερε αρκετούς για πρώτη φορά στο Midnight Express. Συνεχίζει λέγοντας πως αγαπάει ιδιαίτερα την ταινία κι ότι την θεωρεί από τις κορυφαίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ενός σκηνοθέτη που έχει αφήσει μια παρακαταθήκη στο Νέο Ελληνικό Σινεμά με την παρούσα ταινία να είναι η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία κι ο Ακης να υποθέτει ότι ήταν κι η δεύτερη αγαπημένη ταινία του σκηνοθέτη μετά τους Τεμπέληδες Της Εύφορης Κοιλάδας αλλά τον διαψεύδει ο Νίκος Κουρής, αναφερόμενος στον Εργένη πριν σηκωθεί για το δικό του μέρος του προλόγου.

Φωτογραφία: Ρωμανός Παπαϊωάννου

Ένας άνθρωπος που συνεργάστηκε ξανά και ξανά με τον Παναγιωτόπουλο, μοιράζεται κι αυτός τη χαρά του που είμαστε τόσο νέο κοινό μαζεμένοι και τη συγκίνηση του που θα παιχτεί η ταινία μετά από τόσα χρόνια. Μας λέει πόσο σημαντική ήταν η ταινία για τον Παναγιωτόπουλο κι ας μην την θεωρούσε την καλύτερη του. Ήταν το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Κουρή, μια ερωτική ιστορία μέσα στα σκυλάδικα. Η ηρωίδα λέγεται Στέλλα, κάπως εμπνευσμένη από αυτή του Κακογιάννη. Συνεχίζει μ’ ένα μικρό σχόλιο για το ομώνυμο τραγούδι. Όταν πρότεινε ο Παναγιωτόπουλος στον Σταμάτη Κραουνάκη να γράψει τη μουσική και το τραγούδι της ταινίας, είπε ότι θέλει ένα τραγούδι που θα μας κάνει να ξεχάσουμε το Αυτή Η Νύχτα Μένει του Καζαντζίδη. Όλοι γελάσανε γιατί το παλαιότερο τραγούδι ήταν συνυφασμένο με την Ελλάδα αλλά ο Κραουνάκης το έκανε. Ο οποίος το έγραψε μετά από μια πρόβα της ταινίας, το ίδιο βράδυ, σ’ ένα πιάνο που του λείπανε πάρα πολλές νότες. Ο Κουρής χαρακτηρίζει φανταστική αυτή την πρώτη ακυκλοφόρητη εκτέλεση την οποία ζήταγε από τον Παναγιωτόπουλο να βάλει στην ταινία. Ο Κραουνάκης επέμενε να το πει η Παπίου αλλά ο Κουρής γελάει λέγοντας μας πόσο φανταστικός ήταν ο Κραουνάκης στις τέσσερις το πρωί πιωμένος σ’ αυτή τη χαμένη εκτέλεση. Ο Ακης συμπληρώνει πως πρέπει να ακουστεί κάποτε και κλείνει τον πρόλογο με μια υπενθύμιση που του ζήτησε να κάνει ο ίδιος ο Κραουνάκης ο οποίος δεν μπόρεσε να είναι μαζί μας. Στην προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όταν ακούστηκε η ατάκα «Στα σκυλάδικα του υπαρκτού σοσιαλισμού γίνονται τα καλύτερα γ***σια» η Δάφνη Σημίτη έφυγε απ’ την αίθουσα. Μες τα γέλια μας η τελευταία ευχαριστία του Ακη και τα φώτα πέφτουν.

Η ταινία ξεκινάει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή την παθιασμένη ερμηνεία της Στέλλας(Αθηνά Μάξιμου) ως φερέλπιδος τραγουδίστριας στο προαναφερθέν ομώνυμο άσμα. Είναι ένα ηλεκτρικό σοκ που αφηγηματικά συνοψίζει τον καταραμένο της έρωτα με τον Ανδρέα και ήδη νιώθω τον παλμό του κοινού. Η ταινία μας έχει αιχμαλωτίσει στην αρχή του ταξιδιού της, ένα ταξίδι που για μένα χαρακτηρίστηκε από την ανάμνηση και τον μύθο. Η ανάμνηση της Αθήνας και κατ’ επέκταση Ελλάδας του 90’. Σημεία που έχω περάσει όπως τα Virgin Megastores στο Village στο Μαρούσι, brands τα οποία μόλις που πρόλαβα όπως τα Wendy’s κι όλη η υπόλοιπη αισθητική και ετικέτες σ’ αυτό το τέλος εποχής για το πρότερο ΠΑΣΟΚ. Υπάρχει μια πραγματική νοσταλγία για αυτά τα χρόνια της αθωότητας κι αυτό περνάει και μέσα από τους ήρωες μας. Ο έρωτας του έντονος με όλα τα πισωγυρίσματα του και η τρέλα να ενισχύει αλλά και να υπερισχύει τους εγωισμούς. Γιατί όλοι ξυπνάνε και λειτουργούν κάθε μέρα αλλά ζούνε και ερωτεύονται την νύχτα.

Η οποία καθίσταται μυθική στην απεικόνιση των τελευταίων ένδοξων καιρών για τα σκυλάδικα. Τη νύχτα τα χαρτιά είναι όλα ανοιχτά κι όλοι απαιτούν αυτό που θέλουν. Είναι ένας δρόμος χωρίς (ολοκληρωτικό)γυρισμό όπως θα πει και στον Ανδρέα ο Μποξέρ (Κώστας Μαρκόπουλος) συνταξιδιώτης του. Κάθε νύχτα είναι ζαριά κι υπακούει στους δικούς της κανόνες και κάθε νύχτα μένει σαν σημάδι. Ο έρωτας του Ανδρέα και της Στέλλας μπορεί να υπήρχε αλλά χωρίς αυτό το ταξίδι θα ήταν διαφορετικός. Πιθανότατα με λιγότερα βάσανα αλλά κι οι δύο δεν δίστασαν στιγμή σ’ αυτή την Οδύσσεια χώρια και μαζί ταυτόχρονα. Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει ενώ εσύ κάνεις άλλα σχέδια αλλά εν τέλει μόνο τη βιωμένη εμπειρία έχουμε. Ο παιδικός εγωισμός τους οδηγεί σε μια βίαιη ενηλικίωση, βάπτισμα του πυρός που θα κουβαλάνε. Ο γλυκόπικρος τόνος της ταινίας είναι γιατί, τουλάχιστον, είχαν την ελευθερία των επιλογών τους. Μια συνειδητοποίηση που με ανατριχιάζει όσο σκέφτομαι τα δρώμενα της ταινίας σε αντιδιαστολή με αυτά της καθημερινότητας μας. Κάτι που εικάζω πως συμμερίστηκαν αρκετοί στην αίθουσα.

Συνήθως στο τελείωμα κάθε προβολής του Midnight Express υπάρχει ένας, σχεδόν, παιδιάστικος ενθουσιασμός. Το Σάββατο που πέρασε, μόνος ως συγκλονισμένους μπορώ να μας χαρακτηρίσω. Μοιρασμένοι ανάμεσα στην καθαρή χαρά του να έχεις δει ένα αριστούργημα στο φυσικό του χώρο και του σχισίματος ψυχής που αφήνουν όλες οι προεκτάσεις του. Κάθε μεταμεσονύκτια προβολή μας, είναι αξιομνημόνευτη αλλά για όσους συνυπάρξαμε το Σάββατο, αυτή η νύχτα θα μείνει ανεξίτηλη σε μια ξεχωριστή θέση μέσα μας.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες

Τελευταία