Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑThe Thing: 40 χρόνια φόβος και παράνοια στην Ανταρκτική

The Thing: 40 χρόνια φόβος και παράνοια στην Ανταρκτική

“Did you notice anything strange about that dog? Anything at all?” Σε όλες τις αέναες συζητήσεις για την ανακύκλωση ιδεών και τα ριμέικ, συχνά ξεχνάμε ότι το ριμέικ πρώτον δε διαγράφει το αρχικό δημιούργημα, ενώ παράλληλα, ο εκάστοτε σκηνοθέτης μπορεί να δώσει μια νέα ερμηνεία και να προσαρμόσει την πρωτότυπη ιδέα στη δική του εποχή. Κι αν ακολουθήσουμε αυτό το συλλογισμό, σίγουρα δε θα βρούμε καλύτερη εφαρμογή του στο The Thing του μέγα John Carpenter.

Βασισμένο πάνω στη νουβέλα του John W. Campbell “Who Goes There?” από το 1938 κι έχοντας ως σκελετό την κινηματογραφική μεταφορά του 1951 από τον σπουδαίο Howard Hawks, το The Thing του Carpenter προσπάθησε να αγκαλιάσει πιο πολύ τη νουβέλα, ορμώμενο ωστόσο από την παιδική νοσταλγία του ίδιου του Carpenter, που αγαπούσε πολύ το φιλμ του Hawks. Ήθελε ωστόσο να απομακρυνθεί από την τυπική ταινία βάζοντας έναν τύπο να ντυθεί τέρας και να κυνηγάει τους υπόλοιπους. Έχοντας ως συμπαραστάτες έμπνευσης τα Invasion of the Body Snatchers (1978) και Alien (1979), δύο ταινίες που ορθάνοιξαν τις πύλες της τερατόμορφης επιστημονικής φαντασίας, ο Carpenter εδώ πλησιάζει τον εσωτερικό και εξωτερικό τρόμο όσο λίγοι. Δημιουργεί ένα περιβάλλον παράνοιας, μια απομακρυσμένη βάση στην Ανταρκτική, μια χούφτα ανθρώπων κι ένας άμορφος εξωγήινος.


Αντιθετικά, το φιλμ του Hawks, βαδίζει στα χνάρια της δεκαετίας του. 1951, The Thing from Another World, παραγωγής RKO. Ο εξωγήινος θυμίζει περισσότερο ένα τέρας της Universal, έναν καρλοφικό Φρανκενστάιν, αφήνοντας στην άκρη την πολυμορφικότητα του εξωγήινου όπως τον έχει γράψει ο Campbell στη νουβέλα. Αμφότερα τα φιλμ είναι της εποχής τους, ότι τα συζητάμε 40-50 χρόνια μετά, φανερώνει τη σπουδαιότητά τους μεν, αλλά ας μην ξεχνάμε, οι δημιουργοί δεν κυνηγάνε τη διαχρονικότητα, ούτε την οφείλουν στο κοινό. Απλώς συμβαίνει.

Η κομβική αλλαγή που φέρνει ο Carpenter είναι η απόκρυψη του τέρατος. Το κρυμμένο πλάσμα είναι ο τέλειος καμβάς για να σχεδιάσει μια αποστολή παράνοιας, μια λεπτή ισορροπία που περιλαμβάνει τη βάση ερευνών στην Ανταρκτική, το πλήρωμά της και την αόρατη απειλή. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να κάνει το φιλμ πιο πολυεπίπεδο στην ανάγνωση. Ο "ιός" σε μολύνει και φτιάχνει μια τέλεια απομίμηση του ξενιστή, χωρίς φαινομενικά ψεγάδια. Χτυπάει στα κρυφά, στα σκοτεινά, ξεκινώντας με τα σκυλιά και καταλήγοντας με τους ανθρώπους της μονάδας. Το τέλος μόλις έχει αρχίσει. Κανένας δε μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν, η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι δύσκολη, τα λίγα εργαλεία διαθέσιμα γίνονται ακόμα πιο λίγα και η αυτοκαταστροφή είναι θέμα ωρών. Ενώ το μηδενιστικό φινάλε, σχεδόν σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη, αφήνει ανοιχτά όλα τα δεδομένα: Οι δύο τελευταίοι, MacReady και Childs, (Kurt Russell και Keith David, αντίστοιχα) επιζήσαντες στη φλεγόμενη βάση είναι άνθρωποι ή οι απομιμήσεις τους; Το καστ είναι ιδανικά επιλεγμένο, από τους δύο που προαναφέραμε και ξεχωρίζουν, στον επιστήμονα Blair (ο σπουδαίος Wilford Brimley) που χάνει τα λογικά του όταν συνειδητοποιεί το εύρος της απειλής, τον σταθερά καλό Donald Moffat ως Garry, αρχηγό και φύλακα των επιστημόνων στην παγωμένη Ανταρκτική, το "μούτρο" Palmer (David Clennon), τον εύθραυστο Norris (Charles Hallahan), τον προστάτη των σκύλων (σημαντική λεπτομέρεια) Clark (Richard Masur). Αυτοί και οι υπόλοιποι, παίζουν σημαντικό ρόλο σ' αυτήν την παρτίδα καχύποπτου σκακιού που βλέπουμε επί της οθόνης να ξετυλίγεται.

Ετεροχρονισμένα, θα μπορούσαμε να διαβάσουμε στο έργο του Carpenter μια βασική ιδέα που φαίνεται να τον απασχολεί: Η σύγκρουση του ατομικισμού με τον κομφορμισμό. Η τέλεια απομίμηση του εαυτού, θυμίζει το συμβιβασμό της μάζας που συναντάμε στο They Live, ενώ η αυθάδεια του πρωταγωνιστή του Thing, R.J MacReady φέρνει στο νού τον ατομικισμό ενός ακόμη κλασικού καρπεντερικού χαρακτήρα: Του Snake Plissken από το Escape from New York (και πάλι ο Russell στο ρόλο)
Ασχέτως αν ήταν πρόθεση του Carpenter να δώσει αυτή την έξτρα πινελιά στο φιλμ, κατορθώνει να κρατήσει με χαρακτηριστική άνεση τη μπαγκέτα του "μαέστρου" εδώ, φτιάχνοντας ένα φιλμ με υπνωτικό, αλλά όχι βαρετό, ρυθμό, μια σταθερή κάθοδο στην αυτοκαταστροφή, μια παγωμένη κόλαση, όπου τα τέρατα ξεχύνονται στην πραγματικότητά μας. Μια θεματολογία που θα επισκεπτόταν συχνά στη φιλμογραφία του, ειδικά στα Prince of Darkness (1987), They Live (1988), In the Mouth of Madness (1994), Vampires (1998). Και έχει ως αρωγούς, πρώτα και κύρια τον Rob Bottin, μία ακόμη ιδιοφυία των ειδικών εφέ της δεκαετίας του ‘80 (ο άλλος είναι αναμφίβολα ο Stan Winston), αλλά και τον μαέστρο Ennio Morricone. Οι τερατουργίες του Bottin, αγέραστες και όσο άμορφες χρειάζεται, αφήνουν τη δημιουργική φαντασία ανεξέλεγκτη, φτιάχνοντας ένα πλάσμα το οποίο έχει ταξιδέψει σε γαλαξίες και έχει μιμηθεί ένα σωρό οργανισμούς. Αντίστοιχα, ο Morricone, προσπαθεί να ακολουθήσει το ύφος του Carpenter ως συνθέτη, με το χαρακτηριστικό βόμβο αλλά και το συνθεσάιζερ να μας παίρνουν από το χέρι και να μας οδηγούν στο ρυθμό του φιλμ. Το γεγονός δε, ότι το συγκεκριμένο σάουντρακ ήταν υποψήφιο για Χρυσό Βατόμουρο, μόνο γέλιο μπορεί να προκαλέσει για τις απανταχού βραβεύσεις.


Κι όπως η άλλη σπουδαία ταινία επιστημονικής φαντασίας που βγήκε το 1982, το Blade Runner, έτσι και το Thing, δεν πήγε πολύ καλά ούτε σε κριτικές, αλλά ούτε και σε εισιτήρια. Νικητής, ο έτερος εξωγήινος της παρέας, ο "αγαθός" Ε.Τ του ανίκητου τότε Steven Spielberg. Ευτυχώς όμως, ο χρόνος αποδείχθηκε ευγενικός και για τις άλλες δύο ταινίες, τόσο που, φιγουράρουν δικαίως στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες όχι μόνο της κατηγορίας ή της δεκαετίας, αλλά στην ιστορία του νεότερου αμερικανικού σινεμά.

Τελευταία