Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΟ Στέφανος Προτείνει. . . Η Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά

Ο Στέφανος Προτείνει. . . Η Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά

Από τους εξωγήινους που εισέβαλαν στον camp κόσμο μιας queer θηλυκότητας του Liquid Sky περνάμε στους αντίστοιχους της Επίθεσης Του Γιγαντιαίου Μουσακά. Αν στην ταινία του Tsukerman, όμως, είχαμε μια εκ βαθέων σκοτεινή κοινωνική στόχευση και ίσως την πρώτη “good for her” ταινία εδώ τα πράγματα είναι εξ ορισμού πιο ελαφρά και ήπια, αν και όχι λιγότερο κοινωνικά. Στα όρια της παρωδίας ο Πάνος Χ. Κούτρας κάνει ένα ντεμπούτο που δεν είχε τολμήσει κανείς άλλος στην ελληνική φιλμογραφία μέχρι τότε. Μπολιάζει τις νευρώσεις του σε ένα καίριο πολιτικό σχόλιο που όσο μας κάνει να γελάμε άλλο τόσο είναι ανατριχιαστικά διαχρονικό.

Ο διεφθαρμένος πολιτικός Αντώνης Μπουνταλάς(Gregory Patrick Karr) έχει παραγγείλει στην παραδουλεύτρα του να φτιάξει μουσακά. Η γυναίκα του, Τζόυ(Μύριαμ Βούρου), τσακώνεται μαζί του αφού έχει γίνει κόκκαλο κι έτσι ο γιος τους, ?ρης(Ευγένιος Δημητρίου), βρίσκει την ευκαιρία να ξεφορτωθεί το κομμάτι του. Πριν προλάβει να το φάει ο σκύλος, για τον οποίον προοριζόταν, διακτινίζεται μέσα του μία απ’ τις σέξι εξωγήινες που περνάνε εκείνη την ώρα πάνω από την Αθήνα με αποτέλεσμα να γίνει τεράστιο και κινούμενο σκορπώντας τον τρόμο στην πρωτεύουσα. Πρωταγωνίστρια μας είναι η Τάρα(Γιάννης Αγγελάκης) με την οποία θα ερωτευθεί παράφορα ο Αλέξης Αλεξίου(Χρήστος Μάντακας) ο διευθυντής του αστεροσκοπείου που παρακολουθεί και προσπαθεί να λύσει αυτή την πρωτοφανή κρίση. Αυτό που ακολουθεί είναι κάτι που έμοιαζε ξένο στην αυγή του millennium, όπου διαδραματίζεται η ταινία, αλλά αποτελεί την κανονικότητα μας τα τελευταία δύο χρόνια.

Το θεματικό βάρος του Κούτρα πέφτει στη διαχείριση της κρίσης από τα media και την κυβέρνηση. Τρομολαγνεία, παραπληροφόρηση, αρνητές του Μουσακά, καραντίνα με την τηλεόραση πάντα ανοιχτή βεβαίως βεβαίως. Μια συνθήκη που ξεμπροστιάζει την αντανακλαστικά αρπακτική φύση των πρώτων και την ανικανότητα στα όρια της ύβρης των δεύτερων. Φυσικά οι βασικοί μας χαρακτήρες δεν κολλάνε πουθενά. Ενώ ο κόσμος καίγεται αναζητούν τον έρωτα, την ελευθερία, την οριστική διαφυγή από αυτό που ήταν μια γκρίζα ζωή. Στην Αθήνα του Κούτρα όπου το queer στοιχείο ανθεί, η Τάρα είναι όσο δυναμική κι ατρόμητη υπήρξε ποτέ η Divine και όλοι οι ιδιοτελείς που χαρακτηρίζονται ως πιο αρμόδιοι τρέχουν πανικόβλητοι σαν κοτόπουλα χωρίς κεφάλι. Το ντεμπούτο του Κούτρα βγάζει την γλώσσα στον καθωσπρεπισμό, στην άρχουσα τάξη και σε πάσης φύσεως ετεροκανονικότητα. Για να το πετύχει αυτό, πρώτα απ’ όλα, δεν παίρνει καθόλου στα σοβαρά τον εαυτό του.

Ακροβατώντας κάπου ανάμεσα στην τηλεόραση του Φώσκολου, τις ελληνικές κωμωδίες χαμηλού προϋπολογισμού των 80’s και τα b-movies παραγωγής Roger Corman, γεμίζει τα κενά με τις προσωπικές του παραστάσεις και την faux γκλαμουριά που κυνήγαγαν όλοι στα τέλη των 90’s. Κατευθύνει τους ηθοποιούς του σαν να έπαιζαν σε κάποιο απ’ τα προαναφερθέντα b-movie, πράγμα που δεν απέχει πολύ από το παίξιμο της μέσης ελληνικής σειράς αλλά κάνει τη διαφορά διακριτή. Χρησιμοποιεί πρωτόλεια ψηφιακά εφέ που βγάζουν μάτι αλλά βλέποντας τα είκοσι τρία χρόνια αργότερα, αποτελούν μέρος της γοητείας του έργου μες τον ερασιτεχνισμό τους. Στη μουσική μπλέκει τραγούδια του Φοίβου, του Πλέσσα, της Grace Jones και του Curtis Mayfield με ένα πρωτότυπο soundtrack του Κωνσταντίνου Βήτα που είναι πολύ καλύτερο απ’ ό,τι θα είχε δικαίωμα αυτό το σενάριο. Ο δημιουργός βρίσκεται σε οίστρο και άγνοια κινδύνου όπως μόνο στο ντεμπούτο του θα μπορούσε, πράγμα που συγχωρεί και τις όποιες αδυναμίες του.

Γιατί ναι, η παρουσίαση του πανικού μιας ολόκληρης πόλης από κάθε πιθανή οπτική γωνία γίνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά κάπου εκεί μέσα χάνει η πλοκή, το δράμα και η πραγματική αίσθηση κινδύνου. Δεν υπάρχει κάποιο ουσιαστικό σχέδιο καταπολέμησης του Μουσακά. Μπόρα είναι και θα περάσει αλλά τουλάχιστον είδαμε τους ανθρώπινα ατελής βασικούς χαρακτήρες να χορεύουν σ’ αυτήν. Η Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά είναι πολλά πράγματα. Είναι ένα προϊόν της εποχής του αλλά και πρωτοφανές γι’ αυτήν. Λέει τα προφανή με τον πιο απλό και θρασύ τρόπο. Παράλληλα αποτελεί μια λαμπάδα διαφορετικότητας όταν το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν πηγή κοινωνικού πανικού και εξοστρακισμού. Αν αναλογιστούμε και την μετέπειτα καριέρα του Κούτρα, με κορυφές τη Στρέλλα και το Xenia, όλα αυτά είναι πολύ λογικά. Είναι ένα στολίδι φθηνού αλλά και κοινωνικού κινηματογράφου χωρίς ούτε στιγμή να κρύψει την ωραιοπάθεια του, πόσο καλά νιώθει με τα ετερόκλητα κι ατάκτως ερριμμένα κομμάτια του. Υπάρχει σε πείσμα όλων αλλά ταυτόχρονα τους καλεί να το απολαύσουν, αν το δεχθούν ακριβώς γι’ αυτό που είναι.

Τελευταία