Αρχική EVENTSΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣEjekt Festival 2022: Muse, Yungblud, Nothing But Thieves, Danai Nielsen 29/06/2022 @ΟΑΚΑ

Ejekt Festival 2022: Muse, Yungblud, Nothing But Thieves, Danai Nielsen 29/06/2022 @ΟΑΚΑ

Φωτογραφίες: Cristina Alossi

Κάθε καλοκαίρι τραβάω κι από ένα κόλλημα. Μαζί με ό,τι ακούω τα τελευταία χρόνια, στην ετερόκλητη μουσική παρέα που μαζεύεται στα ακουστικά μου και εναλλάσσεται κάθε τόσο για να με βοηθάει να την παλέψω ως το απόλυτο αγχολυτικό, μια μπάντα ρίχνει άγκυρα και εξουσιάζει τον χρόνο που περνάω με τραγούδια στ’ αυτιά -δηλαδή σχεδόν όλη μέρα, κάθε μέρα. Κάποτε ήταν οι Tool, κάποτε οι Red Hot Chili Peppers, οι Fontaines DC, οι Idles, οι Rammstein, οι Iron Maiden, ο Φοίβος, οι Queens of the Stone Age, έτσι, χωρίς λόγο, κάποιοι στρογγυλοκάθονται στην πρώτη θέση του προσωπικού μου Billboard και με πάνε από τους πρώτους δίσκους ως τη σύγχρονη δισκογραφία τους. Πέρσι σκάλωσα με τους Muse. Την μπάντα που ακολουθούσα από το πρώτο τους, σαρωτικό και τόσο αναπάντεχα πρωτοποριακό (τότε) cd, ως το (μάλλον) καλύτερο σύνολο τραγουδιών που κυκλοφόρησαν, το 2006: Το εξωπραγματικό «Black Holes and Revelations», από το οποίο αποφάσισα να μην τους ξανακούσω ποτέ.

Και δεν τους ξανάκουσα, ως το καλοκαίρι του 2021. Δεκαπέντε χρόνια. Μιάμιση δεκαετία, στην οποία ταξίδεψα για συναυλίες στα εξωτερικά, γνώρισα μουσικά εκατοντάδες καλλιτέχνες και αμέτρητα άλμπουμ, άλλαξα πέντε δουλειές και τέσσερα σπίτια, έγινα δυο φορές πατέρας, πάνω-κάτω η μισή ενήλικη ζωή μου. Αλλά Muse δεν ήθελα να ξανακούσω και όποιος με ξέρει αντιλαμβάνεται τι πάει να πει για μένα «κόλλημα», δεν μπορείς να με πείσεις αν μουλαρώσω. Γιατί, ρε φίλε; Επειδή έτσι. Ναι, αλλά γιατί; Επειδή Supermassive Black Hole. Δηλαδή; Το σιχαίνομαι. Ε, μην το ακούς. Δεν μπορώ. Ο υπόλοιπος δίσκος; Ίσως ο δίσκος της δεκαετίας. Και για ένα τραγούδι κόβεις μια μπάντα που ακούς από τον πρώτο της δίσκο; Ναι, τέτοιος είμαι. Ασε μας, ρε φίλε. Σας αφήνω.

Πέρσι άκουσα σε μια μέρα τους τέσσερις τελευταίους τους δίσκους (Resistance, 2nd Law, Drones, Simulation Theory) για πρώτη φορά. Την ίδια μέρα, για πρώτη φορά. Αν είστε fan των Muse, παίξτε το λίγο στο μυαλό: Σας φέρνουν αυτά τα τέσσερα άλμπουμ μπροστά σας, σας τα σβήνουν από τη μνήμη και τα ακούτε ως καινούργια, όλα μαζί. Σηκώνεσαι, βάζεις μια μπίρα, ξανακάθεσαι, ψάχνεις πού παίζουν. Ξανακούς τους τέσσερις πρώτους. Δακρύζεις. Συνεχίζεις να ψάχνεις. Έρχεται σπίτι η Αννα. Τι κάνεις; Ψάχνω να βρω πού παίζουν οι Muse. Καλή τύχη.

Ταυτόχρονα, το τζακπότ αρχίζει να συμπληρώνεται. Ένα site που ίσως να έχετε ακουστά, το depart.gr, μου στέλνει ένα καινούργιο δισκάκι για ακρόαση και αξιολόγηση. Κάποιου που δεν ξέρω καν πώς προφέρεται τ’ όνομά του. Γιάνγκμπλαντ ή Γιούνγκμπλουντ ή κάτι ανάμεσα. Καλό. Ευάερο. Αναζωογονητικό. Λίγο ελαφρύ θεματικά, αλλά όχι και τόσο, όπως αποδεικνύεται στο δεύτερο επίπεδο. Δεν τρελάθηκα στην αρχή, το αγάπησα όσο περνούσε ο καιρός. Το έδωσα στην Ηλέκτρα, «μάλλον θα σου αρέσει». Της άρεσε. Το έλιωσε. Κόλλησε με το «mars», «αυτό που μιλάει για ένα αγόρι που νιώθει κορίτσι και θέλει να ζήσει ως κορίτσι αλλά δεν το καταλαβαίνει κανείς, σωστά, μπαμπά»; Σωστά. Δώδεκα χρόνων, καλά είμαστε. Να ακούει τέρμα και να τραγουδάει για τα παιδιά που γεννιούνται κάπως αλλά νιώθουν κάπως αλλιώς και θέλουν να ζήσουν όπως νιώθουν και κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτά τα παιδιά -το λιγότερο, να τα καταλαβαίνουμε και να τα αγαπάμε και να τους επιτρέπουμε να νιώθουν όμορφα με ό,τι έχουν επιλέξει να αλλάξουν στον εαυτό τους. «Λες να έρθει ποτέ στην Ελλάδα να τον δω από κοντά»;

Και βρίσκονται κάποιοι καλοί άνθρωποι και τους φέρνουνε και τους δυο. Μαζί. Διαδοχικά, τον έναν μετά τον άλλο. Τζακπότ. Είχε να μου συμβεί από τους Radiohead με support τους Sigur Ros τον καιρό που δεν άκουγα τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτούς τους δυο εναλλάξ. Αλλά τότε έπρεπε να ταξιδέψουμε στα γερμανικά βουνά και λαγκάδια, σε πρώην ναζιστικά αεροδρόμια που τα είχαν μετατρέψει σε συναυλιακούς χώρους και τότε δεν είχαμε παιδιά, μπορούσαμε να πηγαίνουμε σε όσα βουνά και λαγκάδια και γιοφύρια γουστάραμε, τώρα είναι αλλιώς. Αθήνα. Αθήνα! Μαζί! «Θα πάμε»; Θα πάμε. «Θα πάμε;» «Ε, ξέρω γω, κάπως θα πάμε». «Πώς θα πάμε»; «Έλα, ντε, κάπως πρέπει να πάμε». Διακόσια ευρώ τα πηγαινέλα, σχεδόν διακόσια ευρώ τα τρία εισιτήρια -για μένα, την Αννα και την Ηλέκτρα, που αν δεν έβλεπε τον Yungblud από κοντά ενώ ήξερε πως θα μπορούσε να τον έχει δει θα της προσθέταμε κι άλλο τραύμα στα ποιος-ξέρει-πόσα-της-έχουμε-ήδη-φορτώσει. Όταν ανακοινώθηκε το δίδυμο δούλευα ημιαπασχόληση. Λίγες μέρες μετά, βρήκα δεύτερη δουλειά. «Θα πάμε».

► Danai Nielsen

Δεν μπορώ να διανοηθώ πόση παγωνιά είχε εκείνη η σκηνή μέσα στην απογευματινή κάψα. Πώς καταφέρνεις να αντιμετωπίσεις αυτό το κοινό που έχει έρθει για να δει ίσως το απόλυτο μουσικό υπερθέαμα που θα πρόσφεραν, λίγες ώρες αργότερα, τα μέλη μιας τεράστιας μπάντας που θα έγραφε ιστορία, όντας μια παρουσία μάλλον άγνωστη στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Η Αννα την είχε ήδη ερωτευτεί τη φωνή της, στα μπλουζάκια πρώτα έψαχνε κάτι της Δανάης, «εκείνη με το Who Are They, το μαύρο-ροζ, τέλεια», την είχαμε τσεκάρει έτσι, από περιέργεια, τι είναι αυτή η Danai Nielsen που θα μας υποδεχτεί και πάθαμε ένα ταράκουλο με το υπέροχο ξωτικό που αλλάζει φωνές και κλείνει όνειρα σε δυο λούπες. Ήδη, πριν κατηφορίσουμε για το ΟΑΚΑ, το ψάχναμε αν μπορούσαμε να τη βρούμε μόνη της κάπου, να την απολαύσουμε δίχως το άγχος και την αμηχανία του «εναρκτήριου act» που έχουν πάντα τα ονόματα στο κάτω μέρος της αφίσας, τα «μαζί τους οι», αυτοί και αυτές που συνήθως έχουν μπροστά τους ένα μικρό πλήθος που αντέχει τη ζέστη ή απλώς έρχεται νωρίς για να πιάσει καλή θέση για τα «κυρίως πιάτα».

Τα κατάφερε η Danai. Αν και μάλλον το πιο «ξεκάρφωτο» act της ημέρας, πριν τα ντεσιμπέλ που θα ακολουθούσαν και παράταιρη (θα ταίριαζε κάτι πιο «δυνατό» με βάση το υπόλοιπο lineup αλλά αυτό είναι πρόβλημα των υπόλοιπων που ίσως δεν την ήξεραν, εμάς μας εξυπηρέτησε μια χαρά) ως «είδος» και παρουσία, μας επιβεβαίωσε αυτό που λέγαμε από πριν: Πού παίζεις μόνη σου, να ξανάρθουμε να σε δούμε. Περιμέναμε το Recycled Feelings και μας το έδωσε, απαιτούσαμε το If I Was A Mermaid και μας το ξετύλιξε σε συσκευασία δώρου με τους δύο πολύ ωραίους τύπους στα πλευρά της, δεν ήταν δυνατό να μην τραγουδήσει το απόλυτο Who Are They και μας σηκώθηκε η τρίχα. Χειροκρότημα.

Η Αννα άρχισε την κλασική γκρίνια: «Η Κοντούλα Λεμονιά»; Μωρή κοντού, μωρή κοντούλα λεμονιά, ας αναλύσουμε το θέμα που έβαλε στη συζήτηση η Δανάη και ήταν ευστοχότατο. Δεν μας έπαιξε την απολαυστική της διασκευή (που νομίζω πως οι περισσότεροι την ήξεραν από αυτή), υποθέτω ως ένδειξη διαμαρτυρίας για όλες τις κοντούλες λεμονιές που από κάτω δεν έβλεπαν μήτε τη σκηνή, μήτε το video-wall. Τι κοστίζει να ανεβάσεις τη σκηνή ένα μέτρο, να βλέπουν όλοι και όλες οι κοντούλες λεμονιές αυτού του κόσμου, πόσο δύσκολο είναι να τοποθετήσεις τα video-wall λίγο πιο πάνω, τουλάχιστο να καταλαβαίνουν οι από πίσω τι γίνεται στη σκηνή; Να το θέσω αλλιώς: Γιατί να οργανώσεις ένα τέτοιο συγκλονιστικό πρότζεκτ σε ένα χωράφι, όπου όποτε κάποιος απλώς κρατούσε το ρυθμό με το πόδι σήκωνε τόση σκόνη που πίστευες πως βρίσκεσαι σε ανεμοθύελλα στη Σαχάρα και βούλωσαν τα λούκια μας όταν κάναμε μπάνιο το βράδυ από τη λάσπη που κουβαλούσαμε κολλημένη στον ιδρώτα. Αλλά σε ίσιο έδαφος, με τόσες χιλιάδες κόσμου, σε τέτοιο γεγονός, να έχεις τόσο χαμηλά τη σκηνή; Και κάπου εδώ το κλείνω, γιατί εγώ ένα καλό έχω πάνω μου, το 1,88 μου, το «όπου κι αν σταθώ βλέπω», το «αν με χτυπάς με τον αγκώνα θα στηθώ μπροστά σου και θα το μετανιώσεις», οπότε η αλληλεγγύη μου για τους υπόλοιπους και τις υπόλοιπες που από συναυλία άκουσαν μια χαρά αλλά είδαν μόνο τα βεγγαλικά και τα drones από πάνω μας έχει και όρια. Αλλοι άνθρωποι είναι όμορφοι, άλλοι είναι έξυπνοι, άλλοι είναι τυχεροί. Εγώ είμαι ψηλός.

► Yungblud

Αλλά είμαι ψηλός με δωδεκάχρονη κόρη, οπότε κι αυτό μετριάζεται. «Μπαμπά, θα με σηκώνεις να βλέπω». Θα σε σηκώνω. Και τη σηκώνω και έχει τον Yungblud στα τρία μέτρα μπροστά της. Και παθαίνει κάτι, κοκομπλόκο, αρρυθμία, ουρλιαχτά, πανικό, την κοιτάζει μ’ εκείνο το τεράστιο, απόκοσμο, πανέμορφο πρόσωπο και της φωνάζει και της κολλάει κορονοϊό «take it easy, take it easy, girl» και η Ηλέκτρα μας ενημερώνει, από τους πρώτους στίχους, «είναι η καλύτερη συναυλία της ζωής μου». Και κοπανιέται ο υπέροχος καλικάντζαρος, τρέχει πάνω-κάτω με τη φανταστική ροζ κάλτσα, κατεβαίνει στο κοινό, ουρλιάζει, βρίζει, πέφτει, σκοτώνεται, ματώνει, συμπεραίνει «I have bloody knees» αλλά δεν καταλαβαίνει τίποτα, ρε τι είναι τούτος -σαρωτικός.

Αν το δεις ως «setlist», το έχασες. Ο Yungblud βγήκε για να περάσει καλά και να περάσουν καλά όσοι τον ακούν και τον βλέπουν. Το σκεφτόμουν πως, σίγουρα, κάποιοι θα ξινίζουν τα μούτρα τους, θα ήθελαν να πει αυτά που «πρέπει να πει», με τη σειρά, όπως τα λέει σε κάθε live. Αυτός προτίμησε να κάνει τον ανιματέρ. Να μας βάζει να πηδάμε, να κάνουμε moshpit, να επαναλαμβάνουμε στιχάκια για να του κάνουμε σιγόντο. Τον μισό χρόνο του τον αφιέρωσε παίζοντας με το κοινό -μέχρι και κόσμο από κάτω ανέβασε στη σκηνή, να τραγουδήσει μαζί του, «come on, security, do me a favor». Και μάλλον κάπου ξεπέρασε τον εαυτό του, ξέχασε να μας πει το ένα τραγούδι που θα έπρεπε να ξέρεις πως το λέει αυτός, το τραγούδι που έδωσε μέχρι και την ονομασία της tour. Το «mars». Με κοίταζε η Ηλέκτρα, «πού πάει, δεν είπε το mars», δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Την επόμενη φορά, που μας είπε πως θα ξανάρθει και θα είναι το πρώτο όνομα. Δεν είπε το αγαπημένο της τραγούδι, την είδα κατσουφιασμένη, αλλά στο φευγιό καμάρωνε και πάλι, μετά τους Muse, πως όντως «ήταν η καλύτερη συναυλία της ζωής της» και γέλαγαν γύρω διάφοροι στα εκδοτήρια του ηλεκτρικού, δόξα και τιμή στους διοργανωτές που κανόνισαν να έχει τρένο ως τη 1.39 που εμείς προλάβαμε αυτό, το τελευταίο, στη 1.39 μέχρι Ομόνοια -με δικό μας, ιδιωτικό βαγόνι, παρακαλώ.

► Muse

Νύχτωνε, ο ήλιος είχε πια κρυφτεί πίσω από το stage, τουλάχιστον για εμάς τους μπροστά. Καταπληκτική η ιδέα να το στήσεις δυτικά, να θαυμάζουμε το ηλιοβασίλεμα μέσα στα μάτια μας. Για τους Muse δεν υπήρχε σχεδόν καμία απορία, το setlist ήταν παντού το ίδιο, ο χρόνος κοινός, ο μνημειώδης επαγγελματισμός τους δεν σου επέτρεπε το παραμικρό άγχος. Το μόνο στοίχημα ήταν ποιο από τα Map of the Problematique, Stockholm Syndrome ή Citizen Erased θα παίξουν απόψε, που τα εναλλάσσουν ανάμεσα στα υπόλοιπα «σίγουρα» κάθε εμφάνισης εδώ κι έναν μήνα. Όποιο κι αν διάλεγαν, θα ήσουν ικανοποιημένος (εκτός αν ήσουν εγώ, που είχα δηλώσει πως αν παίξουν το πρώτο, μπορώ και να φύγω, θα έχω ολοκληρωθεί). Στην ώρα τους, όπως όλοι, καθώς είχαμε τρεις αγγλικές μπάντες και τη Danai που έγινε κι αυτή Αγγλίδα και βγήκε στην ώρα της, αν μη τι άλλο φτάσαμε ως χώρα να έχουμε καλλιτέχνες που τηρούν τα ωράρια στις συναυλίες και αυτό είναι αλλοίωση του πολιτισμού μας, άναψαν οι φωτιές, έσκασαν τα τύμπανα μέσα στα τύμπανά μας, βγήκαν οι Muse, τίποτε άλλο δεν είχε σημασία, το πάρτι άρχιζε. Let's throw the emperors into the ocean.

Αυτές οι μπάντες, οι υπερμπάντες, που σου έχουν αλλάξει μέχρι και τον τρόπο σκέψης κάποια στιγμή στη ζωή σου, που για να τις δεις έχεις ξοδέψει χρήματα, έχεις κάνει ταξίδια, έχεις εξαντλήσει άδειες, έχεις παραμελήσει παιδιά, έχεις θυσιάσει αρκετά πράγματα για να βρεθείς απέναντι στη σκηνή τους, έχουν τη μαγική ιδιότητα να παγώνουν τον χρόνο. Να μην σου επιτρέπουν να σκεφτείς όσο παίζουν. Να μετατρέπουν τη μιάμιση ώρα που ζεις υπό τους ήχους τους σε ανάμνηση για μια ζωή, σε εξωσωματική εμπειρία που όποτε τη σκέφτεσαι ανατριχιάζεις και θέλεις να την ξαναζήσεις έχοντας αγγίξει το απόλυτο. Που δεν σε απογοητεύουν ποτέ, δεν σε αφήνουν να σκεφτείς αν είναι καλός ο ήχος, αν παίζουν λίγο διαφορετικά ένα αγαπημένο κομμάτι, αν δεν έπαιξαν κάποιο άλλο, αν είχαν εντυπωσιακά σκηνικά ή φώτα ή οτιδήποτε. Είσαι εσύ και η μπάντα. Γύρω σου ο κόσμος χορεύει, χτυπιέται, τραγουδά, χαίρεται, αλλά όλοι αυτοί δεν είναι παρά το σκηνικό για σένα και τους τύπους που νιώθεις πως ήρθαν μόνο για σένα, όπως εσύ ήρθες μόνο γι’ αυτούς. Οι Muse έκαναν ακριβώς αυτό: Έγιναν μοναδικοί για κάθε άνθρωπο που βρέθηκε κάτω απ’ τη σκηνή τους και δεν απογοήτευσαν, δεν μπορεί να απογοήτευσαν κανέναν, καμία, με όσα έπαιξαν, έτσι όπως τα έπαιξαν. Όποιος θεωρεί πως δεν έχει γοητεία η τελειότητα, ίσως το ξανασκέφτηκε.

Το Will of the People, όπως και όλα τα κομμάτια από το επερχόμενο, νέο άλμπουμ ήταν σαφώς δυνατότερο από την ηχογραφημένη εκδοχή του και άνοιξε ιδανικά τη βραδιά. Γνώριζα τη σειρά, γνώριζα όλο το setlist, έχασα το στοίχημα όταν έπαιξαν το Citizen Erased και καθόλου δεν με χάλασε, έχτιζαν τη βραδιά με διαρκείς εκρήξεις στο τέμπο και διαλείμματα πριν τις επόμενες, η λίστα αποδείκνυε στην πράξη πόσο μελετημένη ήταν για να προσφέρει αυτά τα ανεβοκατεβάσματα στον ρυθμό και το ταξίδι στα πρώτα τους άλμπουμ πριν επιστρέψουν στο σήμερα και στο αύριο, το μαύρο αύριο που περιγράφουν στον νέο τους δίσκο. Ανέχτηκα μέχρι και το Supermassive Black Hole, χαλάλι, αναρωτούμενος ρε πώς αρέσει αυτό το πράμα σε όλο τον κόσμο που το ούρλιαζε, πιάστηκα αδιάβαστος όταν αντιλήφθηκα πως το Time is Running Out ήταν το τραγούδι που τραγούδησαν όλοι και όλες, πραγματικά όλοι και όλες, ευχάριστη η έκπληξη, προχωρούσε το βράδυ και δεν ήθελες να τελειώσει αλλά το είχαν τόσο καλά στημένο που από μέσα σου ήθελες να τελειώσει για να ακούσεις τα τέσσερα κορυφαία πράγματα που έχουνε γράψει, να μην τελειώσει, αλλά να τελειώσει, μεγάλοι μάστορες οι Εγγλέζοι, έφτασε η ώρα για το Uprising, στον αέρα η Ηλέκτρα που κι αυτή γκρίνιαζε γιατί δεν παίζουνε να πούμε το Resistance, παίζουνε το Uprising, το Resistance είναι καλύτερο, να τους στείλεις ένα email παραπόνων, άσε με τώρα, ούρλιαζε στις πλάτες μου και η έντασή της έφτανε ως την ψυχή μου. Starlight, που ήταν υπερήφανη πιάνοντας, ως εκκολαπτόμενη μουσικός, πώς πάει το beat, 1-2-1-3, που εγώ της έλεγα «είναι 1-3-1-2» κι αυτή δεν το δεχόταν, μα αφού ξεκινά με 1-2, άρα είναι 1-2-1-3, «όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις», χαμός, ούτε ένα εκατοστό να κουνηθείς πια, όλοι είχαν φτάσει μπροστά, ιδρώτες, μπίρες, νερά, σάλια, κορονοϊός, ένας καψερός τραγουδούσε ακόμα με τη μάσκα του παραδίπλα, μπλκκκκ-χλςςς-ντρβλσνζζζ, ευκαριστώ άθενς, γκουντ νάιτ.

Και φτάσαμε στο σημείο που, τουλάχιστον η παρέα μας, δηλαδή εγώ, η Αννα, η Ηλέκτρα και η Χριστίνα, ξέραμε πως θα είναι η κορυφαία της συναυλίας. Το είπαμε και στον ανυποψίαστο Σπύρο, «το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει», ενδεχομένως στην καριέρα τους, θα δεχτώ την υπερβολή και θα πω «από τα καλύτερα», περιμένοντας την κανονική του εκδοχή. Τo Kill or Be Killed από τα βιντεάκια των προηγούμενων ημερών ήδη το είχαμε κολλήσει, το είχαμε συμφωνήσει πως «ντάξει, αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχουν γράψει από (ο καθένας το δικό του)», το περιμέναμε ως πρώτο encore. Και ανταμειφθήκαμε. Ντάμπα-ντούμπα, ντάμπα-ντούμπα, έτριζαν τα σίδερα του ΟΑΚΑ, έλιωσαν οι καρδιές μας, οι περισσότεροι που -μάλλον- δεν το είχαν ξανακούσει πρέπει να έπαθαν πλάκα. Εκεί, λίγο πριν τελειώσει, εκεί όπου όλοι πίστευαν πως τελείωσε και χειροκρότησαν και τα ντραμς επανήλθαν απότομα ωσάν βομβαρδιστικά, αυτό πρέπει να ήταν το σημείο που ξέφυγε το πράμα και έγινε εξωπραγματικό. Το Knights of Cydonia, το ιδανικότερο κλείσιμο που θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει, ήδη είχε αρχίσει να μας αποχαιρετά καλπάζοντας. Να μην τελείωνε ποτέ, αλλά τι ωραία που τελειώνει μ’ αυτό.

► "Encore" ανταπόκρισης: Nothing But Thieves

Ενδιάμεσα, μετά την υπέροχη Δανάη και πριν τον εκρηκτικό κύριο Dominic Richard Harrison aka Yungblud, είχαν ανεβεί στη σκηνή πέντε τύποι με το όνομα Nothing But Thieves. Η Ηλέκτρα είχε ονομάσει την μπάντα ως «αυτοί που όταν παίζουν να πάμε να πάρουμε κάτι να φάμε». Πήγαμε. Φάγαμε, ήπιαμε, καπνίσαμε, εντωμεταξύ αυτοί ήταν πολύ καλύτεροι απ’ όσο νομίζαμε αρχικά, άρτιοι, ξεσηκωτικοί, όχι του γούστου μου, όχι του γούστου όλης της παρέας, αλλά ειδικά το παλικαράκι με το μικρόφωνο που έπιανε και τα ψηλά και τα χαμηλά με απίστευτη άνεση με ανάγκασε να τους χειροκροτήσω. Οκέι, πιασάρικα ρεφρέν που έχω ξανακούσει, λαρυγγισμοί που δεν τους αντέχω γενικότερα αλλά δεν το παράκανε, τίποτα ιδιαίτερο, αν και μεγάλο μέρος του κόσμου και τους ήξερε και τους αποθέωσε και τραγουδούσε τους στίχους. Σεβαστό. Απολύτως. Κακοί δεν ήταν, ούτε καν μέτριοι -καλοί ήταν, για το είδος που παίζουν ήταν από τα καλύτερα πράγματα που έχω ακούσει. Αλλά πέρασαν και δεν με ακούμπησαν, ας πούμε, σε δυο χρόνια δεν θα θυμάμαι ποιοι είχαν παίξει μετά τη Δανάη.

► Αντί επιλόγου

Η Ηλέκτρα στον ηλεκτρικό μας έπρηξε και έπρηξε όλο τον κόσμο που περίμενε το τελευταίο δρομολόγιο με το «Funeral», που πλέον είναι το αγαπημένο της κομμάτι και το τραγουδούσε σε λούπα από το Μαρούσι ως το Παγκράτι και σε κάθε ενδιάμεσο σταθμό, δηλώνοντας παράλληλα, για όποιον ενδιαφερόταν να μάθει, πως η κορυφαία στιγμή του live ήταν το «Wont Stand Down». Εκεί κατάλαβα πως εμένα μου είχε κολλήσει το «Madness» και ίσως θα πρέπει να ψάχνω σύντομα για ψυχίατρο, κάτι δεν πάει καλά μέσα μου. Μετά σκέφτηκα πως ξεκίνησαν με έναν στίχο-ξεκάθαρο μήνυμα για το αύριο: «Lets push the emperors into the ocean». Και τελείωσαν με έναν ανατριχιαστικά επίκαιρο στίχο για το σήμερα: «You and I must fight to survive».

Να την παλέψουμε, εμείς και τα παιδιά μας, για να φτάσουμε μια μέρα να ρίξουμε τους κυβερνήτες στη θάλασσα. Ήταν ένα κοινωνικό μήνυμα με τη χορηγία των Muse. Σας ευχαριστούμε πολύ, θα το έχουμε υπόψη.

 

Τελευταία