Αρχική EVENTSRELEASE ATHENS FESTIVAL 2022Release Athens Festival: Sabaton, Blind Guardian, Epica, Enemy of Reality, The Silent Rage

Release Athens Festival: Sabaton, Blind Guardian, Epica, Enemy of Reality, The Silent Rage

23/07/2022

Επιμέλεια: Κώστας ΠαπανικολάουΓιώργος ΞιφαράςΕιρήνη ΤάτσηΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΑνδρέας Ταβερνάρης

Φωτογραφίες: Release Athens Festival Photographers

Όσα ακολουθήσουν, και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο θα ειπωθούν, είναι άμεσα επηρεασμένα από αυτό που είπα στην Ειρήνη όσο περιμέναμε να βγουν οι Epica στη σκηνή: "Πλάκα-πλάκα, έχω να δω metal συναυλία από το Rocking Athens 2009". Κοινός παρονομαστής, το γεγονός ότι και τότε δεύτερο όνομα ήταν η μπάντα που με "έβαλε" στο metal, μεγάλη -εύλογα- διαφορά ότι τότε είδα τον Dio (Heaven & Hell) live και έκλεισα σαν άνθρωπος. Έφτασα Πλατεία Νερού για ένα βράδυ το οποίο περίμενα πως και πως εδώ και πολύ καιρό. Δικαίως. Η 21η Ιουλίου, δεν είναι πια "μια ακόμη καλοκαιρινή ημερομηνία". Είναι το βράδυ που οι ήρωές μου ενίσχυσαν τη φλόγα που καίει μέσα μου για αυτούς. Μην ανησυχείτε από το βάρος που δίνω στους BG, έχει και Epica και Sabaton το... μενού. (Κώστας)

Μία ώρα πριν ανοίξουν οι πόρτες του Release στις 17.00 και απέξω γίνεται ήδη ο χαμός. Τουλάχιστον 200 άτομα έχουν κάνει ουρά και περιμένουν χωρισμένοι σε δυο σειρές την πολυπόθητη στιγμή που θα διαβούν την είσοδο για να τρέξουν ως το κάγκελο. Μέσα σε λίγα λεπτά οι 200 έχουν διπλασιαστεί ενώ μετά τις 16.30 έχεις χάσει το μέτρημα. Οι σειρές γίνονται τρεις κι οι ουρές φτάνουν μέχρι πέρα. Εκατοντάδες «νεοσύλλεκτοι» με μπλουζάκια Sabaton, είτε από επίσημο merch και παλιότερες συναυλίες είτε φρεσκοτυπωμένες από τους πάγκους που βρίσκονταν έξω από την είσοδο, ήταν εκεί αψηφώντας τον ήλιο του μεσημεριού που τους βαρούσε κατακέφαλα. Εννοείται ότι υπήρχαν και μπλουζάκια Blind Guardian αλλά αυτά ήταν λιγότερα ενώ των Epica ήταν μετρημένα. Μπορεί οι Sabaton να ήταν να εμφανιστούν αργά το βράδυ στις 23.00 αλλά οι φανς είχαν έρθει πρώτοι-πρώτοι και μάλιστα από πολύ νωρίς.

Η πρώτη «μάχη» της μέρας πλησίαζε. Ο αγώνας για το κάγκελο.

17.00 η ώρα, οι μπάρες ανοίγουν και ο έλεγχος των εισιτηρίων ξεκινάει. Τα σκάνερ παίρνουν φωτιά, το ίδιο και τα ποδάρια των πρώτων οπαδών, τους οποίους ωστόσο οι σεκιούριτι κόβουν τη φόρα προς το δεύτερο έλεγχο ώστε να μην προκληθεί ατύχημα. Μετά και αυτόν τον έλεγχο, μαζί με εισιτήρια και τσάντες, ο μαραθώνιος ξεκινά. Τρεχάλα, ζέστη, hard copy αναμνηστικά εισιτήρια, κεράσματα coca-cola και η σκηνή όλο και ζυγώνει. Μέσα σε λίγα λεπτά η πρώτη σειρά έχει ήδη καταληφθεί από λαχανιασμένους νέους και νέες που κρατούσαν τα κάγκελα μες στην τρελή χαρά και τον ιδρώτα. Πίσω ακολουθούσε το πλήθος, ο καθένας στο ρυθμό του, διασχίζοντας τον πάντα φιλόξενο και άριστα οργανωμένο χώρο του Release Athens.

Και η Πλατεία Νερού έτοιμη να υποδεχτεί την πιο πολυσυζητημένη συναυλία του καλοκαιριού. (Γιώργος Χ.)

Προσεγγίζοντας το χώρο του Release Athens Festival, ένα πράγμα ήταν εντελώς ξεκάθαρο: σίγουρα ο κόσμος είχε μαζευτεί από νωρίς, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοια ποσότητα από τέτοια ώρα. Αποδίδω αυτή την ευχάριστη έκπληξη στο γεγονός ότι το power metal χαίρει αρκετά μεγάλης αγάπης και εκτίμησης από το εφηβικής ηλικίας κοινό του metal, που λόγω συγκυρίας (δηλαδή καθημερινής, μη σχολικής περιόδου και απουσία εργασιακών υποχρεώσεων), ήταν από νωρίς εκεί να στηρίξουν. (Ειρήνη)

► The Silent Rage

Το ρολόι δείχνει 17.25 και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση, το πολυαναμενόμενο σόου της 11ης μέρας του Release Athens ανοίγουν οι The Silent Rage. Η μπάντα του Νίκου Σιγλίδη καταλαμβάνει τη σκηνή και η μάχη ξεκινά. Εκατοντάδες οπαδοί έχουν ήδη κατακλύσει τις πρώτες θέσεις και συμμετέχουν ενεργά καθώς η μπάντα ξεσηκώνει την Πλατεία Νερού ήδη από το πρώτο της τραγούδι. Τα ηχεία παίζουν γρήγορο και θυμωμένο power metal, ό,τι πρέπει για μια τέτοια βραδιά όπου θα εμφανιστούν μαζεμένες τρεις υπερμπάντες. Κιθάρες καλπάζουν, τύμπανα θερίζουν, φωνητικά στον ουρανό και ο ιδρώτας να στάζει πάνω και κάτω από τη σκηνή. Και παρά το λιοπύρι που χτυπούσε κατακέφαλα, η μπάντα είχε φτιάξει τη δική της καταιγίδα (Storm Warriors). Η παρουσία των The Silent Rage, δυναμική και ξεσηκωτική, ήταν κάτι παραπάνω από ένα ελληνικό support που άνοιγε συναυλία. Οι τύποι κάλλιστα θα μπορούσαν να περιοδεύουν μαζί με αναγνωρίσιμα ονόματα του είδους, πράγμα που σίγουρα θα κάνουν στο κοντινό μέλλον. Πραγματικά η καλύτερη επιλογή για το live της Πέμπτης και κρίμα για όσους τους έχασαν λόγω ώρας. Το ευχάριστο ήταν πως ο κόσμος ήταν ήδη πολύς, οπότε δεν ήμασταν λίγοι αυτοί που απολαύσαμε The Silent Rage. (Γιώργος Χ.)

Και ίσως μία από τις καταλληλότερες εφορμήσεις για μία τέτοια βραδιά να είναι οι The Silent Rage αφού η μουσική τους έρχεται ακριβώς στα μέτρα όλης της υπόλοιπης μέρας του festival. Ατρόμητοι βγαίνουν στη σκηνή με δερμάτινα ενώ είχε τέτοιο ήλιο, με το εξαιρετικό The deadliest Scourge στις αποσκευές τους αλλά όπως μας αποκάλυψαν κιόλας στην πρόσφατη συνέντευξή τους, με το νέο τους δίσκο να είναι προ των πυλών, αν και μας είχε προετοιμάσει το κομμάτι Harvester Of Souls ήδη γι’ αυτό.

Μία εμφάνιση ιδιαίτερα απολαυστική ειδικά για πρώτο όνομα festival, αφού οι The Silent Rage έχουν ήδη συναυλιακή εμπειρία στις πλάτες τους αλλά και αρκετό κόσμο σε αντίθεση με πολλά πρώτα ονόματα, από κάτω για να τους υποστηρίξει. Αποθεώθηκαν στο Stormwarrior αλλά και στο τέλος της εμφάνισής τους, ενώ η επικοινωνία που είχαν με τον κόσμο ήταν άκρως συμπαθητική. (Ειρήνη)

► Enemy of Reality

Ζεσταμένοι μουσικά και ψυχολογικά από την πρώτη ελληνική μπάντα, στις 18.15 υποδεχόμαστε τη δεύτερη με ένα ανατριχιαστικό instrumental theme να ξεχύνεται από τα ηχεία. Είναι η ώρα των Enemy of Reality που θα φέρουν μαζί τους μνήμες από τον Πόντο και τις μελανές σελίδες της Ιστορίας μας. Ντυμένοι στα μαύρα και με χαρακτηριστικές φορεσιές, πιάνουν θέση επί σκηνής ενώ το κοινό αποθεώνει την Ηλιάνα Τσακιράκη καθώς πλησιάζει στο μικρόφωνο. Δυστυχώς δεν κατάφερα να απολαύσω 100% το πρώτο τους τραγούδι καθώς στην πρώτη σειρά είχαμε μια λιποθυμία που έφερε αναστάτωση καθώς οπαδοί και σεκιούριτι προσπαθούσαν να σηκώσουν έναν άντρα κοντά στα 40 και να τον απομακρύνουν από το κάγκελο. Η συνέχεια ωστόσο ήταν εκπληκτική καθώς η μπάντα έδωσε τον καλύτερο της εαυτό, αψηφώντας τη ζέστη και μερικά προβλήματα στον ήχο που αδίκησαν κάποια από τα τραγούδια. Η πιο δυνατή και συνάμα συγκινητική στιγμή ήταν το τελευταίο κομμάτι, η διασκευή του «Την Πατρίδα Μ’ Έχασα» που η τραγουδίστρια αφιέρωσε στα θύματα του πολέμου. Οι Enemy of Reality με τις ιδιαίτερες συνθέσεις τους και τα οπερετικά φωνητικά της Ηλιάνας ήταν το κατάλληλο μπάσιμο για τους Epica, κρατώντας σε εγρήγορση το κοινό, το οποίο είχε ήδη διπλασιαστεί μέσα στα εικοσιπέντε λεπτά που είχαν στη διάθεση τους να παίξουν. (Γιώργος Χ.)

Τι να πει κανείς για τη φωνή της Ηλιάνας Τσακιράκη που ό,τι και να τραγουδήσει, σου αρέσει δε σου αρέσει η μουσική που τη συνοδεύει, είναι αδιαμφισβήτητα εκπληκτική. Ο ήχος τους θα μπορούσε να του είχε κάνει τη χάρη λίγο περισσότερο, ωστόσο την ώρα της εμφάνισής τους το κοινό θέριευε και θέριευε. Το ευχάριστο ήταν ότι αρκετοί παρευρισκόμενοι, φάνηκαν να γνωρίζουν τις μουσικές τόσο των Enemy Of Reality όσο και των The Silent Rage και τους αγκάλιασαν με τον πλέον καταλληλότερο τρόπο.

Από τους Enemy Of Reality ακούσαμε πέντε κομμάτια από το σύνολο της δουλειάς τους, φυσικά μέσα σε αυτά το φοβερό In Hiding, αλλά και τη διασκευή τους στο «Την Πατρίδα μ’ έχασα» που κυκλοφόρησαν πέρισυ ως αυτοτελές single. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή στιγμή και με ευχαριστεί πάρα πολύ που αρκετές εγχώριες metal μπάντες επιλέγουν να κάνουν τρομερά ενδιαφέρουσες διασκευές σε κομμάτια βαθιά ριζωμένα στην ελληνική παράδοση, τηρώντας τον απαραίτητο σεβασμό. Όμορφη εμφάνιση από τους Enemy Of Reality όπου μία τεράστια φωνή ανέβηκε στη σκηνή για να παραχωρήσει τη θέση της σε μία άλλη φωνή του ίδιου μεγέθους. (Ειρήνη)

► Epica

Όπως συνηθίζω, αν δεν έχω ακούσει αρκετά μια μπάντα πριν τη δω live, αποφεύγω να το πράξω. Αυτό διότι αφενός τα τραγούδια δεν θα τα μάθω αν δεν τα ακούσω πολλές φορές, αφετέρου θέλω να δω τι προσφέρουν στην απόλυτη μορφή μουσικής: τη συναυλία. Όπως προείπα, είχα να βρεθώ σε metal συναυλία 13 χρόνια. Εύλογα, ήμουν μουδιασμένος όταν οι Epica ανέβηκαν στη σκηνή. Αντίθετα, εκείνοι δεν ήταν. Με το Hellfest ήδη φρέσκο στη μνήμη τους -και παρά τον ήλιο ο οποίος αφαιρούσε αισθητό κομμάτι της μυσταγωγίας που εμπεριέχεται σε αυτό που κάνουν- ήρθαν να μας προετοιμάσουν για αυτό που ακολούθησε. Η σχέση μου με το symphonic metal είναι περίεργη. Έχω δει τους Nightwish live με Tarja, έχω ακούσει Nightwish, θεωρώ τη Floor Jansen μια από τις σημαντικότερες φωνές των τελευταίων δεκαετιών, αλλά δεν "κόβομαι". Με αυτή την εισαγωγή, θα πω ότι η Simone Simons είναι μια φανταστική παρουσία στη σκηνή, με μια θεσπέσια φωνή που σε ταξιδεύει σε δάση γεμάτα ξωτικά και pixies. Δάση στα οποία καραδοκούν κίνδυνοι με γρυλίσματα όπως αυτά του Mark Jansen. Πάνω στη σκηνή, η Epica μοιάζουν σαν ένα party Dungeons and Dragons το οποίο προέκυψε από ανάγκη, και κατέληξε δεμένο όσο κανένα άλλο.

Αυτό εδώ το σημείο είναι αφιερωμένο στην ατάκα του Mark Jansen "You guys are f*cking loud, I don't understand why Bruce Dickinson didn't like you". Τόσες λέξεις αφιερώνω στο περιστατικό, το οποίο είναι fun, παιχνιδιάρικο όπως και ο τρόπος που το είπε ο Jansen, και προχωράμε.

Ο ανεμοστρόβιλος που λέγεται Coen Janssen στα πλήκτρα δεν άφηνε σε ησυχία τον κόσμο ούτε δευτερόλεπτο, ενώ οι στιγμές που φορούσε τα φορητά πλήκτρα του και ήταν στο μπροστά μέρους του stage ήταν από τις πιο καυτές της βραδιάς. Όταν δε έπιασε τα τάστα της κιθάρας του Isaac Delahaye και έπαιζαν μαζί, με τα ελεύθερα χέρια τους να σχηματίζουν τον γνωστό metal χαιρετισμό, ένιωθες την αγνή χαρά που έχει να παίζει ζωντανά. Όπως όλοι τους. Φανταστική ενέργεια, με την Simons να ακολουθεί στο headbanging και το κόκκινο μαλλί της με το άσπρο φόρεμα να προσδίδουν μια μαγεία σε όλο αυτό που γινόταν στη σκηνή. Θα είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν θα βάλω τη δισκογραφία των Epica στο σύνολό της, αλλά σίγουρα κέρδισα ακούσματα, και κυρίως, η επιστροφή μου στα metal lives ήταν ακριβώς όπως έπρεπε. Κάτι πολύ δυνατό, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην το απολαύσω από το σοκ. Και το σοκ, ήρθε μετά, και με βρήκε -ευτυχώς- ζεσταμένο. (Κώστας)

Η αλήθεια είναι πως άκουγα ΦΑΝΑΤΙΚΑ Epica μέχρι περίπου το 2013 όπου λίγο τους έχασα δισκογραφικά. Ωστόσο επειδή τους έχω απολαύσει το μακρινό 2010 λίγο μετά την κυκλοφορία του Design Your Universe, στην καλύτερη εποχή τους για μένα, όσο και σε άλλη εμφάνιση σε ανοικτό χώρο, μπορώ να πω ότι ακόμη κι αν έχω απομακρυνθεί από τη μουσική τους, ανεβαίνουν στη σκηνή με την ίδια χαρά και με τον ίδιο ζήλο.

H Simone Simons, μπορεί να ωριμάζει, να έχει κάνει οικογένεια και τα λοιπά, ο χρόνος όμως δε φαίνεται να περνά από πάνω της και ειδικά πάνω από τη φωνή της. Εμφανίστηκε σττη σκηνή σχεδόν σαν χαρακτήρας από αρχαία ελληνική τραγωδία και απέδωσε τα μέγιστα φωνητικά, όσο της επέτρεπε και η ζέστη την οποία όμως διαχειρίστηκε άψογα. Ευτυχώς άκουσα στο setlist το πολυαγαπημένο μου Obsessive Devotion, ταυτόχρονα όμως, ενώ το Cry For The Moon αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά τους κομμάτια, δεν ξέρω αν πρέπει να συνεχίζει να αποδίδεται ζωντανά εν απουσία χορωδίας και λοιπών ενορχηστρώσεων, χάνει πολλά από την αίγλη του.

Παράλληλα με τη Simone, η υπόλοιπη μπάντα φυσικά έλαμπε, με τον Mark Jansen να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, δηλαδή να αποτελεί τη σκληρή πλευρά των φωνητικών και την πηγή των εντυπωσιακών riffs που έχουν γράψει κατά καιρούς οι Epica (παρόλο που πολλοί δεν τους το ‘χουν) – αφήνοντας αιχμές για άλλους τραγουδιστές που δεν είναι πολύ ευγενικοί με το ελληνικό κοινό, ενώ ο υπέροχος Coen Janssen στα πλήκτρα του έδωσε και κατάλαβε, με ένα αναφάιρετο πλατύ χαμόγελο, μια βουτιά στο κοινό με τα signature φορητά του πλήκτρα και ένα ασύγκριτο με οποιονδήποτε άλλο πληκτρά, performance. Αλλη μία τιμιότατη σε όλα της, εμφάνιση από τους Epica που τιμούν τους οπαδούς και τη μουσική τους χωρίς περιορισμούς, όσα χρόνια κι αν περνάνε. (Ειρήνη)

► Blind Guardian

Καθόμασταν και μετρούσαμε με τα παιδιά, πόσες φορές έχουμε δει τους Blind Guardian ζωντανά. Μην τα πολυλογώ, ήταν ΠΟΛΛΕΣ. Τι είναι όμως αυτό που σε κάνει, να γυρνάς πάντα πίσω, να κλαις κάθε φορά που τους βλέπεις, και να ξαναγνωρίζεσαι από την αρχή κάνοντας παρέα σε κάποιο νοητό σύμπαν, με τον έφηβο εαυτό σου; Η δύναμη του παραμυθιού, της αρχέγονης αυτής μορφής εξιστόρησης που κρατά το χρόνο αναλλοίωτο, κάνει τις στιγμές να αποτυπώνονται πάνω σε αυτόν με τρόπο που μοιάζει σύγχρονος, κάθε φορά που θα διαβαστούν ή θα ακουστούν.

Αυτό κάνουν οι Blind Guardian. Είναι οι βάρδοι μας, οι παραμυθάδες μας, οι μουσικοί μας Αίσωποι που θα μας κάνουν να νιώθουμε πάντα παιδιά. Όπως άλλωστε νιώθουν και οι ίδιοι. Πόσο μάλλον σε μία πολύ σημαντική χρονιά που γιορτάζουμε όλοι μαζί τα 30 χρόνια από την κυκλοφορία ενός από τους πιο σημαδιακούς για τις έφηβες ψυχές μας, Somewhere Far Beyond. Ο γλυκύτατος Hansi Kursch εμφανίζεται στη σκηνή και εμείς σαν καλά παιδιά, περιμένουμε την ιστορία. The field is lost. Everything is lost. Μαζί με τις ψυχές μας στη Valhalla. Επέλεξα να βρεθώ μέσα στο πλήθος στη συγκεκριμένη εμφάνιση, να χαθώ στην αγκαλία του κόσμου και στα τραγούδια μας. Έτσι κι έγινε.

Λίγα συγκροτήματα έχουν τέτοια δυναμική όπου το κοινό τους, όχι μερικά άτομα αλλά στην πλειοψηφία του, τραγουδά ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ κάθε στίχο κάθε κομματιού. Δεν ξέρω άλλωστε από πότε έχει να τραγουδήσει ο Hansi το The Bard’s Sons (In The Forest), αφού δεν έχει χρειαστεί. Το κάνουμε εμείς για εκείνον. Αφήνω τα περισσότερα να ειπωθούν, στα αγόρια. Εγώ έμεινα να τραγουδάω ιδρωμένη και αγκαλιασμένη με φίλους αλλά και αγνώστους. (Ειρήνη)

Το ημερολόγιο δείχνει 25 Οκτωβρίου 2003. Η καρδιά χτυπάει αλύπητα. Θα δω τους Blind Guardian από κοντά στα 16 μου. Τους βάρδους που σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία, που με συνόδευσαν στα ταξίδια στον κόσμο του Tolkien, που έδωσαν ήχο στη δημιουργία αμέτρητων χαρακτήρων D&D. Αυτούς που ήταν πάντα εκεί για εμένα, όσο κανείς άλλος μουσικός. Fast forward παραδοσιακού ρολογιού, μετά το Fuzz (2007) και το Rocking Athens 2009, ένα κενό. Ηχούν μόνο στα αυτιά ψηφιακά.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο ΙΕΡΟ βράδυ της 21ης Ιουλίου. "The field is lost, everything is lost...". Και όλα τα "γιατί δεν πήγα γαμωτο, έπρεπε να πάω" του μεγάλου κενού σβήνουν διαπαντός. Στη θέση τους; Το μεγαλείο της κορυφαίας Power Metal μπάντας όλων των εποχών. Με κεφαλή έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές power/speed metal που έχουν πατήσει σε stage. Έναν ερμηνευτή ο οποίος σε διάστημα δεκαετιών φροντίζει να τοποθετεί τη φωνή του έτσι, ώστε κάθε φορά που ακούς ένα τραγούδι, να το ακούς ξανά από την αρχή. Καθώς ανακαλύπτεις τις αδιανόητες δυνατότητες της φωνής του, μαθαίνεις ξανά το τραγούδι. Όσο για το συναίσθημα;

Αυτό δεν χάνεται ποτέ. Γράφοντας αυτές τις λέξεις, η φωνή κλείνει ήδη, και δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Τα γραπτά μένουν. Και αυτό εδώ θα μείνει για πάντα, σας το υπόσχομαι:

Hansi Kursch, you are a fucking beast.-

Με το Into the Storm να διαδέχεται το War of Wrath, φάνηκε σαν η κούραση να ήταν έτοιμη να μας τα χαλάσει. Αθώοι όλοι μας. Σχεδόν κουτοπόνηροι. ΤΙ. ΗΤΑΝ. ΑΥΤΟ. ΠΟΥ. ΖΗΣΑΜΕ. Όλο το Somewhere Far Beyond επί σκηνής, 30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, να γεννιέται ξανά στην Πλατεία Νερού. Στο αγαπημένο τους μέρος. Στη χώρα που τους αγαπάει, με το κοινό που τους κάνει να λένε έπειτα από κάθε τραγούδι πόσο φανταστικό είναι.

Με αγκαλιά τον Ανδρέα Ταβερνάρη που "το έζησε και αυτό", και κάποιο άγνωστο άτομο, ένα από τα καλύτερα Bard's Song versions ever. Η απόλυτη γαλήνη. Η σύμπνοια. Η καλοσύνη που αποπνέει αυτό το τραγούδι. Ο Andre Olbrich στην ακουστική του, το μικρόφωνο στον κόσμο, ο Hansi απλά να χαμογελάει και να συγκινείται. Τι άλλο θέλεις; Κάπου εδώ το Encore ως έννοια έχει πια χαθεί. Η έννοια χρόνος έχει χαθεί. Τα προβλήματα, η κούραση, έχουν φύγει. Στη θέση τους, ένα αδιανόητο power metal πάρτυ. "Mirror mirror on the wall, true hope lies beyond the coast"! Καπνογόνα, moshpits, ψηλά τα χέρια, στα άκρα οι φωνές, ο Hansi χαμογελαστός, ο Olbrich, ο Siepen, ο Ehmke, και ο van Stratum να μας οδηγούν στην εύρεση της δικής μας Gondolin για την οποία μιλάει το τραγούδι. Της πόλης που έσωσε τα ξωτικά και τους έδωσε ελπίδα.

Για το τέλος, μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να μείνει. "Vaaaaaaalhallaaaaaaaaaaaaaaaaa!" Όπως πάντα, εκεί για εμάς, να νιώσουμε ξανά ότι είμαστε μπροστά στο μικρόφωνο. Γιατί αν δεν είναι αυτό η συναυλία, τι είναι; Να νιώσεις "ένα" με τα άτομα που ακολουθείς πιστά, που σε βοηθούν με τη μουσική τους. Που γεμίζουν τις εφεδρικές μπαταρίες σου για δεκαετίες, με μία εμφάνιση. Που σε κάνουν να τραγουδάς επί 5 λεπτά "Valhalla, deliverance, why've you ever forgotten me?" χωρίς να σε νοιάζει αν θα μιλήσεις ποτέ ξανά.

Δεν ξέρω γιατί η Valhalla μας ξέχασε, αλλά οι Blind Guardian σίγουρα όχι. Μας αγαπούν. Τους αγαπάμε. Αρα τα live τους είναι ΠΑΝΤΑ ό,τι καλύτερο υπάρχει εκεί έξω. Για ακόμη μια φορά, τους ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Και τα παιδιά εδώ, που μαζί τους ζω αυτά που θέλω. (Κώστας)

Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω... Περίεργος τρόπος για να αρχίζει κανείς ένα κείμενο, αλλά είναι αλήθεια! Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη είναι όταν κάτι δε σου αρέσει καθόλου και προσπαθείς να βρεις τρόπους να εκφράσεις αυτό που άκουσες-είδες-βίωσες όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα και κυρίως “κομψά”. Η δεύτερη είναι όταν έχεις δει τους Blind Guardian live!

Ας τα πάρουμε λοιπόν από την αρχή. Έπρεπε να φτάσω 37 χρονών για να καταφέρω να απολαύσω ζωντανά μια από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες, μια μπάντα που με συντροφεύει τα τελευταία 25 χρόνια! Για κάποιο μαγικό λόγο σε όλες τις προηγούμενες εμφανίσεις τους στη χώρα μας κάτι “στράβωνε” τελευταία στιγμή και δεν είχα την ευκαιρία να τους δω, οπότε φέτος καταλαβαίνετε πώς περίμενα την 21η του Ιούλη!

Ο Κώστας Παπανικολάου στις αρχές του μήνα, όταν συζητούσαμε για τα παραπάνω, μου είπε αυτολεξεί «Ανδρέα μου, ετοιμάσου να βιώσεις πώς είναι το αστρικό ταξίδι στο Valinor». Και δε φαντάζεστε ΠΟΣΟ ΔΙΚΙΟ ΕΙΧΕ! Από τη στιγμή που ο αέρας γύρω μας πλημμύρισε μεταλλικούς ήχους και ακούστηκε το “The field is lost, everything is lost” τα πάντα γύρω μας χάθηκαν και μεταφερθήκαμε κάπου αλλού, σε έναν κόσμο επικό, γεμάτο ιστορίες όμορφες, εκεί όπου ήρωες μεγάλοι όχι απαραίτητα σε μέγεθος μα κυρίως σε ψυχή, ζουν τις περιπέτειές τους μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Έναν κόσμο όλο φαντασία, έναν κόσμο καλύτερο!

Μετά το War of Wrath οι πρώτοι ήχοι του Into the Storm έφτασαν στα αυτιά μας, οι Blind Guardian εμφανίστηκαν στη σκηνή και για τα επόμενα περίπου 90 λεπτά σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους! Με απόδοση συγκλονιστική τεχνικά, ηχητικά και γεμάτοι ενέργεια, επιβεβαίωσαν αυτούς που λένε ότι είναι από τους μεγαλύτερους επαγγελματίες στο χώρο. Με έναν Hansi Kursch όλο ενέργεια και χαμόγελα, με όρεξη για ομιλίες προς το κοινό και τον Andre Olbrich να μη χάνει κυριολεκτικά νότα, μετά το Welcome to Dying περάσαμε στο κυρίως θέμα της βραδιάς, που ήταν ο εορτασμός των 30 χρόνων του Somewhere Far Beyond. Και το τίμησαν όπως του άξιζε!

Μετά από καταιγισμό κομματιών με τα οποία μεγαλώσαμε και εκπληρώνοντας παιδικά όνειρα, φτάσαμε στις κορυφαίες ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ στιγμές της βραδιάς, οι οποίες φυσικά ήρθαν όταν ο Andre πήρε την ακουστική κιθάρα του, επιφωνήματα ακούγονταν από παντού και όλοι ξέραμε ότι όχι μόνο θα ξεκινήσει το Bard’s Song – In the Forest, αλλά θα ακολουθήσει και το Hobbit! ΜΑΓΕΙΑ! Όλος ο κόσμος ξεκίνησε να τραγουδάει, με τον Hansi να συμμετέχει ελάχιστα, σαν να μην ήθελε να χαλάσει αυτό που έβλεπε πηγαίνοντας δεξιά-αριστερά στη σκηνή ενώ είχε στο πρόσωπό του γνήσια χαρά και ικανοποίηση, μια έκφραση γεμάτη συναίσθημα. Δε μπορώ να φανταστώ άλλωστε πώς μπορεί να νιώθει διαφορετικά κάποιος που βλέπει μερικές χιλιάδες κόσμου να τραγουδούν με την ψυχή τους τα κομμάτια του! Ανθρωποι αγκαλιασμένοι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο Κώστας με πιάνει με το ένα χέρι και με το άλλο έναν (άγνωστο) φίλο δίπλα ο οποίος όταν απόρησε, του είπε αποστομωτικά "δε σε ξέρω αλλά δεν πειράζει, έλα". Και εδώ αποτυπώνεται όλη η βραδιά σε μια πρόταση!

Μετά τα The Piper’s Calling και το ομώνυμο φτάσαμε στη στιγμή που το Mirror Mirror ακούστηκε στον αττικό ουρανό εν μέσω ουρλιαχτών, για να κλείσει η βραδιά με τις πύλες της Valhalla να ανοίγουν και κάπου μέσα μας να ζητάμε να μας κρατήσουν εκεί για όσο περισσότερο γίνεται, να τραγουδάμε για ακόμα μια φορά όλοι μαζί “Valhalla Deliverance, why’ve you ever forgotten me”...

Και τότε ένιωσα ότι το ήταν ένα από τα πραγματικά ΜΕΓΑΛΑ live που έχω ζήσει. Γιατί όλες οι κορυφαίες μπάντες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Προσπαθούν -και συνήθως καταφέρνουν- να “εξουσιάσουν” το κοινό τους για όση ώρα βρίσκονται απέναντί του. Την Πέμπτη κατάλαβα ότι οι Guardian δεν το κάνουν, γιατί πολύ απλά δεν τους χρειάζεται. Οι Guardian παραλαμβάνουν την ψυχή σου την πρώτη φορά που η μουσική τους μπαίνει στο δρόμο σου και το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να στην επιστρέφουν σταδιακά, ένα μικρό κομμάτι κάθε φορά...

Till next time guys… (Ανδρέας)

Είναι τεράστια κουβέντα για το ποιος πρέπει να είναι το πρώτο στη μαρκίζα, καθώς για να το λήξουμε σήμερα, ο(ι) headliners(s) από τα support ξεχωρίζουν από τη διάρκεια του set και όχι από τη σειρά με την οποία αναγράφονται στο billing. Αφού λοιπόν το ξεκαθαρίσαμε αυτό ήρθε να σχολιάσουμε την εμφάνιση των Blind Guardian στη χθεσινή βραδιά του Release. Αρχικά θα παραδεχτώ ότι δε θυμάμαι πόσες φορές τους έχω δει live, αφού μέχρι χθες υποστήριζα ότι του έχω δει τέσσερεις και κάποιος μου είπε ότι θυμάται να τους έχουμε παρακολουθήσει παρέα τουλάχιστον έξι. Μικρή σημασία, όμως, έχουν όλα αυτά, αφού χθες ένιωσα σαν να τους βλέπω πρώτη φορά στη ζωή μου, όπως νιώθω κάθε φορά που παρακολουθώ τους μυθικούς Γερμανούς.

Εξαιρετική περίσταση να τους βλέπουμε ζωντανά με την επέτειο τριάντα ετών από την κυκλοφορία του Somewhere Far Beyond. Ζηλεύω αυτούς που δεν είχαν δει το setlist, είναι μία πανέμορφη έκπληξη την οποία είχα φροντίσει να χαλάσω στον εαυτό μου, αφού πέρασα όλη την εβδομάδα ακούγοντας το album, λες και θα έδινα εξετάσεις και έπρεπε να το πω «νεράκι». Αυτό που έχει ιδιαίτερη αξία είναι ότι την ίδια σκέψη με εμένα έκαναν και καμιά δεκαριά χιλιάδες κόσμου ακόμα, αφού ειλικρινά δε θυμάμαι πολλά live shows όπου το κοινό να τραγουδάει κάθε στίχο, κάθε κομματιού, για όσο διαρκεί το set.

Ο πάντα ευδιάθετος και πρόθυμος για κουβέντα Hasni, γύρω στις 21:15, συνοδευόμενος από τους υπόλοιπους έκανε την εμφάνιση του στη σκηνή. Αν βρισκόσουν μπροστά-μπροστά, έβλεπες στα μάτια όλων μας την αγωνία και την προσμονή για να ακούσουμε τις πρώτες νότες από τους Blind Guardian και αυτοί, πιστοί στο ραντεβού τους, όπως πάντα, μας αντάμειψαν με το “Into the Storm”. H αρχή είναι το ήμισυ του παντός, σοφή ρήση και πέρα για πέρα ταιριαστή στην περίσταση. “Welcome to Dying” και ο παροξυσμός των τουλάχιστον 10.000 Αθηναίων κορυφώνεται, μέχρι να υπάρξει μία αναγκαία παύση για να μας εξηγήσει ο Hansi τι πρόκειται να ζήσουμε, την επέτειο δηλαδή του Somewhere far Beyond.

Ακολουθεί μία στιχομυθία μεταξύ frontman και κοινού, όπου ο πρώτος φωνάζει “Time” και οι δεύτεροι απαντούν “What is Time”. Πλέον, με κάθε επισημότητα η ιστορία του βάρδου έχει ξεκινήσει και για την επόμενη ώρα, όπως μας ζήτησε να πράξουμε και ο Hansi, νοητά θα βρεθούμε μακριά από το τσιμέντο της πόλης. Υπέροχη στιγμή – από τις πολλές – και το σημείο του “Black Chamber” όπου σε εκείνο το σημείο έκανα για πολλοστή φορά την ίδια διαπίστωση. Ο λόγος που οι Blind Guardian είναι τόσο αγαπητοί δεν είναι για το επίπεδο του show τους (σκηνικά κλπ), το οποίο είναι basic στην καλύτερη αλλά για την ικανότητά τους να μας ξανακάνουν δεκαπέντε χρονών και τα κομμάτια τους να μιλάνε στην ψυχή μας. Αυτό το τελευταίο, ό,τι και αν επιστρατεύσει μία μπάντα, στο δικό μου μυαλό είναι αδύνατο να υπερκεραστεί.

Έγραψα και παραπάνω ότι η βραδιά έσφυζε από δυνατές στιγμές, μία τέτοια ήταν το Bard’s Song που – όπως πάντα – το πρώτο κουπλέ ανήκε εξ ολοκλήρου σε εμάς, ενώ στο δεύτερο αφήσαμε και τον Hansi να συμμετάσχει. Φυσικά, μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μία από τις καλύτερες και ιστορικότερες μπάντες του power metal και από την εμφάνιση ενός τέτοιου μεγέθους σχήματος, δε γινόταν να λείπουν τα απαιτούμενα mosh pits. Ειδικά στα “Mirror Mirror” και “Valhalla” έγινε αρκετός χαμούλης μπροστά αφού όλοι ξέραμε ότι έπρεπε να τα δώσουμε όλα καθώς ο χρόνος μας μαζί τους στέρευε. Δε γινόταν να λείπει η παραδοσιακότερη στιγμή των Guardian, εκεί όπου οι φωνές του κοινού αντηχούν τραγουδώντας «Valhalla – Deliverance, Why've you ever forgotten me» και να κλείνει η βραδιά με τον παραμυθένιο τρόπο που αρμόζει στους Blind Guardian. Να πω ένα αρνητικό, αν οι Guardian δε θέλουν να παίζουν δεύτερο όνομα, καλά θα κάνουν να βγάλουν και κανά καλό δίσκο αφού ο τελευταίος τους είναι το 1998. Πόσο έμεινε μέχρι τις 2/9 που κυκλοφορεί το God Machine, θα μάθουμε τότε αν θα το πράξουν. (Γιώργος Ξ.)

► Sabaton

Ναι είμαι δηλωμένος fan των Γερμανών, ωστόσο ήμουν από αυτούς που κατανοούσαν τους λόγους για τους οποίους οι Sabaton ήταν πάνω από τους Blind Guardian. Ακόμα τους θεωρώ μία εξαιρετικά fun-to-watch μπάντα, η οποία επί σκηνής δίνει τον καλύτερο της εαυτό. Προσέξτε κάτι, τους έχω δει ζωντανά τρεις φορές, δε γίνεται να θυμάμαι μόνο δύο κομμάτια, γιατί μπορεί το show να είναι εξαιρετικό όπως προείπα, αλλά ρε παιδιά, γράψτε και ένα riff να έχουμε κάτι να θυμόμαστε.

Όταν τα σκεφτόμουν αυτά ένιωσα λίγο γερό-παράξενος, ωστόσο ρωτώντας και άλλους γύρω μου, μου επιβεβαίωσαν ότι ο παλμός του κόσμου κατά τη διάρκεια των Guardian ήταν πολλαπλάσιος. Επίσης, είναι πρόβλημα το κοινό να συμμετέχει μόνο σε «ωωωωωω» και «εεεεεε» και να μην ξέρει ούτε έναν στίχο απ’ έξω. Τέλος πάντων, δεν ήταν όλα τόσο άσχημα, πέρασα πολύ ευχάριστα παρακολουθώντας την ώρα που έπινα την μπύρα μου και σχολίαζα με τους φίλους τη μαγική εμφάνιση των Guardian & Epica αλλά και τον απόλυτο χαμό που έχουμε μπροστά μας και ακούει στο όνομα, Slipknot. (Γιώργος Ξ.)

Ο Hansi και η παρέα του μπορεί να με έκαναν να αισθανθώ και πάλι 16 χρονών, σωματικά όμως είμαι 35, και όταν δεν ακούω τους Guardian live, πνευματικά νιώθω 87. Αυτή η πραγματικότητα -με 8ωρη δουλειά στην πλάτη ούτως ή άλλως- άρχισε να χτυπάει καμπανάκια όταν το Valhalla τελείωσε και οι BG έφυγαν από τη σκηνή. Η τεράστια κουρτίνα των Sabaton υψώθηκε για να κρύψει αυτό που θα αποκαλυπτόταν λίγη ώρα αργότερα, και παρότι είχα απομακρυνθεί για να πάρω ανάσες, κατάφερα να θαυμάσω από απόσταση αυτό το show. Θυμάμαι ανταλλαγές μηνυμάτων με την Ειρήνη που ήταν ακόμη μπροστά, στις οποίες της έλεγα μεταξύ άλλων "Πολλά λεφτά, τρομερό show" και "Είναι τρομερός ο τύπος". Οι Sabaton είναι ακριβώς αυτό. Είναι τρομεροί τύποι. Με φλόγες, κάλυκες από σφαίρες στο stage, σακιά χώματος σαν να είσαι σε πεδίο μάχης, bazooka (!), εκρήξεις, καπνούς, αντιασφυξιογόνες μάσκες, πολεμικά αεροπλάνα, και πανίσχυρο ήχο.

Δεν θέλω να την "χαλάσω" στους λάτρεις τους, θα έχετε καταλάβει ήδη ότι αγαπώ τους Blind Guardian για συγκεκριμένους λόγους, και δεν αρέσκομαι σε lyrics για πολέμους, παρότι αναγνωρίζω 100% ότι οι Sabaton τραγουδάνε για να υμνήσουν τον ηρωϊσμό, και όχι επειδή είναι πολεμοχαρείς. Δεν είναι. Αντίθετα, είναι λάτρεις του ελληνικού κοινού, τόσο πολύ που ο Pär Sundström δεν είπε μόνο "καλησπέρα" και "ευχαριστώ" στα ελληνικά, αλλά ολόκληρη παράγραφο, εξηγώντας ότι έχει αρχίσει και μαθαίνει τη γλώσσα μας επειδή του αρέσει η ελληνική κουλτούρα. Η νύχτα έκλεισε "with a bang" ή και πολλά περισσότερα από ένα αφού οι εκρήξεις ήταν ασταμάτητες από το stage. Δεν άλλαξα γνώμη, οι Sabaton για εμένα (και μόνο για εμένα μιλάω), είναι μια εξαιρετική power metal μπάντα, αρκεί να τη συνδυάσεις και με άλλα πράγματα. Ειδάλλως, πάνω-κάτω, ακούς το ίδιο κομμάτι. Απλά το κάνουν τόσο καλά αυτό, που ναι, καλύπτει ένα setlist ολόκληρο, και σε συνδυασμό με το οπτικό κομμάτι, σε βάζει σε mode "Όταν κάποιος με αδικήσει ξανά, δεν θα λουφάξω". (Κώστας)

Πως έχω καταφέρει να βρίσκομαι για τρίτη φορά σε συναυλία ενός συγκροτήματος που μουσικά δε μου αρέσει καθόλου, δεν έχω καταλάβει. Βασικά ξέρω, είναι το γεγονός ότι θέλω να δω άλλα ονόματα που παίζουν μαζί τους. Ωστόσο, για τρίτη φορά οι Sabaton μου απέδειξαν, όπως λέω ήδη εδώ και αρκετά χρόνια δηλαδή, ότι επί σκηνής είναι απολαυστική ακόμη κι αν δεν αντέχεις καθόλου μα καθόλου τη μουσική τους. Αυτή τη στιγμή, σκηνικά, οι Sabaton είναι ότι καλύτερο έχουμε στο metal μαζί με τους Metallica, τους Rammstein και τους Gojira. Φωτιές πετάγονται από παντού, το τανκ πυροβολάει, ο συμπαθέστατος Joakim Broden εμφανίζεται στη σκηνή με ένα bazooka χειρος (δεν ξέρω πως λέγονται ακριβώς τούτα τα μαραφέτια παιδιά, σχωράτε με) – και αρχίζει ο πόλεμος.

Όχι όμως με την έννοια την κακή που ανέκαθεν ιστορικά κουβαλάει. Με την έννοια τη μεταφορική που τη χρησιμοποιούμε τη λέξη για να περιγράψουμε ένα πραγματικό heavy metal υπερθέαμα. Τους θαυμάζω πολύ τους Sabaton που έχουν χτίσει τέτοια σχέση με το φανατικό κοινό τους, το οποίο γνωρίζει άπταιστα τα κομμάτια τους, τους λατεύει σαν θεούς και δίνει τέτοια ενέργεια στις συναυλίες τους. Πως να μη γίνει αυτό άλλωστε; Επιστρέφω στον Joakim, που είναι ένας πραγματικά χαρισματικός frontman, με εξαιρετική φωνή για αυτό που κάνει, πολύ φιλική επικοινωνία με το κοινό χωρίς να κουράζει με τεράστιους μονολόγους και ενέργεια μικρού παιδιού. Και πάνω από όλα για μένα που η μουσική τους δε με πολυαπασχολεί, εμμονικός στο να ξεκαθαρίζει ότι η μουσική τους δεν είναι εθνικιστικά ξεσπάσματα, αλλά λατρεία της ιστορίας και πως αντιθέτως, στέκεται στο πλευρό πολλών ανθρώπων και υποθέσεων δικών μας. Αυτά από έναν άνθρωπο που τους Sabaton τους βαριέται, αλλά κάθε φορά που βρίσκονται μπροστά του μένει έκθαμβος. (Ειρήνη)

Τελευταία