Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣPrey Review: Η πιο θελκτική επιστροφή του Predator

Prey Review: Η πιο θελκτική επιστροφή του Predator

**Η παρακάτω κριτική δεν περιλαμβάνει spoilers, αλλά μπείτε με προσοχή**

Όταν το 2018 κυκλοφόρησε το The Predator, η τέταρτη κατά σειρά ταινία με τον διαγαλαξιακό Κυνηγό που έρχεται στον πλανήτη μας για να κυνηγήσει τα πιο ανταγωνιστικά τρόπαια, όλοι περιμέναμε κάτι καλύτερο από αυτό που τελικά είδαμε. Αφενός γιατί στο σενάριο και τη σκηνοθεσία βρισκόταν ο Shane Black, που μας έχει δώσει μερικά από τα πιο έξυπνα σενάρια περιπέτειας (τα Φονικά Όπλα είναι δικά του, όπως και το παραγνωρισμένο Last Action Hero), αλλά κι αφετέρου γιατί ο Black, το 1986, είχε μεταβεί στο Μεξικό για τα γυρίσματα του νέου φιλμ του Arnold Schwarzenegger, με τίτλο Hunter (αργότερα: Predator). Ο στόχος του ήταν να βάλει διορθωτικές πινελιές στο σενάριο, ωστόσο τελικά κατέληξε να συμμετέχει στο φιλμ ως ηθοποιός, στο ρόλο του Hawkins, ασυρματιστή της σκληροτράχηλης ομάδας κομάντο του 'Αρνι.

Το πρόβλημα με το φιλμ του Black το 2018, ήταν κυρίως στουντιακό. Ναι, ήταν γεμάτο χαβαλεδιάρικες ατάκες, δεν είχε όμως πλοκή, δράση, ενώ η τρίτη πράξη του ξαναγυρίστηκε έπειτα από επιμονή του στούντιο. Και, ως είθισται, ήταν πολύ χειρότερη από το αρχικό σεναριακό πλάνο. Και βέβαια, "πάτωσε" εμπορικά και καλλιτεχνικά. Το ζήτημα είναι ότι η Fox, που διαθέτει τα δικαιώματα του Predator, φάνηκε να θέλει να "σκοτώσει" την αγαπημένη σειρά ταινιών και μία νέα ταινία φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Η εξαγορά της Fox από τη Disney, φάνηκε να αλλάζει κατά πολύ τα δεδομένα. Ο γιγάντιος πια κολοσσός, δε θα άφηνε ανεκμετάλλευτες τις “κότες με τα χρυσά αυγά”, τόσο το Alien όσο και το Predator θα είχαν συνέχειες. Κι ενώ το Alien, θα προχωρήσει πρώτα ως σειρά και... βλέπουμε, το Predator δεν είχε κάποιο φοβερό πλάνο. Κάπου εδώ έρχεται ο Dan Trachtenberg.


Ο σκηνοθέτης του εξαιρετικού 10 Cloverfield Lane, μαζί με το σεναριογράφο Patrick Aison, ξεκίνησαν να ετοιμάζουν την πέμπτη ταινία για τον Κυνηγό πριν από την ταινία του Black, σχεδόν από το 2016. Η πανδημία τους έδωσε χώρο και χρόνο να αποκρύψουν τα πραγματικά τους πλάνα για το κόνσεπτ που είχαν κατά νου, να επεξεργαστούν καλύτερα τα δεδομένα του και εντέλει, να δώσουν μια ταινία αντάξια της πρώτης και κοντά στη δεύτερη. Ως άλλο αουτσάιντερ δε, φαίνεται να προκαλεί χαμό στις τάξεις των περισσότερων φαν και να γεμίζει ελπίδα για περισσότερο. Το Prey είναι το αναπάντεχο διαμαντάκι στη ζώνη των ταινιών Predator.

Τριανταπέντε χρόνια (του σβήσαμε κεράκια εδώ) μετά την σπουδαία περιπέτεια του John McTiernan, μία από τις καλύτερες περιπέτειες όλων των εποχών -που καθιέρωσε παράλληλα ένα ακόμα σπουδαίο φιλμικό τέρας- ο Trachtenberg επιστρέφει στις ρίζες της ταινίας, συνδιαλέγεται με το υποτιμημένο σίκουελ Predator 2 και παράλληλα φτιάχνει μια δική του αισθητική πρόταση με σασπένς, ένταση κι εξαιρετική φωτογραφία. Ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί και μία ταινία εποχής, στέλνοντάς μας στο παρελθόν, τριακόσια χρόνια πριν την πρώτη ταινία. Ναι, ο νέος Predator λειτουργεί σαν πρίκουελ, αλλά κυρίως -και με μεγάλη ανακούφιση- δε φροντίζει να μας το θυμίζει κάθε τρεις και λίγο. Κατανοεί την κληρονομιά που έχει, αλλά δεν καυχιέται γι αυτήν. Απλώς τη σηκώνει στους ώμους και συνεχίζει. Κάτι που φαίνεται να δυσκολεύει το σύγχρονο ποπ σινεμά. Η πάλη με τη νοσταλγία, βουτηγμένη στην αυταρέσκεια, δημιουργεί συχνά -πυκνά γκρίνιες σε μερίδες του κοινού, που ναι μεν θέλει μία από τα ίδια, αλλά ταυτόχρονα να μην είναι και προφανής η αντιγραφή. Δύσκολο παζλ, που το Prey ξεπερνάει με χαρακτηριστική άνεση.


Βρισκόμαστε στα 1719, κάπου στις πεδιάδες της Βορείου Αμερικής. Στη φυλή των Κομάντσι, η νεαρή ηρωίδα Naru (Amber Midthunder), ικανή ιχνηλάτης, “κυνηγάει” θεραπευτικά βότανα και λαχταράει παράλληλα να περάσει τις δοκιμασίες για να γίνει κι αυτή μια Κυνηγός όπως ο αδερφός της, Taabe (δυνατό ντεμπούτο του Dakota Beavers). Αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία πολλών, αλλά και την έλλειψη εμπειρίας, παρακολουθούμε το μονοπάτι προς το στόχο της. Το μονοπάτι αυτό όμως, θα διασταυρωθεί με εκείνο του Κυνηγού, του ραστοφόρου πολεμιστή από άλλο πλανήτη. Η Naru, μόνη που θα αντιληφθεί την παρουσία του, προσπαθεί να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους, χωρίς αποτέλεσμα. Οπότε, θα αποφασίσει να ξεκινήσει μόνη της, με μοναδική συντροφιά τον αξιαγάπητο σκύλο της, για "τη δοκιμασία του κυνηγιού". Να κυνηγήσει κάτι που μπορεί να την κυνηγήσει πίσω.

Η απλή πλοκή του φιλμ, βασικό συστατικό της επιτυχίας της πρώτης ταινίας άλλωστε, είναι ακόμα ένα σημάδι επιστροφής στις ρίζες για το Prey. Η ιδέα “Κομάντσι εναντίον Κυνηγού” είναι από εκείνες που δουλεύουν πολύ καλά, πολύ καλύτερα απ’ ότι το “'Αλιεν εναντίον Κυνηγού” θα προσέθετα. Κι αυτή είναι η μόνη αναφορά που θα κάνουμε για το ατυχές πάντρεμα των δύο σπουδαίων εξωγήινων του σινεμά. Ένα πάντρεμα που πήγε πολύ καλά ως κόμικ, αλλά στο φιλμ παραπάτησε άσχημα. Και μαζί του, κι εμείς. Στο Prey, αντίθετα, το Έθνος των Κομάντσι παρουσιάζεται με απόλυτο σεβασμό, η παραγωγή άλλωστε είναι γεμάτη από μέλη των Ιθαγενών της Αμερικής, εντάσσεται εξαιρετικά οργανικά στο σύμπαν του Κυνηγού, ενώ το διακριτικό σχόλιο του σκηνοθέτη για τα σύγχρονα όπλα τόσο του Κυνηγού, όσο και των Γάλλων γουναράδων που συναντά η ηρωίδα μας στο ταξίδι της, είναι ένα πολύ όμορφο παιχνίδι που κινείται πάνω σε έναν βασικό άξονα των ταινιών Predator: Η εξυπνάδα και η επαφή με το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης υπερισχύουν της οπλικής υπεροχής.

Γενικότερα, τα σχόλια του Trachtenberg δεν “μπαίνουν στη μύτη” του θεατή, δεν είναι υπερβολικά και εκφράζονται είτε με οπτικές απεικονίσεις είτε με το μικρό και στοχευμένο διάλογο. Το κυνήγι που ακολουθεί την τροφική αλυσίδα, το κυνήγι που ακολουθεί τους ιδιαίτερους ηθικούς κώδικες (ο εξωγήινος για μεγάλο μέρος της ταινίας δε θεωρεί απειλή τη Naru). Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι οι κλασικές ιντερνετικές κραυγές που δυσαρεστούνται βλέποντας μία γυναίκα να πρωταγωνιστεί δεν έχουν χαθεί. Και είναι πραγματικό κρίμα σε κάθε περίπτωση, αλλά ακόμα περισσότερο στη συγκεκριμένη ταινία, μιας που η Midthunder δίνει μια δουλεμένη ερμηνεία, έχοντας χώρο να εξελιχθεί ως χαρακτήρας, να χρησιμοποιήσει το παρατηρητικό της ένστικτο και να παλέψει απέναντι στον εξωγήινο εχθρό. Ή τα σχόλια για τη βιαιότητα των Γάλλων γουναράδων στη σκηνή με τους γδαρμένους βίσονες δεν έχουν να κάνουν μόνο με αποικιοκρατικές αντηχήσεις, αλλά και μία ενταγμένη στο πνεύμα του Predator άποψη: Ποιος είναι ο φρικτότερος Κυνηγός; Ο εξωγήινος με τον ηθικό κώδικα ή ο αμετροεπής άνθρωπος;

Ταυτόχρονα, η ταινία είναι πανέμορφη, με εξαιρετική φωτογραφία, γυρισμένη -όπως πρέπει- σε φυσικό περιβάλλον. Η γεωγραφική μελέτη ενός φιλμ είναι από τους βασικότερους πυλώνες και συχνά παραβλέπεται, όμως εδώ είναι πέρα για πέρα ένα από τα δυνατά σημεία. Σε συνδυασμό με την πολύ όμορφη μουσική της Sarah Schachner (oι φαν των βίντεο γκέιμ θα την ξέρετε από τα Assassin’s Creed) έχουμε πιστή απεικόνιση της εποχής, αν και ίσως θα θέλαμε λίγο παραπάνω μερικές ηχητικές πάσες προς το επικό soundtrack του Alan Silvestri. Από την άλλη, αυτό είναι το πιο δυνατό σημείο του φιλμ εν γένει. Στέκεται πλάι στα πρώτα δύο φιλμ επάξια, χωρίς να κυνηγάει να τους μοιάσει, έχοντας μερικές καίριες -οπτικές και μη- αναφορές σε κείνα και συμπεριφέρεται σε σημεία της σαν μερικά από τα πιο υπέροχα κλασικά κόμικς της Dark Horse (ειδικά η σκηνή με την αρκούδα θύμισε το Predator: Primal). Τόσο, όσο.

Ο σχεδιασμός του τέρατος, ίσως το πιο αδύναμο σημείο της ταινίας κι εκεί που φανερώνεται ο περιορισμός στο μπάτζετ, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με τα ειδικά εφέ (το εφέ του αόρατου Predator φαίνεται να χειροτερεύει ταινία με την ταινία αντί να βελτιώνεται). Η εμφάνιση είναι αρκετά διαφορετική σε σχέση με το κλασικό τέρας του Stan Winston, ο οποίος σίγουρα αν ζούσε θα είχε κάνει κάτι σπουδαίο εδώ. Παρόλα αυτά, η μάσκα που θυμίζει το μυθολογικό πλάσμα της μυθολογίας των Ιθαγενών, Wendigo, αποτελεί ενδιαφέρουσα πινελιά. Αυτός ο άγριος Predator είναι βίαιος, πολύ πιο πρωτόγονος στα εργαλεία του συγκριτικά με τους άλλους, ενώ η ερμηνεία του Dane DiLiegro στο ρόλο του Κυνηγού, είναι εξαιρετική. Διατηρεί τη χορευτικότητα στις κινήσεις που είχε δώσει και ο Kevin Peter Hall στα δύο πρώτα φιλμ και είναι εκεί όχι απλά για να κάνει τον άχαρο τύπο μέσα στη στολή.

Το μεγαλύτερο κρίμα, είναι πως αυτή η ταινία κυκλοφόρησε κατευθείαν στις πλατφόρμες και όχι στη μεγάλη οθόνη. Και, έχοντας δει μία ταινία σαν το οικτρό The Predator στις αίθουσες, γίνεται ακόμα πιο μεγάλη η θλίψη. Ακούγονται δύο λόγοι για τους οποίους η ταινία βγήκε κατευθείαν στο Hulu (διατίθεται στο Disney + στην Ελλάδα): Ο ένας είναι η προϋπάρχουσα συμφωνία της Fox με άλλη πλατφόρμα πριν την εξαγορά της Disney, που σημαίνει ότι τα κέρδη από τυχόν κυκλοφορία στο σινεμά θα πήγαιναν στην τσέπη της άλλης εταιρείας και όχι της Disney και ο δεύτερος ότι οι συντελεστές ήθελαν να κυκλοφορήσει στη γλώσσα των Κομάντσι και όχι στ’ αγγλικά. Και δίστασαν να πάρουν αυτή την απόφαση. Ωστόσο, σε μια κάπως μεσοβέζικη λύση, το φιλμ διατίθεται ντουμπλαρισμένο στη γλώσσα των Κομάντσι (από τους ίδιους τους ηθοποιούς), η πρώτη ταινία στην ιστορία του σινεμά που διαθέτει κάτι τέτοιο και σίγουρα επιβάλλεται να τη δείτε έτσι.

Το θετικό της υπόθεσης; Από τη μία φαίνεται να σπάει η "ρετσινιά" της απευθείας κυκλοφορίας στις πλατφόρμες (ή όπως λέγαμε παλιά straight to video, αν κι έχει αλλάξει αυτό ριζικά πια), ενώ απ’ την άλλη, η κριτική και το κοινό ως επί το πλείστον φαίνεται ν’ αγαπούν την καινούρια ταινία, γεγονός που σίγουρα θα ανοίξει τις πόρτες για κάτι καλύτερο προς την ίδια κατεύθυνση. Και να που ο Predator φαινόταν ημιθανής μετά το φιλμ του Shane Black, φαίνεται να κάνει δυναμική επιστροφή. Το πρόβλημα δεν είναι η διαρκής επανάληψη των "κλασικών" της ποπ κουλτούρας, αλλά τι επιλέγεις να κάνεις με αυτά. 

Rating:

Xώρα: Η.Π.Α.
Έτος: 2022
Σκηνοθεσία: Dan Trachtenberg

Πρωταγωνιστούν: Amber Midthunder, Dakota Beaver, Dane DiLiegro, Bennett Taylor

Διάρκεια: 99'

Τελευταία