Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑBorknagar: Ο χειμώνας έφτασε νωρίτερα | Feature

Borknagar: Ο χειμώνας έφτασε νωρίτερα | Feature

Borknagar, αυτός δηλαδή που… τίποτα γιατί το όνομα τους δε σημαίνει ΑΠΟΛΥΤΩΣ τίποτα. Για την ακρίβεια προέρχεται από το Σκωτσέζικο όρος Lochnagar, το οποία ακουγόταν εξαιρετικό εύηχο στα αυτιά του τότε εικοσάχρονου Øystein Garnes Brun. Έτσι, ύστερα από μία «μεταποίηση» της ονομασίας του όρους, ο Νορβηγός μουσικός βρήκε το όνομα της νέας του μπάντας, Borknagar!

Αν και η καταγωγή του είναι από το Bergen, μία πόλη που φημίζεται για την Black Metal σκηνή της (οκ, όλη η χωρά είναι ξακουστή για αυτήν), η δική του πρώτη μπάντα ανήκε στο φάσμα του Death Metal. Στους Molested, περί ων ο λόγος, ήταν κιθαρίστας, τραγουδιστής, στιχουργός και βασικός συνθέτης, μάλιστα πρόλαβε το 1995 να κυκλοφορήσει και έναν δίσκο μαζί τους, το εξαιρετικό Blod-draum.

► Η δημιουργία των Borknagar & η πρώτη σύνθεσή τους

Κάπου εκεί σταματάει η ενασχόληση του με το συγκεκριμένο ιδίωμα και ξεκινάει η διαδρομή στο Black Metal. Αποφασίζει λοιπόν να δημιουργήσει ένα νέο σχήμα και αφού έχει ήδη γράψει όλη τη μουσική και τους στίχους, αρχίζει το recruiting. Πίσω από το μικρόφωνο των Borknagar πείθει τον Kristoffer Rygg να αναλάβει. Το όνομα του μπορεί να μη σας λέει κάτι αλλά μιλάμε για τον Garm των Ulver. Δεν ξέρω αν έχουμε καταλάβει όλοι τι έχει συμβεί εδώ. Ο Brun με τη μουσική του πείθει να τον ακολουθήσει ο ιθύνων νους του Bergtatt - Et Eeventyr i 5 Capitler.

Ο επόμενος στόχος ήταν να βρεθεί μπασίστας. Η θέση θα καλυφθεί εν τέλει από έναν κιθαρίστα, τον Roger Tiegs. Επίσης άγνωστο όνομα με τεράστια, όμως, καριέρα. Μπορεί το νομικό του όνομα να περνάει παγερά αδιάφορο, το καλλιτεχνικό του από την άλλη, καίει «διαολεμένα». Ο λόγος για τον Infernus, τον αρχηγό/ιδρυτή/βασικό συνθέτη/βασικό στιχουργό/βασικό κιθαρίστα των Gorgoroth. Εδώ αξίζει να τονίσουμε ότι οι Νορβηγοί blacksters έχουν ήδη αρχίσει να αποκτούν φήμη αφού το Pentagram έχει κυκλοφορήσει το 1994.

Η μουσική ταυτότητα των Borknagar, στο μυαλό του Øystein Brun αποτελείται από τρία κύρια συστατικά: Α) Black Metal (το καλύπτει ο Infernus αυτό), Β) πειραματισμό (αυτό και αν καλύπτεται με την παρουσία του Rygg) και Γ) έντονα folk στοιχεία. Επομένως του λείπει ένα ακόμα κομμάτι από το παζλ και όχι μόνο το συμπληρώνει, το κάνει και εμφατικά. Στα πλήκτρα συναντούμε τον ιθύνοντα νου/συνθέτη/στιχουργό/πληκτρά/κιθαρίστα των θρυλικών Enslaved, Ivar Bjørnson. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1994 οι Enslaved έχουν ήδη «χαράξει» το ανεξίτηλο σημάδι τους στον ακραίο χώρο, αφού την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το Vikingligr veldi και φυσικά το διαμάντι, Frost.

Η ιστορία θα πάρει για λίγο τραγική τροπή, αφού ο πρώτος drummer των Borknagar (και των Gorgoroth πιο μετά) δε θα προλάβει να μας δείξει που θα τον έφτανε το ταλέντο του, καθώς φεύγει από τη ζωή μόλις στα 29 του χρόνια. 

► Το συμβόλαιο και ο πρώτος δίσκος

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο αρχικός σχηματισμός τους μοιάζει σαν μία all star μπάντα και δεν νομίζω να έχει άδικο. Ίδια άποψη είχε και ο υπεύθυνος της Malicious Records ο οποίος δέχτηκε να υπογράψει τους Borknagar χωρίς πρώτα να ακούσει κάποιο demo, απλά διαβάζοντας τα ονόματα των μελών.

Φτάνουμε στις τρεις Αυγούστου του 1996 όταν και κυκλοφορεί το album. Δύσκολο να περιγράψεις αυτό που ακούγεται στα 45 λεπτά διάρκειας του, μοιάζει εξίσου εξωτικό όσοι και οι Νορβηγικοί του στίχοι. Φανταστείτε τους Dimmu Borgir της περιόδου Enthrone Darkness Triumphant, «βουτηγμένους» σε ένα τσουκάλι με Enslaved, ύστερα περασμένους από σιγανή «ατμοσφαιρική» φωτιά Satyricon και στο τέλος δεμένους με μπόλικους Ulver. Φαντάζομαι τίποτα από τα παραπάνω δε βγάζει ιδιαίτερο νόημα, όμως, πώς αλλιώς να περιγράψεις κάτι που δεν έχει όμοιο του. Αυτό που όλοι καταλαβαίνουν με την κυκλοφορία του πρώτου τους ομώνυμου album είναι ότι οι Borknagar ακούγονται σαν Borknagar, τελεία.

Ο δίσκος είναι μοιρασμένος αφού στη μέση από τα δέκα του κομμάτια, τα πέντε είναι σε μεγάλο τους ποσοστό ορχηστρικά. Διέπεται από folk ρυθμούς οι οποίοι αποδίδονται μέσα από ένα ανελέητο black metal ξύσιμο. Η ατμόσφαιρα του μοιάζει εξαιρετικά με το εξώφυλλο του, αφού ακούγοντας το νιώθεις να σε πνίγει πηχτή ομίχλη. Προφανώς και εκτελεστικά είναι άψογο, πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι αφού όλα είναι παιγμένα από εξαιρετικούς μουσικούς. Εδώ, όμως, καταλαβαίνουμε και γιατί όλα αυτά τα μεγάλα μουσικά μυαλά δέχτηκαν να βρεθούν υπό την μπαγκέτα του Øystein Brun. Οι κιθάρες ενώ είναι "ξερές" και "απότομες", δε στερούνται μελωδίας και ο τρόπος με τον οποίο εναλλάσσονται τα riffs, ενώ δεν είναι σταθερός (πότε ομαλά, πότε εντελώς κοφτά), είναι σεμιναριακού επιπέδου. Αν θεωρείτε ότι αυτό είναι κατά βάση θέμα ενορχήστρωσης, πάλι στον ίδιο άνθρωπο καταλήγουμε.

► Το peak των Borknagar & η δισκογραφική παύση

Με μόνη αλλαγή την αποχώρηση του Infernus και την αντικατάσταση του από τον Kai K. Lie, οι Borknagar αλλάζουν κατευθείαν κατηγορία και υπογράφουν στη φημισμένη Century Media. Όπως τα πάντα στη ζωή, κάθε νέα σύσταση χρειάζεται τον χρόνο της για να δέσει και αν αυτό κρύφτηκε πίσω από το ταλέντο τους στον πρώτο δίσκο, ο εκπληκτικός δεύτερος το έβγαλε στην επιφάνεια.

To Borknagar είχε αρκετά στοιχεία παραδοσιακού Νορβηγικού Black Metal και αυτά στο The Olden Domain δεν απουσιάζουν. Εκτοπίζονται, όμως, από τα progressive που επιλέγει να μας παρουσιάσει ο Øystein Brun. Ενώ πολλοί θα περίμεναν να ακολουθήσει την πετυχημένη πεπατημένη του πρώτου δίσκου, εκείνος επιλέγει τον πειραματισμό και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει πέρα για πέρα.

Δε χρειάζεται να φέρει πολλές στροφές το βινύλιο, αφού από το πρώτο κιόλας κομμάτι, το The Eye of Oden (ή Odin) , ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία εντελώς νέα κατάσταση. Οι νέες πινελιές δείχνουν σαν να κάνουν τον Øystein G. Brun να νιώθει πιο άνετα και αυτό ως έχει ως αποτέλεσμα να μας χαρίζει καθαρότερα και μελωδικότερα riffs. Ο Rygg από την άλλη, όχι μόνο θα χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά black metal φωνητικά, αλλά θα προσθέσει και μία, ας πούμε, θεατρική, αμιγώς καθαρή ερμηνεία στα κομμάτια. Ο Bjørnson και τα πλήκτρα του μοιάζουν σαν να έχει βάλει κάποιο άτυπο στοίχημα με τους Immortal για το ποιος θα δημιουργήσει την πιο παγωμένη ατμόσφαιρα.

Η πορεία των Borknagar έχει αλλαγή τραγουδιστή, αφού ο Rygg αποφασίζει να αφοσιωθεί 100% στους Ulver (‘νταξει, λογικό) και στη θέση του οι Borknagar προσλαμβάνουν τον I.C.S. Vortex. Μάλιστα, για πρώτη φορά, έχουμε και την εμφάνιση δεύτερης κιθάρας και του επί σειρά ετών κιθαρίστα τους, Jens Fredrik Ryland.

Με αυτή τους τη σύνθεση κυκλοφορούν τον τρίτο τους δίσκο, το The Archaic Course. Σίγουρα δεν είναι κακός δίσκος, αλλά από την άλλη μοιάζει μπερδεμένος αφού είναι σαφής η πρόθεση του Øystein να εξερευνήσει νέα μουσικά μονοπάτια. Ενώ σε κάθε κομμάτι του άλμπουμ ακούγονται αρκετές ενδιαφέρουσες ιδέες, μοιάζει σαν καμία να μην έχει εξερευνηθεί πλήρως.

Τα επόμενα χρόνια βρίσκουν τους Borknagar να κυκλοφορούν σαφώς καλύτερες δουλειές, όμως καμία να μη φτάνει τα επίπεδα των πρώτων δίσκων. Συγκεκριμένα, το 2000 κυκλοφορεί το Quintessence, τον επόμενο χρόνο το Empiricism, τρία χρόνια μετά το Epic και το 2004 το Origin. Θα ακολουθήσει μία δισκογραφική παύση τεσσάρων χρόνων, που θα τη σπάσει το 2010 το Universal.

► Το άτυπο restart & το μαγικό σήμερα των Borknagar

Οι αλλαγές στη σύνθεση και στον ήχο των Borknagar αποτελούν σήμα κατατεθέν τους, όμως, στο Urd αυτές οι αλλαγές – οι μουσικές τουλάχιστον – είναι βήμα προς την εξέλιξη του σχήματος. Τούτου λεχθέντος, το Urd δεν είναι ένα εύκολο album, μοιάζει σαν να προσπαθεί να μας προϊδεάσει για κάτι. Στοιχεία power metal κάνουν την εμφάνιση τους και μοιάζει σαν οι Borknagar να πέφτουν στην παγίδα των πολλών ιδεών τους, όπως και στο The Archaic Course.

Δεν θα συμβεί και οι Νορβηγοί καταφέρνουν να κυκλοφορήσουν ένα δίσκο-ανατολή της νέας τους εποχής. Σκεπτόμενος το Urd σήμερα, δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, έχω καταλήξει ότι ο λόγος που δεν το έχω στο μυαλό μου ως τόσο καλό όσο πραγματικά είναι, είναι λόγω των δύο επόμενων δίσκων.

Εκεί που πίστευα ότι τα θεία επίπεδα του The Olden Domain ήταν αδύνατο να τα φτάσουν ξανά, μία ωραία χειμωνιάτικη ημέρα «σκάει» το Winter Thrice. Ένας δίσκος απλά τέλειος, γεμάτος αριστοτεχνικές μελωδίες και με μία ροή χειμαρρώδη που σε αναγκάζει να τον ακούς με την ίδια προσοχή από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο δίσκος δε σταματάει να σε εκπλήσσει με το πόσο ιδιοφυείς είναι οι συνθέσεις του και με μία παραγωγή τόσο εκλεπτυσμένη και ομοιόμορφη που σου σερβίρει τη μουσική πάντα ακριβώς με τον τρόπο που πρέπει. Ξέρετε, είναι τόσο καλό που ισοβαθμεί με το The Olden Domain στη θέση του δεύτερου καλύτερου των Borknagar. Και θα μου πεις, ποιο είναι το πρώτο; Δεν έχουμε φτάσει ακόμα.

Δεν υπάρχει ομορφότερο πράγμα από το να βλέπεις ιστορικές μπάντες να φτάνουν τα «περασμένα μεγαλεία» τους. Το να τα ξεπερνούν δε, συμβαίνει σπάνια, οι μπάντες που έχουν επιτύχει κάτι τέτοιο μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και οι Borknagar ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Γίνεται, όμως, και καλύτερο, αυτός ο δίσκος τους αποτελεί και την αφορμή για να τους δούμε πρώτη φορά στη χώρα μας.

O λόγος για το True North που πριν τρία χρόνια, για μεγάλο διάστημα, μονοπώλησε το ενδιαφέρον των οπαδών του συνόλου της σκηνής. Ενώ τα black metal στοιχεία είναι εμφανώς μειωμένα, αυτό από μόνο δε σημαίνει απολύτως τίποτα και ταυτόχρονα πολλά. Εξηγούμαι: αν κάποιος ψάχνει στο True North τον παραδοσιακό Νορβηγικό ήχο, τότε έβαλε λάθος άλμπουμ να ακούσει. Αν όμως, ψάχνει ένα σύνολο δυναμικών εναλλαγών, οι οποίες να είναι γεμάτες μελωδία και συγχρόνως να μη στερούνται επιθετικότητας, τότε δύσκολα θα βρει καλύτερο άλμπουμ.

Γενικά τρέφω απεριόριστο σεβασμό στις μπάντες που ενώ έχουν «στρώσει» μία κατάσταση, τολμούν το διαφορετικό. Για εννέα δίσκους, το black metal ήταν το ψωμάκι των Borknagar, ωστόσο επέλεξαν αυτήν τη φορά να πάνε προς το prog. Όχι μόνο το τόλμησαν αλλά πέτυχαν να κυκλοφορήσουν ένα δίσκο που να τα συνδυάζει όλα, μαεστρία, πρωτότυπες συνθέσεις, μελωδία και ατμόσφαιρα. Πραγματικά, τι άλλο να ζητήσεις από ένα album;

Borknagar liva at Greece, athens, thessaloniki 

 

Τελευταία