Firewind - Firewind

Ο ορθός τρόπος για να προσεγγίσεις έναν δίσκο, κατά τον γράφοντα, είναι να εκτιμήσεις σε ποιον βαθμό έχει εκφράσει το όραμα του δημιουργού του. Γενικά, δύσκολο εγχείρημα και αν θέλετε να ξέρετε, είναι ο κύριος λόγο που αρέσκομαι στο να αποφεύγω τα reviews. Ο Gus G. όμως, μας τα έδωσε στο πιάτο, καθώς κατά δήλωση αυτός ο δίσκος αποτελεί κατά μία έννοια μία επιστροφή στις ρίζες του συγκροτήματος, η οποία δεν αφορά μόνο των αριθμό των μελών, αλλά και μουσικά. «Χτυπητή» αλλαγή, συγκριτικά με τον εξαιρετικό προκάτοχο του, "Immortals", είναι η αισθητή μείωση των πλήκτρων (ειλικρινά θα έλεγα απουσία, αλλά κρατάω το ενδεχόμενο να μου «ξέφυγαν»). Ο δεύτερος άξονας στον οποίο πρόκειται να κινηθεί είναι ο δίσκος, είναι να αποτελέσει ένα highlight των προηγούμενων στοιχείων της δισκογραφίας τους και πάνω σε αυτά να εξελιχθεί. Θα αναρωτηθείτε βέβαια πώς γίνεται να προσπερνάω έτσι την αλλαγή τραγουδιστή του συγκροτήματος, η απάντηση είναι στην πραγματικότητα είναι πολύ απλή. Βλέπετε, υπάρχουν συγκροτήματα, όπως οι Firewind, που ο frontman δεν είναι η φωνή αλλά η κιθάρα και ας είμαστε ειλικρινείς, σε έναν δίσκο Firewind το πρώτο στο οποίο δίνεις βάση είναι οι κιθάρες του Gus.

Πάμε να ξετυλίξουμε σιγά σιγά τον μίτο της ένατης και ομώνυμης κυκλοφορίας των Firewind. Είπαμε για την απουσία πλήκτρων, η οποία είναι εκ πρώτης σκέψεως ανησυχητική. Πρώτον γιατί δε μιλάμε για κάποιον τυχαίο πληκτρά, αλλά για τον Bob Katsionis, ο οποίος όσο να πεις έχει την ικανότητα να βάζει την προσωπική του σφραγίδα σε όποιο μουσικό project συμμετέχει. Όμως η δουλειά που κάνουν τόσο ο Petros Christo στο μπάσο, όσο και Jo Nunez στα τύμπανα, δεν αφήνουν και μεγάλα περιθώρια για να χωρέσει κάποιο εξτρά ρυθμικό όργανο. Ναι, τόσο καλή είναι η δουλειά που έχει γίνει στο rhythm section. Και δε χρειάζεται να ψάξετε πολύ για να καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα με εμένα, μόλις από το δεύτερο κομμάτι του δίσκου, το "Devour", είναι ορατό.

Αν βέβαια είστε δύσπιστοι, τότε ακούστε το "Overdrive", ένα κομμάτι που έρχεται από άλλες εποχές, που όμως είναι στα όρια του εθιστικού, λόγω του groove του. Σε απόδοση από κοντά και ο νέος τραγουδιστής του σχήματος, Herbie Langhans. Να σας πω την αλήθεια μου ήταν κάπως άγνωστος και κάπως μου ξίνισε η επιλογή στην αρχή. Σκέφτηκα αυτό που λίγο πολύ σκεφτήκαμε όλοι: «O Gus G. είσαι, πάρε κάποιον άλλον, πιο γνωστό». Η επιλογή του φαίνεται ότι δεν έγινε καθόλου στην τύχη, καθώς σε όλα τα κομμάτια «πατάει» εξαιρετικά, καταλαβαίνεις ότι η φωνή του έχει πραγματικά μεγάλες δυνατότητες, τις οποίες όμως χρησιμοποιεί με φειδώ και υπηρετεί κάθε φορά τις ανάγκες των κομματιών.

"And what about the guitar?" σας ακούω να αναρωτιέστε. Φυσικά ο Gus δεν περίμενε αυτόν τον δίσκο για να αποδείξει ποιος είναι σαν παίχτης, το έχει κάνει πολλά χρονιά τώρα και με εμφατικό τρόπο. Όμως, δίνει απαντήσεις στο συνθετικό μέρος. Ανέφερα στην αρχή ότι έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη, καθώς θα προσπαθούσε να συνδυάσει όλα τα στοιχεία των Firewind. Στο ερώτημα λοιπόν αν εν τέλει το πέτυχε, η απάντηση είναι: ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. Το εγχείρημα αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο, αν σκεφτεί κάποιος τον ήχο στον οποίο κινείται το συγκρότημα, που δεν έχουν μείνει πολλά πράγματα για να πει κάποιος και πλέον, δύσκολα ακούμε καλές νέες κυκλοφορίες. Ο mastermind του σχήματος φαίνεται να το γνωρίζει αυτό και για αυτό δεν του βάζει ηχητικά στεγανά, έτσι πετυχαίνει η κυκλοφορία να ελίσσεται με επιτυχία μεταξύ heavy metal, power metal και hard rock. Αυτό είναι το πρώτο της δυνατό ατού, το άλλο είναι ότι όντως πρόκειται για «φρέσκο» ήχο και όχι για αναμάσημα χιλιοπαιγμένων θεμάτων. Και αν κάποιος έχει παρακολουθήσει και την Gus G. δισκογραφία, τότε σίγουρα καταλαβαίνει τι εννοώ (χωρίς να έχουν σχέση σαν είδη).

Συνοψίζοντας λοιπόν, στο Firewind δε θα ακούσει κάποιος την μουσική «ανακάλυψη του τροχού», αυτό όμως δεν του αφαιρεί τίποτα σε ποιότητα. Επίσης, να πω και το εξής, όταν συνθέτεις σε χιλιοακουσμένα μουσικά μονοπάτια, το να ξεχωρίσεις είναι απείρως δυσκολότερο και ο συγκεκριμένος δίσκος ξεχωρίζει. Το πιο σημαντικό όμως είναι άλλο, θα μπορούσε να ξεχωρίσει χάρη στην ικανότητα του Gus στην κιθάρα και να αναρωτιόμαστε όλοι τι έγινε, δεν το κάνει όμως. Αντ’ αυτού μας δίνει ένα album με αρχή, μέση και τέλος, εξαιρετική συνοχή, που αναδεικνύει τα επί μέρους skills του κάθε μέλους, ιδέες που έχουν αναπτυχθεί ορθολογικά και έχουν «κλείσει» σωστά. Πραγματικά δε βρίσκεις ψεγάδι, άρα το όραμα του δημιουργού έχει αποδοθεί στο 100%, όμως μένει το ερώτημα, είναι αυτός ο δίσκος που θα δώσει ώθηση στο συγκρότημα; Αν δεν υπήρχε η όλη κατάσταση με την πανδημία, θα σας έλεγα αδιαμφισβήτητα ναι, τώρα με την όλη κατάσταση δεν είμαι σίγουρος, αλλά προς στο «ναι» τείνω.

Rating:

9.5


Εταιρεία: AFM Records
Genre: Heavy Metal, Power Metal, Hard Rock
Παραγωγός: Tobias Lindell
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 15/05/2020

Band links: Firewind, Facebook, Instagram, Twitter, Spotify, YouTube