In the absence of Isis

Το ημερολόγιο γράφει 18 Μαΐου 2010. Και το blog των Isis, που μεσουρανούσαν ήδη, χωρίς ανάγκη για πολλές πολλές δόξες, εμφανίζει ένα θεοσκότεινο, βαρυσήμαντο μήνυμα. "Αυτό το τέλος δεν είναι κάτι που συνέβη εν μία νυκτί και δεν έχει προκληθεί από ένα μόνο κατακλυσμικό γεγονός, έτσι ξαφνικά. Με απλά λόγια, σαν ISIS έχουμε κάνει ό,τι θέλαμε να κάνουμε, είπε ό,τι θέλαμε να πούμε. Με σκοπό να διατηρήσουμε την αγάπη που έχουμε για αυτό το συγκρότημα, ο ένας για τον άλλο, για τη μουσική που έχει γραφτεί και για όλους τους ανθρώπους που μας υποστηρίζουν συνεχώς, είναι καιρός να ολοκληρώσουμε αυτόν τον κύκλο."

Εγώ, μόλις έχω έρθει σε επαφή πριν από ελάχιστο καιρό, όντας νέα ακόμη τότε (σε ηλικία αλλά και στους λασπωμένους δρόμους του post και του sludge που έμελλε να γίνει μία από τις μεγάλες μου μουσικές αδυναμίες), με το κομμάτι ογκόλιθο “Holy Tears” και αναζητούσα θεούς και δαίμονες να τους ρωτήσω πως είναι δυνατό να ηχεί τέτοια μαγεία. Τα holy tears που λέτε, τα έριξα κιόλας, αλλά για λίγο. Η αλήθεια είναι, πως οι αγαπημένες μου μπάντες έχουν μια τάση να διαλύονται πριν αρχίσουν να φθίνουν, να κάνουν τον εσωτερικό τους μονόλογο και να βλέπουν μέχρι που χρειάζονται. Να βρίσκουν την ωριμότητα, μέσα στην ανάγκη και τη συνήθεια, να αφήνουν πίσω τους αυτό που λέμε βαριά κληρονομία. Σήμερα που το ημερολόγιο γράφει πάλι 18 Μαΐου και τα θυμάμαι, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όλους αυτούς τους λόγους που εν τέλει, δε με πειράζει που οι Isis αποτελούν παρελθόν. Γιατί με έναν παράξενο τρόπο, έχουν τρυπήσει το χρόνο, και η γραμμικότητα με την οποία τον αντιλαμβανόμαστε δεν τους αρμόζει.

Η εκκίνηση από τον ουρανό

Το ντεμπούτο των Isis ήρθε σαν κομήτης, όπως και το όνομά του. Το “Celestial” υπήρξε ένα ιδιαίτερα καλογυαλισμένο για τα δεδομένα του sludge ήχου κόσμημα, κρυφό καμάρι για τους γνώστες της εποχής. Οι Isis, έχοντας καταλήξει μόλις και στη σύσταση που έμελλε να είναι αυτή που διατήρησαν καθ’ όλη την, άξια θαυμασμού, πορεία τους, κάνουν περήφανους τους πρωτοστάτες μπαμπάδες Neurosis, Godflesh και λοιπούς κυρίους, με φωνητικά που σκίζουν καρδιές στα δύο, riffs και μπασογραμμές αξιοζήλευτα από όσους επέμεναν ακόμη στην αλλαγή της χιλιετίας να παίζουν ξερακιανό metal, samples & noises να κρυφομυτίζουν για πρώτη φορά, και κρουστούς ρυθμούς που προκαλούν αρρυθμίες – αν αμφιβάλλεις, άκου δυνατά το “Deconstructing towers” πάνω από 3 φορές. Ό,τι τυχόν έλειπε από το “Celestial”, ήρθε να το συμπληρώσει το EP “SGNL>5”. Ήρθε να τελειώσει την ιστορία που το Celestial άφησε πίσω, και να σε κάνει ένα με αυτήν. Δε μου λείπει το “Celestial”, γιατί την ίσως λιγότερο ολοκληρωμένη δουλειά τους, έκατσαν και τη διόρθωσαν, και την έκαναν κομμάτι μου. To απόσταγμα μιας εποχής που αποτέλεσε αρχή ενός μουσικού είδους, και δεν έχει νόημα να αποζητάμε να επαναλφθεί. “Admit the truth, become the signal”.

Μια βουτιά από ψηλά – Η θυσία του άγνωστου αφηγητή σαν πέρασμα στην αθανασία

Τι ήταν μια εξαιρετική ιδέα λοιπόν στις αρχές της χιλιετίας, πέρα από το να γράφεις καλό sludge; Να αποφασίσεις να το συνδυάσεις με post rock στοιχεία, να αποπειραθείς να γυαλίσεις κάτι που βασικό του χαρακτηριστικό είναι αυτό το σκληροτράχηλο γρέζι και να το κάνεις και καλύτερα απ’ ότι είχε κανείς ως τότε τολμήσει να φανταστεί. Το “Oceanic” είναι σίγουρα από τους δίσκους που πρέπει να βάλουμε σε μία χρονοκάψουλα για να θυμόμαστε αυτή την περίοδο, ή να το στείλουμε στους εξωγήινους, είναι ένα από τα λίγα κατορθώματα αυτής της μίζερης ανθρώπινης ύπαρξης που αξίζουν να σωθούν. Το πιο σημαντικό, είναι ότι εδώ αρχίζει και φαίνεται πραγματικά ο θεάρεστος τρόπος με τον οποίο οι Isis γράφουν μουσική φιλοσοφία, αφηγητές ιστοριών εσωτερικού αναστοχασμού, ντυμένες με ήχους κοσμικής συντέλειας. Πολλά έχουν γραφθεί και λεχθεί για την πραγματική ιστορία πίσω από το “Oceanic”, το σίγουρο είναι ότι η απόλυτη ισορροπία γύρω από το δίπολο συγκεκριμένου-αφηρημένου με την οποία έχουν γραφτεί οι στίχοι του, δίνουν το χώρο για τη δική σου ερμηνεία, αλλά και πολυάριθμα «τυράκια» για να αναζητήσεις τις πραγματικές του αναφορές. Μία οικειοθελής πορεία προς τον πνιγμό λοιπόν, που σε κάθε της βήμα προς το νερό, ο φόβος, δίνει χώρο στην ηρεμία, και η ηρεμία, στην ελπίδα. Το “Oceanic” δε μου λείπει, γιατί συνηθίζω να το ακούω πάντα όταν επιστρέφω στην Αθήνα από διακοπές – μεταξύ άλλων στιγμών. Αυτό είναι σχεδόν πάντα νύχτα και είμαι στο κατάστρωμα γιατί ποιον κοροϊδεύουμε, έχουμε φάει όλα μας τα λεφτά σε μπύρες στο νησί. Η αλήθεια είναι ότι δεν νομίζω να έχω σκεφτεί ρεαλιστικά ποτέ αυτή την πορεία προς το νερό - και αν την είχα σκεφτεί, δε θα το έγραφα. Σίγουρα όμως, έχω βιώσει τη γαλήνη, όση χρειάζομαι για να αντιμετωπίσω άλλη μία σεζόν και χαμογελάω, όσο σβήνει το καταληκτικό “Hym”, κι όσο ανάβουν τα φώτα του Πειραιά.

Bentham, Foucault, επιτήρηση, τιμωρία και μία κοινωνιολόγος σε σύγχυση

«Η πραγματική ουσία του πανοπτικού, δεν είναι η συνεχής επιτήρηση, αλλά ο συνεχής φόβος αυτής». Η βάση της θεωρίας, η κοινωνιολόγος αυτή είμαι εγώ, έκανα πολύ καιρό να την κατανοήσω σε βάθος και να καταλάβω τον Μισέλ στο πρώτο έτος και χωρίς τους Isis ίσως να έκανα και παραπάνω. Οι φυλακές που σχεδίασε ο Jeremy Bentham, ήταν ένα σύστημα δωματίων χωρίς παράθυρα και φως, για την απώλεια αίσθησης του χρόνου, που έβλεπαν όλα σε μία κοινή αίθουσα, από όπου κάποιος (που μπορεί να βρισκόταν εκεί, μπορεί και όχι) παρακολουθούσε. Ο Foucault ήρθε να το επεξεργαστεί αυτό, όπως και την ανάγκη επιτήρησης της κυρίαρχης τάξης ώστε να επιβάλει την τιμωρία, εν μέσω μιας ηθικοπλασίας μωσαϊκού νόμου στον οποίο εξαναγκάζουμε καθημερινά, σιωπηρά τους εαυτούς μας. Και οι Isis το μετέτρεψαν σε κάτι που μπορεί ο οποιοσδήποτε που δεν έχει περίεργο βίτσιο με κοινωνικές θεωρίες να ευχαριστηθεί. Στο “Panopticon”, οι Isis γίνονται περισσότερο post, λιγότερο metal, αλλά το πολιτικό τους μήνυμα είναι πιο βίαιο από ποτέ, με το πέπλο των καλογραμμένων στίχων τους να αίρει οποιαδήποτε τάση για κατηγορία σαφούς πολιτικής προπαγάνδας (κάτι που προσωπικά επικροτώ αλλά άλλος ενδεχομένως να διαφωνούσε). Τα φωνητικά καθαρίζουν, αλλά η κρίση για το τι πραγματικά είναι ελευθερία σε μία συνεχώς επιτηρούμενη κοινωνία, θολώνει. Στο “Panopticon”, οι Isis ωθούν τους εαυτούς τους σε άκρα δημιουργίας που ούτε και οι ίδιοι δεν έχουν συνειδητοποιήσει. “Wills dissolve”, σε μια κοινωνική ζωή που όλα καταγράφονται. Το “Panopticon” δε μου λείπει, γιατί το ζω και το ζούμε, κάθε μέρα. Επίκαιρο όσο λίγα πράγματα στην καραντίνα.

“Into the truth – let myself burn”

Τι είναι αλήθεια και τι όχι; Πόση σημασία έχει; Πόσο μας νοιάζει τελικά; Τι είναι ιστορία και τι συλλογική μνήμη; Κάποιος καθηγητής μου, μου είχε επισημάνει ότι η αλήθεια, ριζώνει από τη “λήθη”, και είναι αυτό που δεν έχει ξεχαστεί, ουδεμία σχέση έχει με κάποια καθαρή ουσία πραγματικότητας και αντικειμενισμούς. Η αλήθεια είναι (χαχα, είναι;) πως το “In the absence of truth” βρίσκει τους Isis ίσως στο πιο αναγνωρίσιμο κι εμπορικό σημείο της καριέρας τους. Με διαφορά ο πιο «προσιτός» μουσικά, αλλά ο πιο δύσκολος θεματικά δίσκος τους, ενσωματώνει πολλά στοιχεία από το progressive κι εξερευνά καθαρότερους ήχους και φωνητικά, περιπλέκοντας όμως τη μουσική δομή του κατά το δυνατό. Ένα μονοπάτι τραγικής φιγούρας, πάλης με το κοινωνικό περιθώριο και το θεό (όποιον θεό), ένας δίσκος καταθλιπτικός που βάζει σε δεύτερη μοίρα την ομορφιά χάριν του σκοπού -την αναζήτηση της αλήθειας, ένα μαρτυρικό οδοιπορικό που ακούς χαρακτηριστικά για παράδειγμα στο “Firdous E Bareen”. Το σκοπό του βέβαια, δε θα περατώσει ποτέ. Όση γαλήνη χρειάζονται δημιουργικά, οι Isis την εναποθέτουν εκείνη την περίοδο στο ατμοσφαιρικό κερασάκι του γλυκού τους, “In the fishtank 14”, το EP που κυκλοφορούν μαζί με τους Aerogramme. Το “In the absence of truth”, δε μου λείπει, γιατί με δίδαξε καλύτερα από πολλούς να μην αναζητώ πράγματα που δεν υπάρχουν, αλλά να απολαμβάνω αυτά που έχω, όπως τη μουσική, τυχαίο παράδειγμα. "Always reaching for her".

Η αντίληψη της γραμμικότητας του χρόνου – 20 λεπτά, ή 40 χρόνια;

Οι Isis έχουν αρχίσει να κουράζονται. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν ήταν αρκετός ο χρόνος για να το πάθουν. Ήταν άνθρωποι που πάντα προσπαθούσαν να μένουν στην αφάνεια για να γράφουν μουσική. Αλλά ήταν τόσο καλοί σε αυτό, που με το “Wavering radiant”, ο κόσμος ξέφυγε περισσότερο απ’ ότι είχαν υπολογίσει. Αφ’ ενός, γιατί τώρα βρισκόντουσαν στο επίκεντρο της νέας μουσικής παραγωγής, επίκεντρο στο οποίο άθελά τους έθεσαν τους εαυτούς τους, αφ’ ετέρου, γιατί ίσως και να το άξιζαν αυτό το κάτι περισσότερο. Οι Isis ξέρουν ότι δεν έχει άλλο πλέον γι’ αυτούς, βρίσκονται σε μία κατάσταση που σύντομα τείνει να γίνει “πρέπει” και να σταματήσει να είναι “θέλω”. Και τα δίνουν όλα.

Έχοντας λιθοστρώσει για μια δεκαετία ένα μονοπάτι με τάση το άπειρο, τα αποδομούν όλα, μπολιάζουν τους παλιούς τους εαυτούς με κάθε βήμα που έκαναν – αυτά τα βαριά αποτυπώματα που άφησαν με κάθε τους δουλειά – και φυτρώνει με αυτό το μεταλλαγμένο σπόρο, το αειθαλές δέντρο του “Wavering Radiant”. Ταξιδεύουν στη χώρα των ονείρων κι εξερευνούν τα αρχέτυπα του Jung σε ένα παιχνίδι υποσυνείδητου, με τον Turner να μην έχει καμία απολύτως πρόθεση να δώσει σε κανέναν εξηγήσεις. Η μουσική τους αυτή τη φορά, περνά από την αντίθεση των ηχοχρωμάτων στην οποία τόσο βασιζόταν, σε μία ομαλή, σταδιακή, βασανιστικά αργή μετάβαση από το πραγματικό στο σουρεαλιστικό. Με έναν παράδοξο τρόπο, η αισθητική τους αν και περισσότερο περίπλοκη, φαντάζει και αντίστοιχα προσβάσιμη. Οι Isis βλέπουν το όνομά τους σε παγκόσμια μουσικά charts, αναγνώριση που δεν περίμεναν, δημοσιότητα. Κάτι που ήξεραν ότι δεν ήταν γι’ αυτούς, τους πίεσε, κι ένιωσαν τον κύκλο να κλείνει. Το αποφάσισαν εκεί που έπρεπε, τα είπαμε στην αρχή. To “Wavering radiant”, δε μου λείπει, γιατί δε θα μπορούσα να είχα ζητήσει αρτιότερο τρόπο να με αποχαιρετήσει ένα συγκρότημα που λατρεύω. Ας μην το ήξερα εγώ τότε, το ήξεραν αυτοί.

Το “ο κύκλος έκλεισε” για τους Isis, είναι κάτι παραπάνω από ένα σχήμα -κοίτα να δεις- λόγου. Επιλέγουν να ανακοινώσουν το τέλος τους πριν την περιοδεία τους με τους Melvins, και δίνουν την τελευταία τους συναυλία στο σημείο που είχαν δώσει και την πρώτη, το Club Soda στο Μόντρεαλ του Καναδά. Το τελευταίο τους κομμάτι που παίχτηκε ζωντανά, το “The beginning end the end”. Και στη σκηνή πίσω τους, μένει το λούτρινο κουκλάκι που τους συντρόφευε από την πρώτη εκείνη νύχτα που έπαιξαν ζωντανά. Χωρίς παραστρατήματα, επανενώσεις, δεύτερες ευκαιρίες και “εικοστά τέταρτα τελευταία live”. Μόνο με μία special εμφάνιση ως φόρο τιμής στον εκλιπόντα φίλο τους, Caleb Scofield των Cave in. Οι Isis δε μου λείπουν γιατί είναι, πάνω από όλα, μία όμορφη ιστορία. Και όπως και τα αγαπημένα σου παραμύθια, ποτέ δε ζητάς όταν τελειώνουν, να μάθεις τι έγινε μετά ή να σου πουν ένα παρόμοιο. Ζητάς από τη γιαγιά, να το βάλει από την αρχή.

Υ.Γ. (από τα σχόλια του παρακάτω video, από την προαναφερθείσα εκτέλεση): "I come back to this video every time I feel like I need a reminder about what music is supposed to be."