Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΗ μινιμαλιστική ματιά του Jim Jarmusch

Η μινιμαλιστική ματιά του Jim Jarmusch

Μια σκηνή από το Ghost Dog : The Way of the Samurai (1999), όπου o RZA των Wu-Tang Clan χαιρετά τον αντιήρωα Ghost Dog (Forest Whitaker) με τις λέξεις “Power. Equality.” κι εκείνος του απαντά ολοκληρώνοντας την ρήση “Always. Cee. Everything.”, συνοψίζει στο αρκτικόλεξο P.E.A.C.E. την φιλοσοφία της πολύπλευρης απλότητας του Jim Jarmusch. Δεν είναι όμως ένα επιτηδευμένο φιλοσοφικό τέχνασμα που τυλίγει τις ταινίες με ένα ελιτίστικο περιτύλιγμα , αλλά μια καθαρή αντίληψη της ζωής παρόμοια με την γυμνά καλλιτεχνική ματιά του δασκάλου του μινιμαλισμού, Yasuziro Ozu

Έτσι και ο Jim Jarmusch από την πρώτη του κιόλας πειραματική ταινία Permanent Vacation (1980) επιχείρησε να οικοδομήσει με αφαιρετικές πινελιές την ροκ αισθητική της Νέας Υόρκης. Μια πόλη που άλλοτε δοξάζεται ως η Μέκκα του καλλιτεχνικού χώρου, ιδίως από τη φιλμογραφία του Woody Allen, κι άλλοτε παρουσιάζεται ως το τελευταίο στρώμα πριν από τον δημιουργικό πάτο όπως τον φαντάζεται η υπόγεια ματιά του Abel Ferrara. Κανείς όμως δεν οραματίστηκε -Andy Warhol ίσως εξαιρουμένου- με πιο άμεσο και ρεαλιστικό τρόπο τον κενό της χώρο, την γειτονιά της αποσύνθεσης αλλά και την αποδόμηση κάθε καλλιτεχνικής νόρμας όπως παρουσιάζεται στη δεύτερη του ταινία Stranger Than Paradise (1984).

Η οπτική του Jim Jarmusch δεν άλλαξε ακόμα κι όταν μετατοπίστηκε το κέντρο ενδιαφέροντος από την μητρόπολη της Τέχνης σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όπως τα γραφικά σοκάκια της Σεβίλλης στο The Limits of Control (2009) ή η παγωμένη διαδρομή στους δρόμους του Ελσίνκι σε μιά από τις σκηνές του Night on Earth (1991). Παρέμεινε cool χωρίς να ακολουθεί κανένα παγιωμένο σύστημα, χωρίς κάποιο ιερό σενάριο να ορίζει ως συνταγματικός κανόνας την ιστορία του, χωρίς συντηρητικούς τρόπους αφήγησης αλλά και χωρίς κανένα κινηματογραφικό στερεότυπο θεατρινισμού. Ο δρόμος που έστρωσε δεν είχε καν διαχωριστικές λωρίδες μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, όλα ήταν μέρος της ζωής. Περπάτησε απλώς στα βήματα του Nicholas Ray, διανθίζοντας με τεμαχισμένες ιστορίες ανθολογίας (Mystery Train-1989), βινιέτες (Coffee and Cigarettes-2003) αλλά και κομφορμισμένες και φαινομενικά άμεσες ταινίες (The Dead Don’t Die-2019) τα συναισθήματα των χαρακτήρων του.

Ακριβώς αυτό είναι το αφαιρετικό σινεμά του Jarmusch ένα συνεχές, διαυγές όνειρο, που όμως δεν έχει κανένα γνώρισμα χαρακτηριστικών ονείρων, στο οποίο οι χαρακτήρες του δρουν περισσότερο σαν φορείς συναισθήματος παρά σαν ηθοποιοί. Πόσο πιο αληθινό μπορεί να γίνει το βλέμμα της χαρμολύπης στο πρόσωπο του Bill Murray στο Broken Flowers (2005) ή πόσο πιο ποιητική μπορεί να μοιάσει μια κουβέντα του Adam Driver στο Paterson (2016); Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Jarmusch έσωσε το αληθινό σινεμά αφού ύψωσε την πειραματική σκηνή του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, την στόλισε με προσωπικές υπαρξιακές αναζητήσεις της δυτικής κουλτούρας μέσα από τα κείμενα του William Blake στο Dead Man (1995) αλλά και ανατολίτικου πολιτισμού (ο κώδικας Hagakure στο Ghost Dog), και τελικά την απάλλαξε από κάθε κινηματογραφικό κατάλοιπο αγγίζοντας το απόλυτο coolness του Jean-Pierre Melville.

Ο Jarmusch είναι πρώτα απ΄όλα καλλιτέχνης και μετά σκηνοθέτης. Το ύφος του είναι μετέωρο κι άδειο όπως το ύφος της καθημερινότητας, η αισθητική του είναι τόσο εύγεστη που κάθε μελωδία από τον Neil Young και τον Tom Waits μέχρι τους Wu-Tang ταιριάζει σαν background υπόκρουση μιας βόλτας στην πόλη, αλλά και τα θέματα του ποτέ δεν υπερβαίνουν τον μύθο της φαντασίας για να προσηλυτίσουν ένα βλέμμα παρά μόνο για να αποδώσουν την ανάλαφρη σκέψη του. Αυτός ο αδέσμευτος επαναστάτης του σινεμά, φύσει και πνεύμα auteur, θυσίασε όλες τις επιτυχημένες συνταγές στον βωμό της προσωπικής έκφρασης, και τελικά έφτιαξε την χρυσή συνταγή της Τέχνης.