Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΟι ταινίες που θυμόμαστε από τα θερινά του παρελθόντος μας

Οι ταινίες που θυμόμαστε από τα θερινά του παρελθόντος μας

Μετά τη λήξη της καραντίνας, έχει έρθει επιτέλους η ώρα να ανοίξουν αγαπημένα μέρη και να επιστρέψουμε σε αγαπημένες συνήθειες. Ανάμεσα σε αυτές φυσικά συμπεριλαμβάνεται ο κινηματογράφος, κάτι το οποίο ομολογουμένως έλειψε σε όλο αυτό το διάστημα. Η αιτία που δε θα ανοίξουν οι κλειστοί κινηματογράφοι και μόνο οι θερινοί με ορισμένα παράλογα μέτρα (μα κλειστά κυλικεία;) να συμπεριλαμβάνονται στο άνοιγμα, είναι μια άλλη συζήτηση, η οποία λαμβάνει χώρα ούτως ή άλλως και η αναπαραγωγή της και στο παρόν άρθρο δεν έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα να γίνει. Ας μείνουμε στο ότι παραμένουμε σκεπτικιστές και ας επικεντρωθούμε στο κυρίως θέμα.

Θερινοί κινηματογράφοι λοιπόν. Λατρεμένος τόπος συνεύρεσης, ανοιχτοί ουρανοί, μυρωδιά νύχτας, συχνά εκλεκτικές προβολές επανεκδόσεων, οι ήχοι της πόλης. Μια εμπειρία αρκούντως συναισθαντική, ένας λόγος να αγαπάς το καλοκαίρι και να νοσταλγείς προβολές του παρελθόντος. Και αυτό είναι το θέμα μας εδώ, οι προβολές τις οποίες όταν σκεφτόμαστε «θερινός κινηματογράφος» μας έρχονται πρώτες στο μυαλό. Αυτές που μας έκαναν να καταλάβουμε ότι ο κινηματογράφος δεν περιορίζεται σε τοίχους και όταν (ιδανικά) συνδυάζεται με τη μυρωδιά νυχτολούλουδου, γίνεται κάτι το μαγικό.

Ο Δρόμος της Επανάστασης (Revolutionary Road, Sam Mendes, 2008)

Από την πρώτη φορά που είδα σε θερινό κινηματογράφο με τη μάνα μου το Καλύτερα Δε Γίνεται στα μικράτα μου μέχρι σήμερα, ο νυχτερινός ουρανός έχει γίνει μια αγαπημένη «σκεπή» όταν μιλάμε για καλοκαιρινές προβολές. Θυμάμαι αρκετές προβολές οι οποίες είναι συνυφασμένες με αυτόν, ποια να ξεχωρίσω όμως; Το Ρασομόν του Kurosawa στη Ριβιέρα το 2005; Τους ?δωξους Μπάστερδους του Tarantino με τον Χανδρινό στο διπλανό κάθισμα στο Cine Θησείο το 2009; Την περσινή προβολή του The Beyond του Fulci, η αγαπημένη μου σπλάττερ ταινία στο Midnight Express (πάλι Ριβιέρα και πάλι με Χανδρινό); Ας πάω λίγο πίσω στον χρόνο όμως, σε μια αγαπημένη ανάμνηση.

Στο χωριό μου είχαμε έναν θερινό κινηματογράφο. Επιστρέφοντας από τα μπάνια μας, πάντα κοιτούσαμε την αφίσα της ταινίας που παίζεται σήμερα και πράτταμε αναλόγως. Αυτός ο κινηματογράφος έχει κλείσει χρόνια και η ανάμνησή του φέρνει πάντα συγκίνηση. Ο ?ρχοντας των Δαχτυλιδιών, το Gran Torino, το Hangover, το National Treasure, ταινίες που θα θυμάμαι ότι είδα εκεί μέσα. Αλλά μια είναι που θα θυμάμαι γλυκά. Ο Δρόμος της Επανάστασης, με Leonardo DiCaprio και Kate Winslet. Ο Jack και η Rose του Τιτανικού (όχι κυριολεκτικά) μεγάλωσαν, έκαναν οικογένεια και κατάλαβαν ότι τα όνειρά τους έμειναν πίσω. Προσπάθησαν να ξανακάνουν σχέδια αλλά η ζωή τα έφερε αλλιώς. Η απογοήτευση, η θλίψη και ο θάνατος της φαντασίας που φέρνει το μικροαστικό Αμερικάνικο Όνειρο ήταν η τέλεια απάντηση στο πρωταγωνιστικό δίδυμο που κάποτε αποτέλεσε το τέλειο mainstream ρομάντσο, η ενηλικίωση δύο ηθοποιών που καλούνται να ξαναβρούν μια άλλου τύπου χημεία. Μια λυρική θλίψη, μια σκηνοθεσία ταιριαστά πικρή, ερμηνείες που πέρασαν στα ψιλά και ένα καλοκαιριάτικο βράδυ που μας βρήκε εμένα και τον φίλο μου τον Νικόλα να προσπαθούμε να την αποκωδικοποιήσουμε.

 

Φοίβος Κρομμύδας 

'Aδωξη Μπάστερδοι(Inglourious Basterds, Quentin Tarantino, 2009)

 Η θερινή εποχή είναι πάντοτε διπλής χαράς για τους απανταχού σινεφίλ. Η ιδιαιτερότητα των ανοιχτών κινηματογράφων ή ακόμα και των drive-in είναι μια σπέσιαλ ανταμοιβή για τους πιστούς του χώρου. Και δεν είναι τυχαίο το μυσταγωγικό αίσθημα που καμιά φορά σε πιάνει όταν έρχεσαι σε επαφή με το πανί και τη “ζούγκλα” γύρω-γύρω να σε αγκαλιάζει. Σαφέστατα, μιλάμε για δύο διαφορετικές κινηματογραφικές εμπειρίες, αλλά οι θερινές είναι από τις λίγες που σου χαράσσονται βαθιά.

 

Αν και ομολογώ δεν είμαι τακτικός θιασώτης των θερινών, όσες φορές έχω πάει, τις θυμάμαι. Και σίγουρα δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη φοιτητική εξόρμηση για το Inglourious Basterds του Quentin Tarantino. Μια ταινία που ταιριάζει με την ψυχοσύνθεση του χώρου. Μεγάλη, υπέροχη και ανατρεπτική. Κι εδώ έρχεται η διαφορά του θερινού. Σε κάνει να νιώθεις κομμάτι του υπαίθριου, αλλά ταυτόχρονα σε κρατάει βιδωμένο στην οθόνη. Και στην παρέα. Την παρέα όχι που θα κανιβαλίσει την ταινία (εκτός αν το ζητάει η προβολή, πάσο) αλλά που θα γουστάρει με μια σύμπνοια όσο λίγες την εμπειρία του σινεμά στο “έξω”.

Κώστας Χανδρινός

Ο Κύριος Κλάιν(Mr Klein, Joseph Losey, 1976)

Οι θερινές προβολές πάντα έμοιαζαν με χρυσές ευκαιρίες για επαναληπτικές προβολές αγαπημένων ταινιών, θεάσεις χαμένων νέων κυκλοφοριών που για κάποιο λόγο κρύφτηκαν στην διάρκεια του έτους, αλλά και αναζήτηση λιγότερων γνωστών τίτλων. Ακόμα θυμάμαι το ζεστό καλοκαιρινό μεσημεριανό που διάβασα ότι το Mr. Klein, μια ταινία του Joseph Losey που έψαχνα χρόνια να βρω, επρόκειτο να παιχτεί στα θερινά σινεμά. Αμέσως πήρα τον κολλητό που σέρνω σε ότι υπόγεια προβολή υπάρχει, και κατεβήκαμε στο κέντρο της Αθήνας που πραγματικά έμοιαζε να κοχλάζει.

Η ταινία άρχισε με τον απαραίτητο συνοδευτικό ήχο των κουνουπιών, προτού προλάβει καν να χαμηλώσει ο ήδη αργοπορημένος φωτισμός της καλοκαιρινής Ελλάδας. Έτσι, είδαμε για μερικά λεπτά τον Alain Delon (Mr. Klein) να περιφέρεται στο διαμπερές αστικό δωμάτιο του σπιτιού με αχνές, σχεδόν υποφωτισμένες σκιάσεις που στην πραγματικότητα βύθισαν το ήδη σκοτεινό τοπίο της κατεχόμενης Γαλλίας σε ένα ξεθωριασμένο παρασκήνιο. Κι όμως με το που τελείωσε η εισαγωγή κι ο Κύριος Klein έχασε την πραγματική του ταυτότητα, ο φυσικός φωτισμός σαν ενορχηστρωτή μελωδία έσβησε αποκαλύπτοντας το πρόσωπο του δεύτερου Κυρίου Klein, το πρόσωπο του σωσία. Αυτό που ακολούθησε, σε ένα ειδυλλιακό πλέον αστικό τοπίο, ήταν ένα καφκικό κυνηγητό γεμάτο αυθαίρετες κατηγορίες, νοθευμένα στοιχεία αλλά και επικίνδυνες διαδρομές μέχρι την αναζήτηση της φαινόμενης αλήθειας. Μια προβολή που λόγω των φυσικών προβλημάτων αλλά και της τεταμένης ατμόσφαιρας θα θυμάμαι για πάντα.

Ιάκωβος Τσαγκαράκης

Πριν Τα Μεσάνυχτα(Before Midnight, Richard Linklater, 2013)

 Ενώπιον σχέσεων σε κρίση, μιας ταινίας στα σκαριά και της νέας αρχής στο εξωτερικό, το καλοκαίρι του 2013 ήταν φορτισμένο. Ήταν επίσης το καλοκαίρι που θα έβγαινε στις αίθουσες το πολυαναμενόμενο “Πριν τα Μεσάνυχτα”. Ήμουν παιδί όταν είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες το κλασικό “Πριν το Ξημέρωμα”, ωστόσο το ότι δεν είχα καταφέρει να δω τη συνέχεια σε κινηματογραφική αίθουσα εννιά χρόνια πριν με είχε περίπου στοιχειώσει. Τα μετεφηβικά μου χρόνια ήταν σαφώς επηρεασμένα από τις ταινίες του Linklater και ειδικότερα από τα “Πριν το ξημέρωμα - Πριν το ηλιοβασίλεμα” του κι έτσι δεν θα άφηνα τίποτα να μπει ανάμεσα σε εμένα και την οθόνη της Αίγλης εκείνο το βράδυ.

 

Προχωρώντας προς τον θερινό του Ζαππείου, σκέφτηκα πως ήμουν κοντά στην εκπλήρωση ενός σκοπού, την πραγματοποίηση ενός εφηβικού ονείρου. Θα πρέπει να βρισκόμουν σε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση αφού φανταζόμουν τον Rick να βρίσκεται στην παραπίσω θέση για να δει την ταινία κι εκείνος για πρώτη φορά και πως με το κλείσιμο του ματιού του εγώ θα ήμουν οκ ή κάτι τέλος πάντων που δεν βγάζει νόημα τώρα όπως δεν έβγαζε τότε. Οι τίτλοι τέλους έπεσαν κι εγώ γέμισα ανάμεικτα συναισθήματα, αφού τα βάρη μου ήταν ακόμη εκεί, όντα πάντως σε ύφεση. “Όλα είναι καλύτερα με την ωριμότητα” σύμφωνα με τον σκηνοθέτη κι έτσι πριν το ξημέρωμα αποφασίζω να δω για δεύτερη φορά την τελευταία ταινία της τριλογίας.

'Ακης Μαρκόπουλος

Τελευταία