Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣΒλέποντας το Be Water-Η κοινωνική μάχη του Μπρους Λι

Βλέποντας το Be Water-Η κοινωνική μάχη του Μπρους Λι

Τα απόνερα του Last Dance, του πολυσυζητημένου ντοκιμαντέρ για τον Μάικλ Τζόρνταν και τους Chicago Bulls μας άφησαν με την όρεξη να θέλουμε κι άλλο. Κι άλλα ντοκιμαντέρ για τα είδωλα-σύμβολα μιας -ή και παραπάνω- εποχής. Όπως δηλαδή είναι ο Μπρους Λι και το φιλμ Be Water που προβλήθηκε την περασμένη Κυριακή από το ESPN.

Ο βιετναμέζος σκηνοθέτης Μπάο Ζουιέν αν και είχε δύσκολο έργο λόγω των λίγων συνεντεύξεων και παρασκηνιακών πλάνων, θέλησε να σκιαγραφήσει τη ζωή του θρύλου από τα ξεκινήματά της μέχρι και τον πολύ πρόωρο θάνατό του. Αρωγός σε αυτό, η οικογένεια και οι στενοί φίλοι του Λι, με πρώτη και κύρια πηγή τη γυναίκα του Λίντα και την κόρη του Σάννον. Σε όλο το φιλμ ακούγονται οι συνεντεύξεις τους, αλλά και αποσπάσματα από τα προσωπικά σημειωματάρια του.




Το φιλμ όμως, δεν είναι μια απλή αγιογραφία ενός γνωστού ειδώλου, ούτε μια δακρύβρεχτη εξιστόρηση. Προσπαθεί να κάνει κάτι πιο σημαντικό: Να τονίσει και να θέσει σε κοινωνικό πλαίσιο τη σημασία της κλασικής πια ατάκας του Λι: Be Water. Μιας αμιγώς ανατολικής φιλοσοφίας ρήση, που όπως και το νερό σε αυτή την παρομοίωση, βρήκε χώρο να τρυπώσει στο συλλογικό μνημονικό. Η φόρμα της μη-φόρμας όπως περιέγραψε ο Λι το Jeet Kune Do, μια σύνθετη πολεμική τέχνη που ο ίδιος έφτιαξε θέλοντας να σπάσει τα οργανωμένα συστήματα των πολεμικών τεχνών και να οδηγήσει το άτομο στην ελεύθερη έκφραση μέσα από την τέχνη του. Ο δυισμός του νερού, που είναι μαλακό και ασταμάτητο ταυτόχρονα, αποτελεί μια εξαιρετική αναδιατύπωση του κινεζικού ταοϊστικού συμβόλου γιν/γιανγκ, της λογικής του ενιαίου άσπρου-μαύρου, σε αντίθεση με το αυστηρά διπολικό μοντέλο που ακολουθούμε στη Δύση.

Ο Ζουιέν δε θα μπορούσε να κάνει ένα περιεκτικό φιλμ για τον “μικρό Δράκο” και να αμελήσει το κοινωνικό πλαίσιο και την εποχή. Η σπουδαιότερη μάχη του Μπρους Λι και ένας από τους κυριότερους λόγους της διαχρονικής λάμψης της φιγούρας του είναι η έντονη, διαρκής αντιπαράθεση με τα στερεότυπα της εποχής. Οι πρωταγωνιστές του ασιατικού κινηματογράφου βρίσκονταν πολύ συχνά αντιμέτωποι με το στίγμα και την τυποποίηση, ενώ σε εντελώς αναχρονιστικό τρόπο, το Χόλιγουντ συνήθιζε να χρησιμοποιεί Καυκάσιους με το απαραίτητο “yellowface” μέικαπ. Χαρακτηριστικά (αντι)παραδείγματα ο Φου Μαντσού (με Μπόρις Καρλόφ στον πρωταγωνιστικό), μια ωδή στην “κίτρινη απειλή” και το φόβο/γοητεία των δυτικών για κάθε τι “οριεντάλ”, με το σατανικό δόκτορα που πασχίζει να κατακτήσει τον κόσμο (όταν βέβαια δεν τον σαμποτάρουν οι Βρετανοί αντίπαλοί του). Ή η πλέον χαρακτηριστική φιγούρα του Μίκι Ρούνεϊ στο Breakfast at Tiffany’s που κάνει τον κύριο Γιουνιγιόσι, μια καρικατουρέ στερεοτυπική απεικόνιση Ιάπωνα, που όπως επιβεβαιώνει η γυναίκα του Λι, τον είχε πληγώσει όταν είδαν μαζί την ταινία στον κινηματογράφο.

Η καριέρα του στο Χόλιγουντ, επίσης, δεν ήταν έτοιμη και δεν είχε τις ίδιες ευκαιρίες. Αγωνίστηκε για να αποκτήσει διαλόγους ο περίφημος Κέιτο στο Green Hornet, αντί να αποτελεί έναν απλό σοφέρ του ομώνυμου υπερήρωα. Έδωσε εκρηκτικότητα και παρουσία στο χαρακτήρα και σε κάθε χαρακτήρα που υποδυόταν. Γιατί πάντοτε έδινε με ειλικρίνεια την οπτική του. Ωστόσο, το Χόλιγουντ αποδείχθηκε αρκετά αφιλόξενο, αναγκάζοντάς τον να γυρίσει πίσω στο Χονγκ Κονγκ. Η τελευταία αφορμή ήταν η ιδέα για το Kung Fu, την πολύ σπουδαία σειρά που έβαλε στο χάρτη τον Ντέιβιντ Κάρανταϊν και την οποία ο Λι είχε προτείνει τόσο στη Warner όσο και την Paramount με τίτλο The Warrior. Ωστόσο αμφότερα τα στούντιο είχαν θέμα αφενός με το Γουέστερν ύφος, αλλά και με τον κεντρικό πρωταγωνιστή που δε μπορούσε να είναι Ασιάτης, διότι φοβήθηκαν το ρίσκο απέναντι στην αμερικανική κοινή γνώμη. Πικραμένος, αλλά όχι απογοητευμένος, ο Λι γύρισε πίσω στην πατρίδα του όπου κι εκεί θα αντιμετώπιζε τα πικρόχολα σχόλια των συμπατριωτών του. Κι αυτό γιατί, γεννημένος ων στην Αμερική, αλλά κι επειδή στα μαθήματα πολεμικών τεχνών που έκανε έδινε έμφαση στον άνθρωπο και όχι στη φυλή. Κάτι που θεωρήθηκε αρκετά προσβλητικό από τις σαφώς πιο κλειστές κάστες των πολεμικών τεχνών εκείνη την εποχή.

Ωστόσο, εκεί γνωρίστηκε με τον Ρέιμοντ Τσόου, τον ιδρυτή και παραγωγό της Golden Harvest. Και θα γνώριζε την αποθέωση με μόλις τρεις ταινίες. Ξεκίνησε με το Big Boss (1971), όπου καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής, συνέχισε με το πιθανότατα καλύτερό του φιλμ, το Fist of Fury (1972) μια ταινία-γροθιά (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στο ρατσισμό, ενώ πρωταγωνίστησε και στο Way of the Dragon επίσης την ίδια χρονιά (γνωστή και ως η ταινία που αναμετράται με τον Τσακ Νόρις και την τρίχα του). Για να έρθουν τα γυρίσματα του Game of Death, με διακοπή γυρισμάτων όμως για το τελευταίο του φιλμ, το Enter the Dragon. Σαφέστατα πιο μεγάλη παραγωγή, γεμάτη με πιο πολλές δικές του ιδέες, μια ταινία-σταθμός όχι μόνο γιατί βγήκε περίπου ένα μήνα μετά το θάνατό του, αλλά κι επειδή σημάδεψε το σινεμά πολεμικών τεχνών, τα βιντεοπαιχνίδια (το Mortal Kombat είναι βαθιά επηρεασμένο), αλλά ακόμα και τη μόδα με εκείνα τα κλασικά ASICS που φορούσε εκείνος και ο συμπρωταγωνιστής του Τζιμ Κέλι.

    
                                                          

Ο Λι πέθανε στις 20 Ιουλίου 1973 στο Χονγκ Κονγκ. Εγκεφαλικό οίδημα που προκλήθηκε (ή εντάθηκε) από τη χρήση παυσίπονων για τον έντονο πονοκέφαλο εκείνης της ημέρας. Το σοκ ήταν μεγάλο, ειδικά στο Χονγκ Κονγκ, ωστόσο έμειναν πίσω πολλά και κυρίως ένα πράγμα που τον χαρακτήριζε σε όλα του. O αγώνας του. Αν μη τι άλλο, ήταν εκείνος της ταυτότητας. Όχι μόνο με τη φιλοσοφική έννοια, ούτε με την ατομική καλλιέργεια, που έψαχνε με κάθε τρόπο. Αλλά κι απέναντι στις διακρίσεις, στις ίσες δυνατότητες, εν μέσω μιας δεκαετίας αλλαγών, εντάσεων και διεκδικήσεων. Και όπως φαίνεται από τις μέρες μας, ο κόσμος έχει ανάγκη όχι από σύμβολα και αγίους, αλλά από φιγούρες που θα σηκώσουν τη φωνή τους, θα απαιτήσουν από τον κοινωνικό περίγυρό τους να αλλάξουν τα κακώς κείμενα, θα διαπεράσουν -όπως ακριβώς το νερό- κάθε τι σάπιο.