Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΟ Τέλειος τρόμος του Perfect Blue

Ο Τέλειος τρόμος του Perfect Blue

Πριν αναχωρήσει για κάποια άλλη διάσταση το 2010, ο Satoshi Kon είχε φροντίσει να γεμίσει τη δική μας με αρκετή ψυχεδέλεια, αφήνοντάς μας να προσπαθούμε να αποκρυπτογραφήσουμε τις δημιουργίες του. Είτε μιλήσουμε για τη σουρεάλ παράνοια του Paprika και του Paranoia Agent, είτε για το βαθύ ανθρωπισμό του Tokyo Godfathers και του Millennium Actress, σίγουρα θα βρούμε πυκνογραμμένα νοήματα και μια τεράστια επίδραση σε όλο το φάσμα του κινηματογράφου, ανατολικού και δυτικού. Σίγουρα κάπου θα έχετε πετύχει αυτά τα βίντεο που βάζουν δίπλα-δίπλα σεκάνς από τις ταινίες του με άλλες γνωστότερες όπως το Paprika με το Inception. Μόνο αερολογίες ή συμπτώσεις δεν είναι αυτές.

Για να βρούμε, όμως, τις ρίζες της δημιουργίας του, πρέπει να ανατρέξουμε στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, όταν σταμάτησε να είναι ένας απλός συνεργάτης σε άλλα projects και ορίστηκε ως ένας κινηματογραφικός auteur. Την ταινία που κυκλοφόρησε το 1997 και εξερεύνησε τον υπαρξιακό τρόμο στην τέχνη των anime, προσφέροντας εικόνες ψυχικής φρίκης και αμφισβήτησης της αντικειμενικής λογικής. Κανείς δεν ήταν έτοιμος για το Perfect Blue, την ταινία που έθεσε νέα σταθμά στο κινούμενο σχέδιο. Με αφορμή, λοιπόν, την προβολή του στο Midnight Express τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, ας προσπαθήσουμε να ρίξουμε κάποιο φως σε αυτό το διαμάντι, αναζητώντας μερικά από τα κρυμμένα κάτω από την παράνοια νοήματα του Kon.

Η πλοκή ακολουθεί τη Mima, μια pop starlet που αποφασίζει να εγκαταλείψει το μουσικό της σχήμα για να αφοσιωθεί στην ηθοποιία. Η κίνησή της αντιμετωπίζεται με ανάμεικτα συναισθήματα από τους οπαδούς της ενώ η καριέρα της ως ηθοποιός αποδεικνύεται δύσκολη, αν όχι τραυματική. Ταυτόχρονα, ένας stalker που την ακολουθεί σε κάθε της βήμα και ένας ιστότοπος που αφορά στα ημερολόγια της καθημερινότητάς της, τη βυθίζουν σε μια μόνιμη αγωνία. Ποιος την παρακολουθεί τόσο στενά; Ποιος σκοτώνει αυτούς που προσπαθούν να καταστρέψουν τη φήμη της; Είναι πραγματικά αυτή που νομίζει πως είναι; Ζει όντως τη ζωή της; Τι είναι τελικά πραγματικότητα και τι παραίσθηση;

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την ταινία του Kon, πρέπει γι’ αρχή να μιλήσουμε για μια ιαπωνική υποκουλτούρα που εμείς αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά: αυτή των ποπ ειδώλων. Στην Ιαπωνία, η σκηνή της ποπ περιλαμβάνει όχι μόνο τους ευρέως γνωστούς καλλιτέχνες, αλλά και αρκετά μικρότερα σε μέγεθος σχήματα, τα οποία ωστόσο έχουν ορκισμένους οπαδούς που διατίθενται να χαλάσουν ολόκληρες περιουσίες γι’ αυτά (το ντοκιμαντέρ Tokyo Idols αποτελεί μιας πρώτης τάξεως γνωριμία με αυτήν τη σκηνή). Δεδομένου αυτού του πάθους που φτάνει ενίοτε στα όρια της διαστροφής, όπως επίσης και της καταπιεστικής κοινωνίας της Ιαπωνίας που δημιουργεί διαρκώς «ανέγγιχτα» ινδάλματα που ισορροπούν ανάμεσα στην αθωότητα και τη σεξουαλικότητα, δημιουργείται ένας ολόκληρος μηχανισμός. Τα είδωλα δεν έχουν κανένα λόγο πλην της δημόσιας εικόνας τους που πρέπει να ικανοποιεί τη βάση των οπαδών τους, δεν πρέπει να ενδίδουν στους επίγειους πειρασμούς και πρέπει να διατηρούν και τον αμιγώς ιαπωνικό καθωσπρεπισμό, χωρίς ποτέ να καταστρέφουν την τέλεια εικόνα τους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα ίδια θα ίσχυαν και στη Δύση, αλλά θα θυμηθούμε εύκολα ότι καμία περσόνα που έχει απασχολήσει την Αμερική δε στερείτο ενός κοινού που τροφοδοτείται από τα κουτσομπολιά τους και τα δέχεται ως κομμάτι τους.

Με αυτά κατά νου, γίνεται κάπως ευκολότερη η κατανόηση της ταινίας. Αυτό που επί της ουσίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια ταινία τρόμου που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί δημιουργία του David Lynch και του ονειρικού του τρόμου, στα χέρια του Kon γίνεται ένα όπλο κριτικής της κοινωνίας στην οποία ζει. Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε την έμφυλη προσέγγιση του, κατανοούμε καλύτερα τις ριπές του κατά της τοξικότητας που αποπνέουν οι κοινωνικές δομές της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου.

Η Mima δεν είναι μια συνεσταλμένη, πειθήνια Γιαπωνέζα που υπακούει στις εντολές της μη-συγκρουσιακής και συντηρητικής κοινωνίας. Αποφασίζει να ακολουθήσει το όνειρό της. Και διαρκώς της υπενθυμίζεται ότι πρέπει να ταιριάξει στο καλούπι της, να μην απογοητεύσει ποτέ κανέναν. Τρέφεται από τη δημόσια εικόνα της και το κοινό της. Και καθόλου τυχαία, οι ευκαιρίες που της δίνονται για να ακολουθήσει τα “θέλω” της αποδεικνύονται τουλάχιστον φρικιαστικές, διότι παραμένει γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Και αφού κάνει αυτά τα βήματα, είναι το σημείο που τα όρια μεταξύ της λογικής και του παραληρήματος θα αρχίσουν να γίνονται ισχνά, διότι η ταυτότητα θα αρχίσει να καταρρίπτεται. Ποια ήταν τόσο καιρό πραγματικά; Ήταν πραγματικά ο εαυτός της ή οι ντιρεκτίβες μιας μάνατζερ που “ξέρει τι είναι καλύτερο γι’ αυτήν”; Θα μπορέσει να βρει τι πραγματικά συμβαίνει γύρω της; Τελικά πόσο μεγάλη επίδραση έχει αυτή η ποθητή εικόνα σε ενέργειες άλλων στις οποίες δεν έχει κανέναν απολύτως έλεγχο; Πόσο επιθυμητή είναι, τελικά, μια τέτοια ταυτότητα από μια κοινωνία που μόνο έμμεσα μπορεί να τη ζήσει, ως παρατήρηση και όχι ως βίωμα; Και που μπορεί να καταλήξει;


Μέσα από αυτές τις απορίες, ο Kon κατασκευάζει μια πλοκή γεμάτη με νοσηρές βινιέτες που μένουν χαραγμένες σε όποιον βρεθεί ενώπιων τους. Χτίζει ένα giallo διαμάντι με απαράμιλλη αισθητική και μια ασφυκτική ατμόσφαιρα που χτυπά στον αρχέγονο, εκστατικό τρόμο, αρνούμενος τις φθηνές συμβάσεις του αιφνιδιασμού. Το γκροτέσκο του δεν αφορά στην υπερβολή, αλλά στα καμώματα του νου, οι αιματοχυσίες δε θα συμβούν προς τέρψη ή δικαίωση αλλά για να εντείνουν την αρρώστια. Και με τη βοήθεια μιας άριστης γνώσης της κινηματογραφικής γλώσσας, της άρτιας σεναριακής γραφής και της σύμμειξης του καρτουνίστικου με το ρεαλιστικό, ο Kon έσπρωξε την ταινία του πολύ μακρύτερα από τα όρια που είχαν τεθεί ως τότε. Δημιούργησε ένα φιλμ απείθαρχο και αντισυμβατικό που μας έφερε αντιμέτωπους με έναν πρωτόγνωρο εφιάλτη. Ένα άκρο που ακόμα και σήμερα παραμένει υπόδειγμα κινηματογραφικής ιδιοφυίας. Γιατί έθεσε το ερώτημα που όλοι φοβόμαστε. Αυτό της ταυτότητας. “Ποιος είσαι;”

Σίγουρα αν δεν ήταν αυτή η ταινία, το animation δε θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Ούτε και ο live action κινηματογράφος ωστόσο. Ο Darren Aronofsky σφήνωσε τη σκηνή της μπανιέρας στο Requiem For A Dream και ήρθε σε ευθύ διάλογο μαζί του στο Black Swan. Ακόμα και η Madonna σε μια άκρως συνειρμική επιλογή, χρησιμοποίησε στιγμιότυπα της ταινίας το 2001 στις ζωντανές εκτελέσεις του What It Feels Like For A Girl. Με αυτόν τον τρόπο, ένα στίγμα είχε ήδη αφεθεί στην παγκόσμια pop κουλτούρα και το οποίο θα εξακολουθήσει να μας απασχολεί για όσο ακόμα υπάρχει κινηματογράφος. Και παραμένει μια από τις ταινίες που πρόβαλλαν το θέμα της γυναικείας ταυτότητας στη σύγχρονη εποχή, χρόνια προτού μπορέσουμε να ανοίξουμε ευρέως το διάλογο για ζητήματα που σήμερα είναι κάτι παραπάνω από επίκαιρα. Μια ταινία αριστουργηματικά σημαντική. Σπεύσατε.